Λαμία – Η εκδήλωση και η ομιλία της Ν. Βαλαβάνη για το βιβλίο του Γ. Αλεξάτου “Άρης Βελουχιώτης, ο κομμουνιστής επαναστάτης”

Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΣ ΝΑΝΤΙΑΣ ΒΑΛΑΒΑΝΗ

– ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΕΚΔΗΛΩΣΗ –

ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΛΕΕΞΑΤΟΥ

 «ΑΡΗΣ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗΣ, Ο ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ»

Στη γεμάτη αίθουσα του ΕΚ Λαμίας πραγματοποιήθηκε τελικά στις 07.12.2022 η εκδήλωση της Δημοτικής Παράταξης «Παρέμβαση Πολιτών Λαμίας» (στην πρώτη απόπειρα της είχε αναβληθεί λόγω θανάτου της μητέρας του συγγραφέα).

Ακολουθεί το κείμενο της  ομιλίας της Νάντιας Βαλαβάνη και link με βίντεο καταγραφής του κύριου μέρους της παρουσίασης του βιβλίου του Γιώργου Αλεξάτου για τον Άρη από μεριάς του «Ηλεκτρονικού περιοδικού της Λαμίας MAG 24”. Τέλος, αναδημοσιεύονται μεγάλα αποσπάσματα από το κείμενο του Μάνου Χατζηδάκη «Τα παιδιά της γαλλαρίας», με το οποίο έκλεισε η εκδήλωση .

(Το ηλεκτρονικό περιοδικό της πόλης μαγνητοσκόπησε και ανάρτησε στην ιστοσελίδα του, απ’  όπου και «δανειστήκαμε» το link, το άνοιγμα της εκδήλωσης από την προεδρεύουσα της συζήτησης και δημοτικό σύμβουλο Μαρία Αντωνίου, τον χαιρετισμό του επικεφαλής της «Παρέμβασης Πολιτών», δημοτικού συμβούλου και πρ. βουλευτή Βασίλη Κυριακάκη, τις ομιλίες της Ν. Βαλαβάνη και του συγγραφέα Γ. Αλεξάτου και ένα μουσικό ιντερμέτζο με αντάρτικα τραγούδια.

Η καταγραφή δεν συμπεριέλαβε τη μια ώρα συζήτησης που ακολούθησε, γι’  αυτό και μετά το link της εκδήλωσης αναδημοσιεύονται εδώ, με πηγή την ιστοσελίδα του «Ημεροδρόμου», μεγάλα αποσπάσματα από το εκπληκτικό κείμενο του 1986 για τη γενιά της Αντίστασης του Μάνου Χατζιδάκη στο περιοδικό «Τέταρτο», με το οποίο έκλεισε την εκδήλωση η Νάντια Βαλαβάνη.)

                            Για το βιβλίο του Γιώργου Αλεξάτου

«Άρης Βελουχιώτης, ο κομμουνιστής επαναστάτης»

Αγαπητές φίλες και φίλοι!

Ή,

Για να χρησιμοποιήσω την προσφώνηση που, σύμφωνα με την πρόταση που έκανε ο Άρης Βελουχιώτης και αποφάσισαν η ΚΕ του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, αποτέλεσε τον τρόπο που αποκαλούνταν μεταξύ τους ΕΑΜίτες και ΕΛΑΣίτες:

Συναγωνιστές και συναγωνίστριες!

Η ιστορική μνήμη και η πρόσληψη της ιστορίας είναι από τα σημαντικότερα, τα πιο φορτισμένα και διαχρονικά επίκαιρα πεδία μάχης.

Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά την «Παρέμβαση πολιτών για τη Λαμία», που με προσκάλεσαν να παρουσιάσω ένα βιβλίο που πραγματεύεται την ιστορία μιας προσωπικότητας με τόσο στενή σχέση με την πόλη σας. Eδώ κατάφευγε ξανά και ξανά ο Άρης Βελουχιώτης στα «δύσκολα» και, βέβαια, από εδώ ξεκίνησε τη λεγόμενη «πορεία προετοιμασίας» του αντάρτικου στη Ρούμελη από τον Νοέμβρη 1941 έως αρχές Γενάρη 1942, που την διέκοψε με δική του πρωτοβουλία προκειμένου να βρεθεί στην Αθήνα με στόχο να επιταχύνει τις αποφάσεις της ηγεσίας του ΚΚΕ και του ΕΑΜ για έξοδο στα βουνά της πρώτης αντάρτικης ομάδας. Όχι τυχαία, εδώ, στην Πλατεία Λαού, μετά την απελευθέρωση της πόλης από τον ΕΛΑΣ εκφώνησε την ιστορική ομιλία του με τις απόψεις του για το πως θ’  απελευθερωνόταν ουσιαστικά ολόκληρη η Ελλάδα. Βεβαίως, εδώ στη Λαμία είχε γεννηθεί το 1905, σ’  έναν ρευστό κόσμο πολύ διαφορετικό από τον επίσης ρευστό σύγχρονο κόσμο μας, ο Θανάσης Κλάρας: Σε μια Φθιώτιδα που, σύμφωνα με την απογραφή του 1907, το 40% του πληθυσμού της, δηλ. 33.000 στους 79.000 συνολικά κατοίκους της, ήταν παιδιά κάτω των 12 χρονών, μεγάλο μέρος από τα οποία δούλευε ήδη στα χωράφια ή ως μαθητευόμενοι στους μάστορες των χωριών και της πόλης ή ως παραγιοί στα μαγαζιά, ενώ σε όλο το νομό υπήρχαν 15 όλα-όλα διαζευγμένα ζευγάρια, προφανώς δακτυλοδεικτούμενα.

Όπως μας θυμίζει επίσης ο συγγραφέας του βιβλίου Γιώργος Αλεξάτος, γεννήθηκε σε μια οικογένεια προνομιούχα για τα δεδομένα της πόλης – κι όχι μόνο: Από γονείς μορφωμένους – ο πατέρας του δυο φορές Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Λαμίας, η μητέρα του κόρη συμβολαιογράφου με σημαντική «κατ’  οίκον» μόρφωση και πολύ μεγάλη αγροτική περιουσία – που τυραννούνταν από τις αντιθέσεις της εποχής τους. Από τη μια, απόγονοι και οι δύο αγωνιστών του ’21, κληροδότησαν στα παιδιά τους την αγάπη για την ελευθερία και για τον αγώνα για την υπεράσπιση της πατρίδας, με αποτέλεσμα πρότυπο του νεαρού Θανάση να γίνει ο Αθανάσιος Διάκος και η υπέρτατη θυσία του. Από την άλλη, ο πατέρας του μπορεί να θεωρούνταν δικαίως δικηγόρος των φτωχών κι αδικημένων, ωστόσο όταν διαπίστωσε ότι ο μικρός Θανάσης έπαιζε κι έκανε φίλους κυρίως παιδιά λαϊκών στρωμάτων, σύμφωνα με τον αδερφό του μικρού, Μπάμπη Κλάρα, αναρωτιούνταν όλο αγωνία: «Ήταν για την τάξη τους και την οικογένεια τους, το παιδί τους να κάνει παρέα με αυτά τα παιδιά; Στο σημείο αυτό η ελευθεροφροσύνη και η προοδευτικότητα κόμπιαζε. Τι τρόπους μπορεί να μάθει το παιδί τους απ’  αυτά; Και ποιες συνήθειες μπορούσε ν’  αποκτήσει;»

Υπήρχε βέβαια και μια τρίτη πτυχή, που την εποχή εκείνη ήταν δύσκολο να συνειδητοποιηθεί: Ότι ο Θανάσης Κλάρας μεγάλωνε κι ενηλικιωνόταν ταυτόχρονα με την Ελληνική Ιστορία. Ήταν 5 χρονών το 2010, όταν έγινε η εξέγερση του Κιλελέρ. Ήταν μαθητής στην τελευταία τάξη του Σχολαρχείου το 1918, όταν ιδρύθηκε η ΓΣΕΕ και το ΣΕΚΕ, μετέπειτα ΚΚΕ. Φοιτούσε έφηβος στην Αβερώφειο Γεωργική Σχολή στη Λάρισσα (1919-1922), όταν συγκροτήθηκε ο πρώτος πυρήνας του ΣΕΚΕ/ΚΚΕ στην πόλη, με τον οποίο φαίνεται να πρωτοήρθε σ’  επαφή στα 19 του.

Ο Αλεξάτος, συγγραφέας σειράς βιβλίων έτσι κι αλλιώς με σοβαρές απαιτήσεις   από την άποψη της έρευνας, αυτή τη φορά αναμετράται με ένα θέμα κατεξοχήν αμφιλεγόμενο: Όχι γιατί η ιστορία δεν έχει  καθαρή άποψη για τον Θανάση Κλάρα, που βγήκε στο βουνό με το παρωνύμι «Άρης Βελουχιώτης» για να ηγηθεί στη διαδικασία της δημιουργίας του αντάρτικου του ΕΛΑΣ στην κατεχόμενη Ρούμελη και στη συνέχεια ως Αρχικαπετάνιος του Στρατηγείου του στην Ελεύθερη Ελλάδα και βέβαια για το ρόλο του στην Ελληνική ιστορία του 20ου αιώνα. Αλλά επειδή εδώ και πολύ καιρό ο Άρης κατοικεί στη χώρα του θρύλου – στη χώρα της λαϊκής μυθολογίας, όπου τίποτα πια απ’  τους ποταμούς μελάνια που χύθηκαν ενάντια του δεν μπορεί να τον αγγίξει. Και κάνοντας ακαδημαϊκή έρευνα για έναν θρύλο, με άλλα λόγια αντιμετωπίζοντας τον σαν άνθρωπο – και μάλιστα με σύγχρονα κριτήρια – είναι εύκολο να εκτροχιαστούν κάποια τουλάχιστον από τα συμπεράσματα μας.

Ο Αλεξάτος, που στον πρόλογο του βιβλίου μας εξηγεί ότι δεν υπάρχει «αντικειμενική» ιστοριογραφία, καθώς διαμεσολαβείται από την πολιτικοϊδεολογική θεώρηση του συγγραφέα, άρα αυτό που θα πρέπει ν’  απαιτηθεί είναι μια ιστοριογραφία «γεγονότων»,  αναμετράται με την πρόκληση της ακαδημαϊκής έρευνας και δεν αποσιωπά κανένα από τα ευρήματα του. Φυσικά αυτό δεν αρκεί. Τα υπό διερεύνηση «γεγονότα» θα πρέπει ταυτόχρονα να ενταχθούν σ’ ένα ερμηνευτικό πλαίσιο λογικό και συνεπές με βάση τη γενικότερη ιστορική εμπειρία των καιρών, κι όχι κατασκευασμένο a priori και επί τούτου. Κι αυτό το κάνει επίσης ο Αλεξάτος, με αποτέλεσμα ένα πραγματικά εξαιρετικό σύγχρονο βιβλίο. Πολύ περισσότερο, που καταφέρνει να είναι ταυτόχρονα ένα συνοπτικό βιβλίο, καθώς διατρέχει την Ελληνική Ιστορία από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι το 1945, αλλά και το ιδιαίτερο θέμα του ως προς τα κύρια σημεία τους μέσα σε 250 σελίδες όλες-όλες.  Σας συστήνω αυτό το βιβλίο ανεπιφύλακτα.

Επειδή το θέμα είναι τεράστιο και καλό θα ήταν να διαβάσετε το ίδιο το βιβλίο, θα περιοριστώ σε ορισμένες παρατηρήσεις.

Πρώτη παρατήρησηΓιατί ο Άρης

ως κομμουνιστής επαναστάτης

Επειδή, μεταξύ άλλων, με το βιβλίο αυτό ο συγγραφέας απαντά στην πιο γνωστή ανιστορική εκτίμηση για τον Άρη και το ΕΛΑΣ, που – μεταξύ πολλών άλλων – πρωτοδιαδόθηκε ίσως με τα κείμενα σε εφημερίδες και τα βιβλία του Φοίβου Γρηγοριάδη ήδη από τη δεκαετία του ’50, απογειώθηκε σε διεθνές επίπεδο με τους «Καπετάνιους» του Ντομινίκ Εντ (βιβλίο που διάβασα στ’  αγγλικά στα 18 μου και επηρρέασε για πολλά χρόνια την οπτική μου για ολόκληρη την Εθνική Αντίσταση) και ολοκληρώθηκε με το βιβλίο του Χαριτόπουλου για τον Άρη ως «αρχηγό των ατάκτων» και, το πιο πρόσφατο του, του 2022, αυτό για τους «ατάκτους» του:  Ότι ο οργανωμένος ένοπλος αγώνας στην Κατοχή, που στην ηπειρωτική Ελλάδα ξεκίνησε την Άνοιξη του 1942, ήταν αποτέλεσμα ενός αυθόρμητου λαϊκού κινήματος της αγροτιάς και των ημιπαράνομων κτηνοτρόφων κόντρα στη θέληση της ηγεσίας του ΚΚΕ, που δεν τους εμπιστευόταν και ήταν επικεντρωμένο αποκλειστικά στο κίνημα Αντίστασης στις πόλεις. Που δεν είχε καν σκεφτεί οποιαδήποτε προοπτική ενόπλου αγώνα μέχρι τη ραδιοφωνική ομιλία του Στάλιν, όταν ένα μήνα μετά την επίθεση της ναζιστικής Γερμανίας στη Σοβιετική Ένωση, προέτρεπε τους σοβιετικούς πολίτες, άντρες και γυναίκες, στα κατεχόμενα εδάφη να δημιουργήσουν αντάρτικο πίσω απ’  τις γερμανικές γραμμές.

Όπως καταδεικνύεται από την έρευνα στο βιβλίο, το διαλυμένο από τον Μανιαδάκη στην αρχή της Κατοχής ΚΚΕ αμέσως μετά την ανασυγκρότηση του, που συντελέστηκε μετά τις δραπετεύσεις εξόριστων κομμουνιστικών στελεχών, πριν απ’  όλα από τους 170 περίπου που δραπέτευσαν από Φολέγανδρο, Κίμωλο και Γαύδο, συμπεριέλαβε την προοπτική της ένοπλης πάλης  δημιουργώντας τριμελείς στρατιωτικές επιτροπές, ακόμα και πολύ αρχικά, ακόμα και από την εποχή που όντως δεν εμπιστευόταν ακόμα τ’  αποτελέσματα της. Γι’  αυτό και το κίνημα στην Ελλάδα είχε τελικά ένα μοναδικό χαρακτηριστικό σε σχέση με τις ευρωπαϊκές χώρες με μεγάλα παρτιζάνικα κινήματα: Συνδυασμό της ένοπλης ανταρτικής δράσης – σε μέγεθος το δικό μας αντάρτικο ήταν τέταρτο ανάμεσα στα 5 μεγαλύτερα σε κατεχόμενες χώρες, μετά το Γιουγκοσλαβικό, το Γαλλικό, το Ιταλικό και πριν απ’ το Νορβηγικό – με συγκλονιστικές λαϊκές κινητοποιήσεις στις πόλεις, που είχαν σαν αποτέλεσμα η Ελλάδα να είναι η μοναδική κατεχόμενη χώρα που δεν έστειλε οργανωμένα ούτε ένα εργάτη ή εργάτρια στα πολεμικά εργοστάσια και στην γενικότερη παραγωγική προσπάθεια του Γ’ Ράιχ.

Ο Άρης, αφού πολέμησε τους Γερμανούς ως πυροβολητής, με την κατάρρευση του Μακεδονικού μετώπου κι αφού πρώτα, κόντρα στις εντολές της στρατιωτικής ηγεσίας που είχε υπογράψει την παράδοση της χώρας, αντί να παραδώσει το πυροβόλο του, το κατάστρεψε μαζί με όλη την υπόλοιπη συστοιχία της μονάδας του, καθώς και έξι άθικτα αεροπλάνα που ετοιμάζονταν να παραδώσουν τον εχθρό, είναι από τους ελάχιστους που αντί να κατευθυνθεί στο πατρικό του στη Λαμία, έφθασε στην Αθήνα για ένα και μόνο λόγο: Για να προωθήσει από τις πρώτες μέρες της Κατοχής, πριν ακόμα τη Μάχη της Κρήτης, στο υπό ανασυγκρότηση ΚΚΕ την ιδέα της ένοπλης πάλης. Και έτσι ήταν με εντολή του κόμματος που βρέθηκε το Νοέμβρη του 1941 να περιδιαβαίνει μεταξύ Καισαριανής και βουνών για την προετοιμασία του αντάρτικου μέσω της προετοιμασίας των Κ.Ο. της Ρούμελης, όπως και κατά το πραγματικό ξεκίνημα του – στη Γκιώνα τον Μάιο 1942. Για να δοθεί το πράσινο φως για το ξεκίνημα, είχε παραβρεθεί και πάλι με δική του πρωτοβουλία στην Αθήνα, διακόπτοντας την περιοδεία «προετοιμασίας» στα βουνά, ώστε να είναι «από κοντά» στα μέλη της ανασυγκροτημένης Κ.Ε. του ΚΚΕ όταν αποφάσιζαν, τον Γενάρη 1942 στην 8η Ολομέλεια, για προτεραιότητα της ένοπλης πάλης – για ν’ ακολουθήσει σε απόσταση αναπνοής η Κ.Ε. του ΕΑΜ με παρόμοια απόφαση, που κατάληξε στην Ιδρυτική του Διακήρυξη του ΕΛΑΣ στις 16 Φλεβάρη 1942.  Για να παρθούν αυτές οι αποφάσεις ξόδεψε μεγάλες δυνάμεις συζητώντας με όλους: Από τα στελέχη των Κ.Ο. της Ρούμελης μέχρι κεντρικά στελέχη του αναδιοργανωμένου ΚΚΕ, πείθοντας τους για τη μεγάλη σημασία, την αναγκαιότητα και τη ρεαλιστικότητα του ένοπλου αγώνα. Και στους παραπέρα βασικούς σταθμούς της ένοπλης δράσης του ως Αρχικαπετάνιος φρόντιζε, με τον ένα ή άλλο τρόπο, να είναι πάντα καλυμμένος από κομματική εντολή. Κι αυτό ισχύει και για τις ένοπλες συρράξεις με τον ΕΔΕΣ και τον Ζέρβα, συμπεριλαμβανόμενης και της τρίτης διάλυσης του 5/42 (γιατί στις δυο πρώτες, όπως και στην εκτέλεση του Συνταγματάρχη Ψαρρού, δεν είχε οποιαδήποτε σχέση).

Γενικότερα όμως ο συγγραφέας, αναφερόμενος στα γεγονότα ολόκληρης της ζωής του Άρη από τα 19 του, που πρωτοήρθε σ’  επαφή με το κομμουνιστικό κίνημα, μέχρι τα 36 του, που βρέθηκε στα βουνά της Ρούμελης και της Ηπείρου – και όχι μόνο – αποδεικνύει ότι ο Άρης έφερνε μαζί του στο αντάρτικο μια ολοκληρωμένη 16χρονη εμπειρία ενός Έλληνα κομμουνιστή-στελέχους του Μεσοπολέμου: Έχοντας πρωτοστατήσει σε εργατικούς αγώνες σε διάφορες επαρχιακές πόλεις της Κενρικής Ελλάδας και της Μακεδονίας, όντας γραμματέας της Κ.Ο. σε κάμποσες απ’  αυτές, έχοντας δουλέψει μ’  εντολή του κόμματος ως μεταλλωρύχος αλλά και ως συντάκτης του «Ρ» και επαρχιακών ημιπαράνομων εφημερίδων γύρω στο ’30, έχοντας συμμετάσχει στον ειδικό μηχανισμό της Κ.Ε. του ΚΚΕ για την περιφρούρηση των διαδηλώσεων και την οργάνωση δραπετεύσεων ηγετικών στελεχών, ανάμεσα τους και του Ζαχαριάδη. Έχοντας επίσης πιαστεί και βασανιστεί επανειλλημμένα ο ίδιος, καταδικαστεί κι εκτίσει μικρές ποινές φυλάκισης κι έχοντας περάσει τη στρατιωτική του θητεία καθαιρεμένος και με άγρια βασανιστήρια, ποτίζοντας τηλεγραφόξυλα στο Καλπάκι, όταν έγινε αντιληπτό ότι ήταν ο επικεφαλής του ΑΜΙ (Αντιμιλιταριστικού Κινήματος, μετωπικής οργάνωσης του ΚΚΕ στο στρατό) στη μονάδα του – κι ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε το βαθμό του δεκανέα και είχε επιλεγεί για φοίτηση στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών.

Με άλλα λόγια, ο Άρης του βουνού και πολύ περισσότερο ο Άρης που τελικά από το 1944 διαφώνησε ανοιχτά μέχρι τη ρήξη με τη ηγεσία του Σιάντου, αλλά τελικά και του Ζαχαριάδη, για την πορεία που οδήγησε ένα τέτοιο συγκλονιστικό κίνημα, σαν το ΕΑΜικό, στην παράδοση μέσω των Συμφωνιών του Λιβάνου, της Καζέρτας και της Βάρκιζας, δεν ήταν απλώς ο Αρχικαπετάνιος του ΕΛΑΣ, αλλά ταυτόχρονα και ο Θανάσης Κλάρας, εμπειρότατο στέλεχος του ΚΚΕ και του εργατικού κινήματος.

 

Παρατήρηση δεύτερη, γιατί ο Άρης

πέρασε από την ιστορία στο χώρο του θρύλου

Βεβαίως, πριν απ’  όλα επειδή από στρατιωτική άποψη ήταν εκείνος που έθεσε σε κίνηση το κύμα, καταμεσίς στην Κατοχή, για την εκδίωξη των κατακτητών από τα 4/5 της ηπειρωτικής Ελλάδας, προϋπόθεση για τη δημιουργία γης Ελεύθερης Ελλάδας, όπου με καθολικό δικαίωμα ψήφου αντρών και γυναικών άνω των 18, για πρώτη φορά και με την ψήφο των γυναικών και των νέων ανθρώπων, η χώρα μας απόκτησε για πρώτη και τελευταία μέχρι σήμερα φορά στην ιστορία της μια προωθημένη μορφή πραγματικής λαϊκής διακυβέρνησης.

Επειδή όμως επιπλέον ήταν ο πλέον διακεκριμμένος μεταξύ των ελάχιστων στελεχών του ΚΚΕ και του ΕΑΜ που είχαν από την αρχή καθαρή αντίληψη ότι η γραμμή της εθνικής ενότητας – που σύμφωνα με τον ΓΓ του ΕΑΜ Δημήτρη Χατζή κέρδισε στη βάση οργανώνοντας στην Αντίσταση πολύ πάνω από 1 εκ. Έλληνες, αλλά απέτυχε πλήρως σ’  επίπεδο κομμάτων – συμπεριλαμβάνοντας και τους Άγγλους οδηγούσε: Όχι στη Γιουγκοσλαβοποίηση της μεταπολεμικής κατάστασης, όχι στη χειραφέτηση όσων είχαν τόσο ματώσει για τη λευτεριά. Αλλά στην παράδοση ενός κινήματος, που κυριαρχούσε στις πόλεις και στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της υπαίθρου, στον Βασιλιά που είχε ευλογήσει τη δικτατορία του Μεταξά και ανάμενε στο Λονδίνο και στο Κάιρο την επιστροφή του στην Ελλάδα παραπονούμενος ασταμάτητα στους Εγγλέζους, στον αστικό πολιτικό κόσμο που περίμενε «άκαπνος» να του προσφέρουν πίσω στο πιάτο οι Σύμμαχοι την εξουσία για να τη μοιραστεί ακόμα και με κάποιους συνεργάτες του Κατακτητή, και βεβαίως στον ιμπεριαλισμό της παραπαίουσας Βρετανικής Αυτοκρατορίας με πλήρη παλινόρθωση της εξάρτησης απ’  αυτήν.

Ο Άρης εξάντλησε τα περιθώρια της ιστορικής περιόδου επιχειρώντας να πείσει την κομματική ηγεσία, ξεκινώντας από τους Σιάντο και Ιωαννίδη, ότι δεν πρέπει να υπάρχει οποιαδήποτε εμπιστοσύνη στους Βρετανούς και σε όσα υπόσχονται, πολύ περισσότερο να υπογράφονται μαζί τους συμφωνίες δεσμευτικές για την μεταπολεμική Ελλάδα. Ότι θα ήταν εγκληματικό λάθος από την ΠΕΑΕΑ, την κυβέρνηση του βουνού και τους νέους λαϊκοδημοκρατικούς θεσμούς αυτοδιοίκησης που είχαν ήδη πραγματώσει σε ένα σημαντικό μέρος της Ελλάδας, στην Ελεύθερη Ελλάδα, να περάσουν στη συμμετοχή κάποιων κομμουνιστών υπουργών σε κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας υπό τον γνωστής ταυτότητας Γεώργιο Παπανδρέου, που συγκροτήθηκε στον Λίβανο χωρίς ν’  αντιπροσωπεύει τίποτα – πάνω στα πτώματα των εκτελεσμένων και τους χιλιάδες εκτοπισμένους σε βρετανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης στρατιώτες, ναύτες και αξιωματικούς που συμμετείχαν στο «κίνημα της Μέσης Ανατολής» με βασικό αίτημα την αναγνώριση της ΠΕΑΕΑ. – Και τους οποίους υπό την πίεση των Εγγλέζων αποκήρυξε κακήν-κακώς, χωρίς στην πραγματικότητα να έχει οποιαδήποτε δική της πληροφόρηση γι’ αυτούς, η αντιπροσωπεία του ΚΚΕ που συμμετείχε στη Διάσκεψη του Λιβάνου. –  Ότι θα ήταν καταστροφή, μόλις απελευθερωνόταν η Ελλάδα, η υπαγωγή του ΕΛΑΣ στις διαταγές του Στρατηγού Σκόμπυ, όπως αποφασίστηκε στην Καζέρτα της Ιταλίας. Και τέλος, μετά την ήττα στα Δεκεμβριανά – όπου μ’ ευθύνη της κομματικής ηγεσίας η σύγκρουση για την Αθήνα που προκάλεσε η Αστυνομία του Έβερτ για να βρεθούν γρήγορα ΚΚΕ κι ΕΑΜ μπροστά σε κατά πολύ υπέρτερες Βρετανικές Δυνάμεις, που αποβιβάστηκαν στον Πειραιά ελάχιστα 24ωρα μετά την έναρξη των συγκρούσεων, δόθηκε μόνο με τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ Αθήνας: Φθάνοντας στην Αττική Άρης και Σαράφης εμποδίστηκαν να εισέλθουν στη μαχόμενη πόλη και πήραν, αντίθετα, εντολή από την κομματική ηγεσία να χτυπήσουν τον Ζέρβα στην Ήπειρο – ότι η Συμφωνία της Βάρκιζας για μονομερή παράδοση των όπλων από τον ΕΛΑΣ αντιστοιχούσε με μαζικό αυτοχειριασμό καπεταναίων κι ανταρτών.

Πέντε βδομάδες πριν τη Βάρκιζα, στις 5 Ιανουαρίου 1945, αφού είχαν ρίξει τον Ζέρβα κυριολεκτικά στη θάλασσα (Βρετανικά πλοιάρια πέρασαν τα υπολλείμματα των ανταρτών του στην Κέρκυρα) Άρης και Σαράφης επιστρέφοντας από την Ήπειρο στην Αθήνα συνάντησαν έξω απ’ τη Θήβα τον ηττημένο ΕΛΑΣ και χιλιάδες ΕΑΜίτες που υποχωρούσαν ως πρόσφυγες από την Αθήνα. Εκεί συναντήθηκε με τους Σιάντο, Μάντακα και Ιωαννίδη και, όπως σημειώνει πρωταρχικά ο Πάνος Λαγδάς, που τον συνόδευε,  και ο συγγραφέας, ο Άρης «δεν δίστασε να τους πει ότι «και ο τελευταίος υποδεκανέας θα διεξήγαγε καλύτερα τη μάχη»» της Αθήνας και να προσπαθήσει μάταια να τους πείσει ότι η ένοπλη πάλη πρέπει να συνεχιστεί.

Λίγες μέρες αργότερα, σύμφωνα με τους ίδιους, σε σύσκεψη στελεχών του ΚΚΕ στη Λαμία εξέθεσε τις απόψεις του καταλήγοντας: «Ωρέ, ποιανού είναι το Κόμμα; Είναι προσωπική υπόθεση του Σιάντου και του Ιωαννίδη; Δε βλέπεις ότι προδοθήκαμε και υποταχθήκαμε στους Άγγλους και πως είναι χρέος μας να συνεχίσουμε τον αγώνα;”

Λόγια που στο δικό μου μυαλό παραπέμπουν άμεσα στο ποίημα του Μεσοπολέμου του Μπρεχτ «Εγκώμιο στο Κόμμα»:

«Τι είναι το Κόμμα; Είναι ένα σπίτι με τηλέφωνο;» Για να καταλήξει ότι το Κόμμα «είμαστε εσύ κι εγώ και ο κάθε σύντροφος.»

Καθοδόν προς τα σύνορα με την Αλβανία, όπου πορευόταν με τη λαθεμένη αντίληψη ότι το ΚΚΕ είχε τελικά συμφωνήσει με την πρόταση του να συναντηθεί με μέλη των ηγεσιών των γειτονικών ΚΚ και να τους εξηγήσει τις απόψεις του, γράφει το περίφημο κείμενο «Προς όλα τα μέλη της ΚΕ του ΚΚΕ», το οποίο παρατίθεται ολόκληρο στο βιβλίο. Μεταξύ άλλων ο Άρης αναφέρει: «Όπως πιστεύω θα έχετε πια πειστεί κι εσείς τώρα πως οι Έλληνες αντιδραστικοί και οι Άγγλοι κατακτητές δεν έχουν καμιά πρόθεση να εφαρμόσουν έστω κι αυτή την ετεροβαρή, επιζήμια στα συμφέροντα του λαού μας και μη δίδουσα καμιά εγγύηση – ομολογία δική σας – για το σεβασμό των ελευθεριών του λαού μας συμφωνία της Βάρκιζας… Πρόθεση τους είναι: Όχι να συμβάλλουν σε προσπάθεια για ομαλή εξέλιξη της πολιτικής ζωής του τόπου ή έστω ν’  ανεχθούν απλώς τη δική σας προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση, αντίθετα να οργανώσουν και να διεξάγουν με πλεονεκτικές γι’  αυτούς συνθήκεςτον εμφύλιο πόλεμο με όλα τα μέσα… Η Σ.Ε. θα μπορούσε να επέμβει «ενεργότερα», όπως, δεν αποκλείεται κι αυτή η Αμερική, αν εμείς – εσείς, δηλ. – ήσασταν ικανοί να δημιουργήσετε στην Ελλάδα διαφορετική κατάσταση, ανάλογη περίπου με της Γιουγκοσλαβίας και ίσως και καλύτερη, με μια ορθή και συνεπή πολιτική και όχι γεμάτη «αριστερά» και δεξιά οπορτουνιστικά λάθη στα βασικότερα προβλήματα της χώρας. Οι δυνατότητες υπήρχαν όλες για μια τέτοια πολιτική και για δημιουργία μιας τέτοιας διαφορετικής κατάστασης στη χώρα μας.»

Ότι υπήρχαν αυτές οι δυνατότητες μέχρι την τελευταία στιγμή φαίνεται κι απ’  ότι σε όλες τις συνεδριάσεις του Βρετανικού Αυτοκρατορικού Στρατιωτικού Επιτελείου και του Βρετανικού Υπουργικού Συμβουλίου από τον Ιούλιο μέχρι και τον Σεπτέμβριο 1944 συζητείται θέμα «Ελλάδα»: Πως θα μπορέσουν να εγκαταστήσουν την Ελληνική Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας – από την οποία στο μεταξύ είχε αποχωρήσει το ΚΚΕ για να επανέλθει παραμονές της Απελευθέρωσης – στην Πελοπόννησο, κι από κει να επιχειρήσουν να την προωθήσουν προς την Αθήνα. Τον Σεπτέμβριο, η συζήτηση μετατοπίζεται – τώρα προβλέπεται εγκατάσταση της στη Θεσσαλονίκη, κι από κει προώθηση προς Αθήνα. Μόνο τον Οκτώβρη και συο παραπέντε, όταν οι Υπουργοί του ΚΚΕ επιστρέφουν στην κυβέρνηση, κάθε σχετική συζήτηση και στα δύο όργανα τερματίζεται: Ο δρόμος για εγκατάσταση της κυβέρνησης του Καίρου στην Αθήνα είναι πλέον ορθάνοιχτος.

Πέρα από αυτό το κύκνειο κείμενο του Άρη προς την ΚΕ του ΚΚΕ, στο βιβλίο υπάρχει ολόκληρη η πραγματικά ιστορική ομιλία του μετά την απελευθέρωση της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Λαμίας, από τον ΕΛΑΣ, δύο μέρες μετά την Απελευθέρωση της Αθήνας. Σε αυτή την ομιλία του μ’  ένα πραγματικά εξαιρετικά επιδέξιο τρόπο ο Άρης σχετίζει τις πατρογονικές μνήμες από την Επανάσταση του 1821 και το τι επακολούθησε με το τι πρέπει να γίνει σήμερα – κι έμμεσα, την πάλη ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία με τη πάλη ενάντια στη Βρετανική. Έτσι ώστε να μπορεί να καταλάβει και να πειστεί ο καθένας απ’  τους χιλιάδες συμμέτοχους στη συγκέντρωση από την ίδια του την προσωπική γνώση και πείρα για τα καθήκοντα των καιρών.

Παρατήρηση τρίτη, ο Άρης και οι Εγγλέζοι

Ο Άρης είχε σωστά διαβάσει την ιστορία εν τω γίγνεσθαι από τις εκδηλώσεις της. Αγνοούσε, όπως κι η ηγεσία του ΚΚΕ, αυτά που ξέρουμε τώρα, κυρίως από όσα κείμενα τηλεγραφημάτων του FO και από το όποιο περιεχόμενο των φακέλων της SOE έχουμε πρόσβαση, καθώς έχει καταστραφεί το 80% το σχετικό με την Ελλάδα. Η SOE, η Διεύθυνση Ειδικών Επιχειρήσεων, είναι η μοναδική Βρετανική μυστική υπηρεσία που έχει «ανοίξει» αυτό το, «πολυκοσκινισμένο» ως προς το περιεχόμενο τους, 20% των φακέλων της που έφτασαν μέχρι τις μέρες μας, ίσως επειδή ήταν η υπηρεσία για κατασκοπία και σαμποτάζ που ίδρυσε ο Τσώρτσιλ το 1940 ειδικά για τον πόλεμο, με στόχο τη δημιουργία αντάρτικου και δολιοφθορών πίσω από τις εχθρικές γραμμές στην Κατεχόμενη Ευρώπη και Ασία – και διαλύθηκε κατευθείαν αρχές 1946.

Ο Άρης ήδη από την εποχή του Γοργοπόταμου, έχοντας σωστά διαγνώσει τους στόχους της Βρετανικής πολιτικής για την Ελλάδα, απόφευγε όσο μπορούσε οποιαδήποτε επαφή με τους Βρετανούς αξιωματικούς της SOE που είχαν σταλεί ως σύνδεσμοι του Στρατηγείου της Μέσης Ανατολής με τον ΕΛΑΣ, τον ΕΔΕΣ και το 542, καθώς και με την ΕΟΚ κ.α. μικρότερες ανταρτικές ομάδες στην Κρήτη, και ως τεχνικοί για σαμποτάζ. Και μόνο στην ηπειρωτική Ελλάδα έφταναν προς το τέλος, μαζί και με τους Έλληνες διερμηνείς τους, τα 80 άτομα, οι περισσότεροι στα πόδια του Αρχηγείου του ΕΛΑΣ. Τ’  ότι ο Άρης τους απόφευγε από μια άποψη είναι κρίμα, γιατί αλλιώς θα ήταν μάλλον ο μόνος σε θέση  να διακρίνει – και ίσως να αξιοποιήσει οξύνοντας τις – τις αντιθέσεις που υπήρχαν ανάμεσα στο πολιτικό σκέλος του Βρετανικού κράτους, την κυβέρνηση όπως εκφραζόταν από το FO (το Βρετανικό ΥΠΕΞ) από τη μια και την SOE από την άλλη.

Όλοι ήταν βαμμένοι αντικομμουνιστές, ωστόσο οι απόψεις τους διέφεραν ανάλογα με ποια συμφέροντα της Βρετανικής πολιτικής για την Ελλάδα θεωρούσαν ότι είχαν προτεραιότητα την κάθε ιστορική στιγμή: Για να χρησιμοποιήσω την ορολογία των φακέλων τους, όλες οι συγκρούσεις μεταξύ FO και SOE είχαν επίκεντρο ποιοι στόχοι θα έπρεπε να έχουν προτεραιότητα: Από τη μια ζυγίζονταν «οι  άμεσοι πολεμικοί μας στόχοι, που είναι η αγκίστρωση όσο γίνεται περισσότερων Γερμανικών στρατευμάτων (και για την επιτυχία της παραπλανητικής «Επιχείρησης Animals», για να καλυφθεί ότι η απόβαση θα γινόταν όχι στην Ελλάδα, αλλά στη Σικελία) μέσω των ανταρτικών δυνάμεων στην Ελλάδα, και αυτό θα ισχύει μέχρι την αποχώρηση και του τελευταίου Γερμανού». Γι’  αυτό και οι Εγγλέζοι πράκτορες απεύφευγαν κάθε προπαγάνδα  υπέρ του ελάχιστα δημοφιλούς Γεωργίου του Β’, που θεωρούνταν υπεύθυνος για τη δικτατορία του Μεταξά. Από την άλλη, οι «μεταπολεμικοί στόχοι μας για επιστροφή του Βασιλιά και των ανάλογων κυβερνήσεων» ως λύση που εξασφαλίζει με τον καλύτερο τρόπο μακροπρόθεσμα τα συμφέροντα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας στην Ελλάδα. Ας σημειωθεί ότι επειδή ο Γεώργιος ο Β’ θεωρούνταν μέλος της Βρετανικής Βασιλικής Οικογένειας, η αίσθηση των Βρετανών ήταν ότι η επιστροφή του θα σημάνει ότι επικεφαλής της Ελλάδας βρίσκεται ένας Εγγλέζος Βασιλιάς.

Γι’  αυτό και το Αγγλικό Επιτελείο, όπως και το Βρετανικό Υπουργικό Συμβούλιο σε αναρίθμητες συνεδριάσεις τους στη διάρκεια του πολέμου συζητούσαν και λογομαχούσαν αν έχει πλέον εκμηδενιστεί η «πολεμική αξία» του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, όπως αρχίζει να υποστηρίζει ήδη από το 1943 το FO του ΥΠΕΞ Άντονι Ίντεν, άρα ο ΕΛΑΣ και το ΕΑΜ μπορούν πλέον να καταγγελθούν, να χτυπηθούν ανοιχτά και ν’  απομονωθούν. Ή αν διατηρεί ακόμα μια τέτοια αξία,  όπως υποστήριζαν SOE και στρατός, άρα θα πρέπει να συνεχιστούν οι επαφές και οι σχέσεις μαζί του. Κάποιες φορές – κι όχι μια και δυο – ο Τσώρτσιλ έτεινε πιο ευήκουο ους στους ισχυρισμούς του FO, και τότε αποφασίζονταν η τελική ρήξη με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ – μόνο για να το αναβάλλουν υπό τη συνεχιζόμενη πίεση SOE και στρατού… Αυτά μέχρι το 1944, οπότε η στρατηγικά αναγκαία μέχρι τότε οργάνωση του ΕΛΑΣ αναγνωρίζεται πλέον ως στρατηγικός κίνδυνος και από τα «δύο μέρη».

Είναι αξιοσημείωτο πάντως ότι στην τελική Γενική Έκθεση της SOE για την Ελλάδα, γραμμένη τον Ιούνιο του 1945, αναφέρεται ότι ο βασικός λόγος που η SOE δεν μπόρεσε να προωθήσει περισσότερο τις Βρετανικές θέσεις μέσα στην Ελληνική κοινωνία ήταν ότι «στο ερώτημα που μας έκαναν τελικά όλοι αν μεταπολεμικά θα είναι ελεύθεροι ν’  αποφασίσουν μόνοι τους για το καθεστώς που θα υπάρχει στην Ελλάδα, δεν μπορούσαμε ν’  απαντήσουμε καταφατικά».

Παρατήρηση τέταρτη, οι Εγγλέζοι και ο Άρης

Στην έκθεση του για τον Γοργοπόταμο του Σεπτέμβρη 1943 ο Άμερικανός Ταγματάρχης Έντι Μάγιερς, επικεφαλής όχι μόνο της μονάδας σαμποτέρ που κατάστρεψε την σιδηροδρομική γέφυρα αλλά και, μέχρι το φθινόπωρο του 1943, επίσης της Αποστολής της SOE στα Στρατηγεία του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ στην ηπειρωτική Ελλάδα, γράφει για την περίοδο αμέσως μετά την άφιξη του στα βουνά της Ρούμελης πηδώντας με αλεξίπτωτο ένα χρόνο πριν: «Έστειλα συνδέσμους προς πάσα κατεύθυνση αναζητώντας αρχηγούς των ανταρτών. Άκουσα για κάποιον απ’  αυτούς, έναν ΑΡΗ, που όπως μου ανέφεραν, γύρναγε από χωριό σε χωριό με μια ομάδα άλλων 50, δίκαζε διαφορές ανάμεσα στους χωριανούς, εκτελούσε τους γελαδοκλέφτες και ήταν εξαιρετικός μαχητής. Αλλά όλες οι προσπάθειες μου ν’  αποκτήσω επαφή μαζί του απέτυχαν.» [Γι’  αυτές τις περιπέτειες του Άρη, στο ξεκίνημα του αντάρτικου, γράφει ο συγγραφέας στο βιβλίο του.]

Ο Έντυ – που λίγο μετά απ’  αυτή την Έκθεση δε θα του επέτρεπαν να επιστρέψει στην Ελλάδα και τον αντικατάστησαν, αφού το FO τον κατηγόρησε άδικα ότι «έκανε πλάτες στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ», με τον Υποδιοικητή του Κρις Γουνχάουζ, ο οποίος είχε το προνόμιο να τον καλεί για ιδιωτική ενημέρωση στο αρχοντικό του ο Τσώρτσιλ – δε λέει τα χειρότερα για τον Άρη.

Το πρώτο μισό του 1943, βέβαια, οι εκτός Ελλάδας Εγγλέζοι μπορεί να ήξεραν πλέον αρκετά για το ΕΑΜ, ελάχιστα ωστόσο ακόμα για τον Άρη. Στις 29.04.1943 ένας άνθρωπος του FO, o Γουάιην από την Βρετανική Πρεσβεία στην Ελλάδα που τότε στεγαζόταν στο Κάιρο, ενημερώνει τον Συνταγματάρχη Τάμπλιν, επίσης στο Κάιρο, ζητώντας ένα σχόλιο του, ότι ο Πρωθυπουργός της εξόριστης Ελληνικής Κυβέρνησης Τσουδερός του δήλωσε ότι θα έπρεπε να είναι ανεπιθύμητη η βοήθεια των Εγγλέζων προς τον Άρη: «Μου είπε ότι τον θεωρεί κομμουνιστή και ότι έχει μορφωθεί στη Μόσχα.» Ο Τάμπλιν απαντά στις 4 Μαίου. Του γράφει ότι άργησε ν’  απαντήσει επειδή προσπαθούσε να συγκεντρώσει στοιχεία για τον Άρη. Απ’ τα στοιχεία αυτά συμπέρανε ότι ο Τσουδερός θα πρέπει ν’  αναφέρεται σε άλλο πρόσωπο, γιατί ο Άρης για τον οποίο τον ενημέρωσαν δε επιδεικνύει κανένα σύμπτωμα πεπεισμένου κομμουνιστή κι επιπλέον είναι αυτός που απ’  όλους τους αντάρτες έχει δώσει τη μεγαλύτερη βοήθεια στους Εγγλέζους στην Επιχείρηση Γοργοπόταμος και σε κάποιες άλλες. Υπόσχεται ωστόσο να μάθει περισσότερα.

Ένα χρόνο αργότερα οι Βρετανοί στο Κάιρο δε χρειάζεται να ρωτήσουν για το ποιος είναι ο Άρης. Στις 29 Ιουνίου 1944 ο Βρετανός Αρχιστράτηγος διαβάζοντας την αναφορά του Αντισυνταγματάρχη Μπαρνς για την κατάσταση στην Ελλάδα, αποστέλλει ερώτημα για το αν θα ήταν δυνατόν είτε να βγάλουν απ’  τη μέση τον Άρη ή να τον απαγάγουν, «όπως κάναμε με τον Στρατηγό Κράιπε». Στον Αρχιστράτηγο απαντά 3 μέρες αργότερα με χειρόγραφο σημείωμα του ο Κρις Γουντχάουζ βάζοντας τα πράγματα στη θέση τους: Αν τον βγάλουν από τη μέση, θα τον κάνουν μάρτυρα. «Ακόμα κι αν ο Άρης πέθαινε από πραγματικό ατύχημα, στη δική μας πόρτα θ’  απευθύνονταν για το λογαριασμό.» Η συμβουλή του Κρις είναι «να μην γίνει οποιαδήποτε ενέργεια» (“no action”).

Αυτό γίνεται δεκτό στις 4 Ιουλίου του 1944 (ο Άρης βρίσκεται στην Πελοπόννησο), αλλά ο εκπρόσωπος του Αρχιστράτηγου ζητά να έχουν πάντα στο νου αυτή τη δυνατότητα και να την επαναφέρουν κατευθείαν για συζήτηση αν κάποιος θεωρήσει στο μέλλον ότι είναι δυνατόν κι επιθυμητό να τον βγάλουν απ’  τη μέση. Τίτλος του τηλεγραφήματος είναι ακριβώς αυτό: “Disposal of Aris Velouhiotis”.

Στις 2 Δεκεμβρίου 1944, μέρα που στην Αθήνα ξεσπούν τα Δεκεμβριανά, στο Κάιρο από το Επιτελείο του 3ου Σώματος Στρατού απευθύνουν στην Δύναμη 133 (Force 133, άλλο ένα όνομα για τη SOE Μέσης Ανατολής) αίτημα ν’  ανοίξει ένας φάκελος για τον Άρη με καταθέσεις όλων των Βρετανών πρακτόρων που τον είχαν γνωρίσει προσωπικά με το ερώτημα της δίωξης του ως «εγκληματία πολέμου». Ο φάκελος περιέχει 10 τέτοιες «καταθέσεις». Ο πιο γνωστός από τους δέκα είναι ο (τελικα) Συνταγματάρχης Μαρίνος, ελληνοβρετανός της αρχικής αποστολής του Κάιρου για τον Γοργοπόταμο και μεταπολεμικά συγγραφέας του δίτομου έργου «Η τραγωδία της Εθνικής Αντίστασης 1941-1944»(!),  ο οποίος ισχυρίζεται ότι ο Άρης τον συνέλαβε, τον κράτησε αρκετό καιρό και τον βασάνισε. (Από μαρτυρίες ανταρτών ξέρουμε μόνο ότι τον χαστούκισε δημόσια.) Οι περισσότεροι πράκτορες της SOE αναφέρουν ότι τους είχε συλλάβει και δείρει ενώ βρίσκονταν μ’  επίσημη ιδιότητα στο Αρχηγείο του ΕΛΑΣ, ενώ όλοι περιγράφουν με τα πιο μελανά χρώματα ιστορίες σαν αυτές στις οποίες αναφέρονται λίγο-πολύ όσοι έζησαν μαζί του – π.χ. προσωπικά πρωτοδιάβασα για τις μεθόδους  ανάκρισης του Άρη μαθήτρια Δημοτικού στο βιβλίο του Νικηφόρου «Αντάρτης στα Βουνά της Ρούμελης» και στο εξαιρετικό βιβλίο του Κοτζιούλα με τις αναμνήσεις του για τον  Άρη -, στις οποίες επίσης αναφέρεται ο συγγραφέας του παρόντος βιβλίου. Πώς ανάκρινε δημόσια με μαστίγωση, πολλές φορές κι ο ίδιος, ζωοκλέφτες, άλλους κλέφτες και ύποπτους για προδοσία, άντρες  και γυναίκες, ενώ στη συνέχεια τους εκτελούσε, κάποιες φορές επίσης ο ίδιος – και πάντα δημόσια. Ο Εγγλέζος που υποτίθεται ότι τον ξέρει καλύτερα, καθώς ήταν ο προσωπικός του σύνδεσμος με την SOE επί ένα 3μηνο το 1943 και τον ακολουθούσε στα Βουνά, κάποιος Λοχαγός Μπάρκερ, τον περιγράφει ως έξυπνο, γενναίο, ιδιαίτερα ευχάριστο σε προσωπική συζήτηση – «και αναμφίβολα σαδιστή». Ο φάκελος με τις «καταθέσεις» ολοκληρώθηκε μέχρι τον Φεβρουάριο 1945, αλλά ή δεν πρόλαβαν ή αποφάσισαν προς το παρόν να μην τον παραδώσουν στις ελληνικές αρχές για άσκηση δίωξης – και η αυτοκτονία του περικυκλωμένου Άρη στις 18 Ιουνίου 1945 έστειλε το φάκελο οριστικά στα αρχεία μιας υπηρεσίας, που μετρούσε έτσι κι αλλιώς τους τελευταίους μήνες ζωής της όντας ήδη σε διαδικασία αυτοδιάλυσης.

Παρατήρηση πέμπτη και τελευταία, σχετικά

με αυτή τη δημόσια συμπεριφορά του Άρη

Κι αν, στην περίπτωση των Άγγλων, «οι άτιμοι μιλάνε για τιμή», είναι αναμφίβολο ότι με σημερινά κριτήρια κάτι τέτοιο, και μάλιστα από έναν κομμουνιστή ηγέτη, δε θα ήταν ανεκτό. Στην πραγματικότητα, ούτε τότε ήταν, και είχε συνέχεια πάνω απ’  το κεφάλι του να του βάζει θέματα «για ακρότητες» ο ένας ή ο άλλος σύντροφος του από την ηγεσία του ΚΚΕ. Ξέρουμε καλά ότι δεν ήταν σαδιστής. Υπάρχει μια απλή εξήγηση για την επίδειξη μιας τέτοιας σκληρότητας: Σε απόσπασμα της ιστορικής ομιλίας του στη Λαμία με τίτλο «Η ύπαιθρος αναπνέει», αναφέρει ότι: «Οι χωριάτες είχανε δει για πρώτη φορά το θάμα ν’  αφήνουν τα πράματα τους έξω χωρίς να τα πειράζει κανείς. Η ζωοκλοπή είχε καταργηθεί στην ύπαιθρο και η ασφάλεια της ζωής και της περιουσίας ποτέ δεν ήτανε σε τέτοιο σημείο. Ήτανε θαύμα αυτό; Όχι. Αλλά για πρώτη φορά το χωριό γνώρισε την εξουσία, η οποία βγήκε για να χτυπήσει την εσχάτη προδοσία, το έγκλημα, τη ζωοκλοπή κλπ και να εμπεδώσει την ασφάλεια».

Ας θυμηθούμε ότι για να διαμορφωθεί  μια τέτοια πραγματικότητα και να δημιουργηθεί γενικευμένα αυτή η αίσθηση ασφάλειας, ο Άρης επέλεξε, κόντρα στις ικεσίες ακόμα και της αγροτικής οικογένειας που τον είχε καταγγείλει, να εκτελεστεί δημόσια ένας νεοπροσελθείς πεινασμένος (όπως κι όλη η αντάρτικη ομάδα) νεαρός αντάρτης, που είχε κλέψει μια κότα για να τη φάει – μια ιστορία που καταγράφεται σε δεκάδες βιβλία προσωπικών μαρτυριών και μεταφέρεται ακόμα σήμερα μέσω της προφορικής παράδοσης εμπλουτιζόμενη και εξελισσόμενη συνεχώς. Ή ας θυμηθούμε τη δημόσια εκτέλεση τελικά των πέντε «πρωταίτιων» απ’  τους 20 πρώην φυγόδικους (ομάδες Αγοριδέα καιΤζιαβάρα), που ενώ είχαν προσχωρήσει στον ΕΛΑΣ και αμνηστευθεί για τα «προηγούμενα» τους, εκμεταλλεύτηκαν την απουσία του Άρη στην Ήπειρο για συνομιλίες με τον Ζέρβα για να καταληστέψουν μια σειρά χωριά, αρπάζοντας από τρόφιμα και κοσμήματα μέχρι γυναικεία εσώρρουχα, κουβέρτες και κοστούμια – και τροφοδοτώντας την προπαγάνδα των κατακτητών στην Αθήνα περί ΕΛΑΣ που πλιατσικολογεί και βιάζει.

Ο Άρης θεωρεί ότι προϋπόθεση για να κερδηθεί ο λαός στην ύπαιθρο με τη λαοκρατία είναι αυτή η ασφάλεια. Ότι δεν υπάρχει άλλος, πιο σύντομος, δρόμος από την παραδειγματική δημόσια τιμωρία, που θα καταλήξει στην εκτέλεση, για να τερματιστεί η συνήθης κατάσταση λησταναρχίας στην ύπαιθρο. Και ο λόγος που και ο ίδιος παίρνει το μαστίγιο στο χέρι του ή τραβάει το περίστροφο είναι όχι επειδή το απολαμβάνει, αλλά επειδή το απαιτεί απ’  τους αντάρτες του. Και από την αρχή τους έχει εξηγήσει ότι δε θα τους ζητήσει ποτέ τίποτα που να μην είναι έτοιμος να το κάνει κι ο ίδιος.

Ουσιαστικά πρόκειται για το διάχυτο την περίοδο εκείνη «πιστεύω», που πλήρωσε ακριβά π.χ. στις Δίκες της Μόσχας, αλλά και αργότερα, το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα, που εκφράζεται με το motto «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Σήμερα ξέρουμε ότι ένα σκοπός που επιτυγχάνεται με οποιοδήποτε μέσο κινδυνεύει από την ίδια την κουλτούρα που τον εξασφάλισε. Σήμερα τουλάχιστον θα πρέπει να έχουμε την πεποίθηση ότι ο σκοπός ΔΕΝ αγιάζει τα μέσα.

Κατεβάζοντας τον Άρη από την αχλύ του θρύλου στο επίπεδο του ανθρώπου, ο συγγραφέας του βιβλίου κι εμείς ξέρουμε ότι απέναντι στη γενική ανεπάρκεια της ηγεσίας του ΚΚΕ για αποτελεσματική αντιμετώπιση των σχεδίων του Εγγλέζικου ιμπεριαλισμού και της ντόπιας αντίδρασης κατά το πέρασμα από το στάδιο της Εθνικής Αντίστασης, όπου το ΚΚΕ μεγαλούργησε και αναγεννήθηκε μέσα απ’  τις στάχτες του, στο στάδιο της χειραφέτησης και από τους Συμμάχους του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, στη φάση της λαοκρατίας – είχε ένα σπάνιο χάρισμα: Να διαβάζει καθαρά τα μηνύματα των καιρών του και να μπορεί να τ’  αναλύει καθορίζοντας την αναγκαία δράση. Ως προς τις μεθόδους, δεν μπόρεσε να κάνει τη ρήξη με τις πρακτικές του καιρού του, έκανε όμως δημόσια όσα οι αντίπαλοι ακολουθούσαν εν κρυπτώ. Ωστόσο δεν κατάφερε να πείσει την ηγεσία του ΚΚΕ και κατ’  επέκταση τις μεγάλες μάζες του ΚΚΕ και του ΕΑΜ για το δρόμο που έπρεπε ν’  ακολουθήσουν, κι έτσι βρέθηκε μόνος μπροστά στο θάνατο. Και πάλι πολέμησε επί 8 ώρες το απόσπασμα που τους καταδίωκε, κι ας  ήταν σε αναλογία ένας προς δέκα. Αυτοκτόνησε όταν ήταν πια κυκλωμένος από παντού, όταν βρέθηκε «στα γουναράδικα», όπως το είχε πρωτοπροβλέψει για τους αγωνιστές φεύγοντας πικραμένος για την Πελοπόννησο – και πολύ περισσότερο μετά τη Βάρκιζα.

Ο Άρης είναι ο Ρήγας του κινήματος της Αντίστασης, ένας Ρήγας που κρατάει όχι πένα, αλλά όπλο και φυσεκλίκια. Ο Αλεξάτος έχει δίκιο, όταν διαπιστώνει ότι έριξε σπόρο που κάποια στιγμή θα καρπίσει. Πολύ περισσότερο, όταν μπαίνοντας στην τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα τον επικαλούνται σήμερα στις διαδηλώσεις και στα συνθήματα τους παιδιά αγέννητα πολύ περισσότερο από μισό αιώνα πριν.

Μάνος Χατζιδάκις. Στο editorial του περιοδικού «Το Τέταρτο», τεύχος 3, Ιούλιος 1985, έγραφε:

«Τα παιδιά της γαλαρίας» είναι μια φημισμένη ταινία του Καρνέ. Τα δικά μας παιδιά της γαλαρίας είναι κάπως διαφορετικά (…). Τα όνειρα σε τούτα τα παιδιά υπήρξαν κυρίαρχα, σημαντικά και διαψευσμένα.

Στον καιρό της Κατοχής τα μετέπειτα παιδιά της γαλαρίας ζούσαν απάνω στη σκηνή και παίζανε το ρόλο τους, τον όποιο ρόλο τους, έστω και τον πιο μικρό, με αυταπάρνηση, με το αίμα τους, με τη ζωή τους, χωρίς καιροσκοπισμό και ιδιοτέλεια, χωρίς προοπτική ανταλλάγματος. Μ’ ένα μονάχα στόχο, την επαλήθευση ενός επίμονου ονείρου. Και ήταν το όνειρο για μια ελεύθερη ζωή σχηματισμένη μακριά από απάνθρωπους νόμους, από ανάλγητους κρατικούς μηχανισμούς, από εξορίες και φυλακές και εκτελέσεις. Τίποτα δεν έγινε αλήθεια. 

Μετά τον πόλεμο κυβέρνησαν τον τόπο ξανά φθαρμένοι άνθρωποι, ανίκανοι να συλλάβουν έστω και στο ελάχιστο απ’ ότι γεννιόνταν κείνο τον καιρό κι αναρριγούσε ολόκληρο τον κόσμο. 

Εάν μας λέγαν τότε μερικά από τα ονόματα που κυβερνήσανε κατόπιν ότι θα ξανάβγαιναν στην πολιτική σκηνή να διαφεντέψουνε τη χώρα μας, θα γελούσαμε δίχως τελειωμό με την καρδιά μας. Γιατί πιστέψαμε βαθιά μέσα μας πως όλα αυτά τα ονόματα ήσαν φαντάσματα του παρελθόντος, απόντα στα δύσκολα χρόνια που περνούσαμε, για πάντα απόντα από τον τόπο.

Κι όμως συνέβη αυτό. Ξανάρθανε τα φαντάσματα κι αρχίσαν να πλαστογραφούν γι’ άλλη μια φορά την ελληνική ιστορία. Και τα παιδιά που πολεμήσανε κι ονειρευτήκανε, γίναν παιδιά της γαλαρίας, όσα δεν διώχτηκαν και δεν εξαφανίστηκαν στις φυλακές και στα ξερά νησιά του Αιγαίου. (….)

Τα παιδιά της γαλαρίας δεν ήσαν φαύλα, δεν ήσαν χίτες, δεν ήσαν ανώμαλοι με τον φασισμό στο ’να πλευρό τους. Δεν συμβιβάστηκαν με τους νικητές Γερμανούς, δεν υπήρξαν «πατριώτες» με το περιεχόμενο του χωροφύλακα και του μπράβου. Είχαν τη σκέψη όργανο, τα μάτια υγρά κι ακούραστα να βλέπουνε τον κόσμο και την ψυχή παρθενική και απροσάρμοστη στη μεταπολεμική ελληνική αθλιότητα. Τα Δεκεμβριανά δεν ήταν αντίδραση κομμουνιστών (…).

Ήταν η αγανάκτηση των παιδιών της γαλαρίας που βλέπαν τους συντρόφους τους και τα όνειρά τους στα φέρετρα, από σφαίρες που ρίξαν δοσίλογοι και φασίστες, φορώντας γαλάζιους μανδύες εθνικοφροσύνης. Και όλα αυτά τα ελληνικά αποβράσματα με την επίσημη υποστήριξη του νεαρού τότε κράτους, είχανε ένα εχθρό: την ψυχή των παιδιών της γαλαρίας.

Εκατομμύρια ελληνικά παιδιά που πιστέψαν στην απελευθέρωση, αλλά βρέθηκαν ευθύς αμέσως απέναντι στον ίδιο χωροφύλακα, στο ίδιο δικαστή, στα ίδια ανάλγητα αρμόδια πρόσωπα που αντιμετώπιζαν πριν λίγο κιόλας χρόνο, όταν ακόμη υπήρχαν Γερμανοί. Και θέλησαν, πριν αποκλειστούν στη γαλαρία τους, να διαμαρτυρηθούν κραυγάζοντας για τελευταία φορά. Κι ύστερα να σωπάσουν – σαράντα χρόνια τώρα (σαράντα χρόνια τα περιέχω μέσα μου και τα δουλεύω για να τα πω κάποια φορά)…”