Με το σκάνδαλο των υποκλοπών στην ημερήσια διάταξη πώς διαμορφώνονται οι πολιτικές εξελίξεις και η κρίση της ΝΔ?

Το σκάνδαλο των υποκλοπών είναι ένα από τα μεγαλύτερα, αν όχι το μεγαλύτερο, σκάνδαλο της μεταπολίτευσης. Έχει πολλαπλές όψεις: η πρώτη είναι το στήσιμο ενός παρακρατικού μηχανισμού συνεργασίας της ΕΥΠ με επιχειρηματικά κέντρα για τον έλεγχο του πολιτικού συστήματος και των επιχειρηματικών ανταγωνισμών. Ο μηχανισμός αυτός στήθηκε υπό την καθοδήγηση του Μεγάρου Μαξίμου και υπό την πλήρη εποπτεία του πρωθυπουργού, όπως αποδεικνύεται από τις άοκνες προσπάθειες της κυβέρνησης να νομιμοποιήσει αυτό τον μηχανισμό και να αποτρέψει την πλήρη αποκάλυψη του σκανδάλου. Πολιτικός στόχος αυτού του παρανοϊκού σε έκταση συστήματος ήταν ο έλεγχος του συστήματος εξουσίας για να αποφευχθεί κάθε απόκλιση από την πλήρη και ελεγχόμενη προώθηση των μεταρρυθμίσεων που αποσκοπούν στο τέλος της μεταπολίτευσης, δηλαδή στο τέλος της δυνατότητας των λαϊκών στρωμάτων της χώρας να επιδρούν στις πολιτικές εξελίξεις, αλλά και για να ελεγχθούν χρηματοδοτικές ροές και μεγάλες επιχειρηματικές συμφωνίες. Ο πόλος εξουσίας Μητσοτάκη θεωρεί ότι είναι ο μόνος που μπορεί να εξισορροπεί τις διαφορετικές, αλλά συγκλίνουσες, πολιτικές τάσεις και τους οικονομικούς ανταγωνισμούς, για να μην δημιουργηθούν ρήγματα σαν αυτά που οδήγησαν στην περίοδο 2010-2015, ενόψει και των βουλευτικών εκλογών υπό το σύστημα της απλής αναλογικής. Την γενική αυτή κατεύθυνση στήριξαν όλες οι τάσεις μέσα στην ΝΔ (με προεξάρχουσες τις ακροδεξιές), το ακραίο κέντρο και η συντριπτική πλειοψηφία του ΚΙΝΑΛΛ και βέβαια τα κυρίαρχα επιχειρηματικά συμφέροντα που προώθησαν την απόλυτη υποστήριξη της κυβέρνησης από τα ΜΜΕ. Φυσικά αυτό που αποδεικνύεται είναι ότι σε ένα καθεστώς αυταρχισμού και άρσης των δημοκρατικών ελευθεριών βρέθηκαν παρακολουθούμενοι και όσοι στήριξαν τον Μητσοτάκη, με αποτέλεσμα τον κλυδωνισμό του κυβερνητικού κέντρου. Η δεύτερη όψη του σκανδάλου είναι η προσπάθεια απόκρυψής του (που οδήγησε στην πλήρη απαξίωση των κοινοβουλευτικών διαδικασιών με την επίκληση ενός μη υφιστάμενου απορρήτου) και η προσπάθεια νομιμοποίησής του με το πραγματικά πανάθλιο νομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή. Η τρίτη όψη είναι η τερατώδης διεύρυνση του αριθμού των παρακολουθούμενων για λόγους εθνικής ασφαλείας, η οποία βέβαια δεν ξεκίνησε από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, αλλά διογκώθηκε κατά τη διάρκεια όλης της μνημονιακής περιόδου, της κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ συμπεριλαμβανομένης
Η γνώμη μας είναι ότι η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να απορροφήσει τους κλυδωνισμούς από την αποκάλυψη του σκανδάλου, με τον Μητσοτάκη να προσπαθεί να κρατηθεί λυσσαλέα στην εξουσία (κάνοντας φυσικά διάφορες επιχειρηματικές και πολιτικές συναλλαγές). Εάν δεν υπάρξει λαϊκή κινητοποίηση που να απαιτήσει την πτώση της κυβέρνησης των κοριών είναι πιθανόν και να το πετύχει, ιδίως ενόψει της διαχείρισης των χρημάτων από το Ταμείο Ανάκαμψης. Είναι εντελώς εσφαλμένη η στάση των κομμάτων της αντιπολίτευσης, που ακολουθούν την πολιτική του ώριμου φρούτου, γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ φοβούνται ότι μια τέτοια εισροή του λαού στο προσκήνιο μπορεί να οδηγήσει σε κλυδωνισμό των σχέσεων τους με κέντρα εξουσίας, αλλά και με το κεντρώο ακροατήριο, στο οποίο πρωτίστως επιχειρούν να απευθυνθούν. Με αυτό τον τρόπο νομιμοποιούν την πολιτική των υποκλοπών στα μάτια του λαού, αφού δεν θεωρείται το ζήτημα τόσο κρίσιμο για την οργάνωση κινητοποιήσεων. Από την άλλη το ΚΚΕ, αλλά και δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς υποτιμούν το ζήτημα, εκτιμώντας ότι η ανάδειξή του ενισχύει το ΣΥΡΙΖΑ, ενώ το ΜΕΡΑ 25, λόγω του τρόπου συγκρότησής του (που ενέχει προσωποκεντρικά χαρακτηριστικά) στερείται των οργανωτικών δυνάμεων για να πρωτοστατήσει σε μια τέτοια κινητοποίηση. Παρά ταύτα, το ζήτημα συνδέεται άμεσα με όλα τα υπόλοιπα θέματα της συγκυρίας (ακρίβεια, ενεργειακή φτώχια, ανεργία, άρση λαϊκών ελευθεριών, εμπλοκή σε πολεμικούς και γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς, στήριξη των κυρώσεων και του ΝΑΤΟ) και δείχνει ακριβώς πόσο επικίνδυνο είναι να αφήσουμε την κυβέρνηση του Έλληνα Νίξον να χειριστεί τις τύχες του λαού και της νεολαίας. Υπάρχει λοιπόν ένα πολιτικό κενό, το οποίο οι δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς θα έπρεπε να καλύψουν καλώντας τον εργαζόμενο λαό, τη νεολαία, τις υπόλοιπες δυνάμεις της αριστεράς σε κινητοποιήσεις για να αντισταθούμε σε αυτούς που θέλουν να μας οδηγήσουν πίσω από τη μεταπολίτευση και να διεκδικήσουμε τα αδικαίωτα σήμερα αιτήματα του Πολυτεχνείου: ψωμί, παιδεία, ελευθερία. Σωστά το κάναμε στις 25/8, λάθος δεν συνεχίστηκε αυτή η προσπάθεια. Και σαφώς θα πρέπει να καλέσουμε την αριστερά και τα σωματεία σε μαζική κινητοποίηση την ημέρα ψήφισης του νομοσχεδίου

Τι σηματοδοτούν για το κίνημα και τις αντιστάσεις η απεργία της 9 Νοέμβρη και η Πορεία του Πολυτεχνείου?

Η απεργία της 9 Νοέμβρη και η Πορεία του Πολυτεχνείου σίγουρα φώτισαν με χαμόγελο τον κόσμο της εργασίας και της νεολαίας και έδειξαν ότι η δυσαρέσκεια μπορεί να μετατραπεί σε διεκδίκηση και αγώνα. Οι αδιάλειπτες επιθέσεις ενάντια στα συμφέροντα των λαϊκών τάξεων είναι σίγουρα ο μοχλός που κινεί αυτές τις διεκδικήσεις. Έχει παίξει όμως ρόλο και το γεγονός ότι αυξάνεται η αποφασιστικότητα του κόσμου να βγει στο δρόμο καταλαβαίνοντας ότι η προεκλογική περίοδος και οι κυβερνητικοί κλυδωνισμοί διαμορφώνουν ένα πρόσφορο έδαφος. Και βέβαια σ’ αυτή την αύξηση της αποφασιστικότητας έχει συμβάλλει και η πραγματοποίηση νικών ενάντια στον αυταρχισμό, όπως η αδρανοποίηση στην πράξη όψεων του νόμου Χρυσοχοϊδη για την επιβολή περιορισμών στο δικαίωμα στη διαδήλωση (προηγούμενη δήλωση, ορισμός οργανωτή), αλλά και η μη εισαγωγή της πανεπιστημιακής αστυνομίας στις σχολές, χάρη στους αγώνες της νεολαίας. Θα πρέπει όμως να μην παραβλέπουμε ότι το μέγεθος των επιθέσεων της κυβέρνησης και του κεφαλαίου είναι τέτοιο που κάνουν το μέγεθος αυτών των κινητοποιήσεων να μοιάζει μικρό, όταν η συντριπτική πλειοψηφία των λαϊκών στρωμάτων δεν ξέρουν πώς θα βγάλουν το μήνα, όταν χιλιάδες δανειολήπτες χάνουν τα σπίτια τους από τα διάφορα αρπακτικά, όταν οι νεολαίοι δεν βλέπουν να ανοίγεται κάποιο μέλλον αξιοπρέπειας μπροστά τους, όταν το κοινωνικό κράτος καταρρέει, όταν ο συνδικαλισμός έχει δεχτεί απανωτά χτυπήματα, λόγω και του ότι οι ταξικές δυνάμεις δεν συνασπίζονται για να γκρεμίσουν την συνδικαλιστική γραφειοκρατία από τις θέσεις της και κατακερματίζουν τα σωματεία και τις κινητοποιήσεις. Η αυθόρμητη κίνηση των μαζών δεν μπορεί να ανατρέψει αυτές τις επιθέσεις αν η αριστερά, στο σύνολό της, δεν καταλάβει ότι απαιτείται κοινή δράση για την ανασυγκρότηση του εργατικού και λαϊκού κινήματος.

3. Πώς βλέπεις την πρωτοβουλία και ποια δυναμική ανοίγει η συνεργασία των δυνάμεων της ριζοσπαστικής και αντικαπιταλιστικής Αριστεράς σε όλες τις μάχες και τα μέτωπα της περιόδου?

Είναι προφανές ότι σε αυτές τις συνθήκες η ριζοσπαστική αριστερά θα έπρεπε να αρθεί υπεράνω των κακών συνηθειών της, των ανούσιων μικροηγεμονισμών, των κατακερματισμών, της διαφύλαξης του (ολοένα και μικρότερου) οργανωτικού ιστού, της λογικής «να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα» και θα έπρεπε να βάλει μπροστά τα χαρακτηριστικά εκείνα που την έχουν οδηγήσει ακόμα και σε αποφασιστικό παράγοντα κοινωνικών εξελίξεων, όπως στο Πολυτεχνείο το 73, το 79, το 2006-2007, αλλά και σε στιγμές σημαντικής συμβολής στην ανάπτυξη των αγώνων, όπως την περίοδο 1990-1991 και 2010-2012. Αυτή τη συμβολή την είχε η ριζοσπαστική αριστερά όταν εκτός από την αγωνιστικότητα και εντιμότητά της, απευθύνθηκε στον κόσμο, κινητοποιώντας τον πάνω στο πρόβλημα που τον απασχολούσε (όταν δηλαδή ακολούθησε μια γραμμή μαζών), όταν συνέδεε τα άμεσα αιτήματα με στόχους ρήξης και ανατροπής (όταν δηλαδή έβαλε στην προμετωπίδα της μεταβατικά προγράμματα), όταν απευθύνθηκε ενιαιομετωπικά σε όλες τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς, αλλά και στον κόσμο της αριστεράς. Στη σημερινή συγκυρία μια τέτοια κατεύθυνση δεν αποτελεί απλώς ανάχωμα στις προσπάθειες πλαγιοκόπησης των δυνάμεων μας, αλλά αντίθετα μπορεί να οδηγήσει σε ρωγμές εκπροσώπησης. Είναι ενδεικτικό το παράδειγμα της Εναλλακτικής Παρέμβασης Δικηγόρων Αθήνας, όπου η ριζοσπαστική αριστερά με αυτή την γραμμή κατόρθωσε να εκπροσωπήσει πλειοψηφικά τα πληβειακά στρώματα της δικηγορίας και την ευρύτερη διάθεση απόκρουσης του αυταρχισμού και του φασισμού, διεκδικώντας την ηγεμονία όχι μόνο μέσα στην αριστερά, αλλά συνολικά μέσα στους δικηγόρους (που δεν τους λες και το πιο ριζοσπαστικό στρώμα). Και αυτό πρέπει να κάνει συνολικά σήμερα. Μπορεί το ΚΚΕ να επιμένει στον κατακερματισμό των αγώνων, στην παραπομπή των ανατροπών στο σοσιαλιστικό μέλλον, ακόμα και στην καταγγελία όσων κινητοποιήσεων και παρεμβάσεων δεν ελέγχει, μπορεί το ΜΕΡΑ 25 να σπέρνει συγχύσεις (έστω και για λόγους τακτικής) καλώντας τον νεοφιλελευθεροποιημένο ΣΥΡΙΖΑ σε συζήτηση για πλαίσιο κυβέρνησης ρήξης, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να τους καλούμε (και να τους εγκαλούμε) σε κοινή δράση, πολιτικό σχεδιασμό, ακόμα και εκλογικές συμμαχίες με πλήρη οργανωτική, πολιτική και ιδεολογική αυτοτέλεια στην παρούσα συγκυρία, όπου στη μεν τοπική αυτοδιοίκηση διακυβεύεται η εκπροσώπηση όλης της αριστεράς λόγω του νόμου Βορίδη και στις εθνικές εκλογές διακινδυνεύεται η πλήρης ενσωμάτωση των λαϊκών αντιστάσεων στη λογική του μικρότερου κακού (του νεοφιλελεύθερου και φιλοαμερικανικού ΣΥΡΙΖΑ) για να φύγει ο Μητσοτάκης, Είδαμε τι αποτελέσματα είχε αυτή η ενσωμάτωση το Σεπτέμβρη του 2015 και το 2019 με την διάχυση της απογοήτευσης, της αποστράτευσης, την κυριαρχία της λογικής «There is no alternative», που έφερε το Μητσοτάκη και τον Βορίδη παντοδύναμους στην εξουσία για μια τριετία. Και βέβαια μια τέτοια απεύθυνση της ριζοσπαστικής αριστεράς προς την ρεφορμιστική αριστερά δεν σημαίνει -κάθε άλλο- υποστολή της κριτικής προς αυτήν. Αυτή είναι η γνώμη μας, αυτή αποτυπώνεται και στην απόφαση του Ιουλίου της Αριστερής Πρωτοβουλίας Διαλόγου και Δράσης, δεν τη θέτουμε όμως ως προαπαιτούμενο για την επίτευξη του στρατηγικού στόχου της εκλογικής και πολιτικής συγκρότησης της ριζοσπαστικής αριστεράς, που θα δώσει τη δυνατότητα να παλέψουμε από καλύτερες θέσεις μάχης για να επηρεάσουμε το σύνολο της αριστεράς και του κινήματος. Η συγκρότηση του ΕΝΑΝΤΙΑ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, της ΛΑΕ, με όλες τις μερικότητες, τα λάθη και τις ασυνέχειες, δείχνουν ότι η ριζοσπαστική αριστερά μπορεί να αναδιατάσσει τους παγιωμένους συσχετισμούς, να έχει αυτοτελή πολιτική παρουσία, ακόμα και να διεκδικήσει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, αρκεί να λειτουργήσει ενιαιομετωπικά. Αυτό που θέτουμε ως προαπαιτούμενο είναι να αποκρυσταλλωθεί έμπρακτα η πολιτική βούληση που διατυπώνεται στις συσκέψεις των δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς: όσοι συμφωνούμε προχωράμε. Θα θέλαμε να είναι όλοι; Θα θέλαμε. Δεν υπάρχει όμως περιθώριο αναμονής για να μετατοπισθούν δυνάμεις που έχουν πάρει τις αποφάσεις τους και, αναμασώντας τις χειρότερες παραδόσεις της ριζοσπαστικής αριστεράς, υψώνουν προπύργια αποκλεισμών για να κληρονομήσουν ονόματα και ιστορία που αντιμάχονταν από την αρχή. Ούτε μπορούμε να περιμένουμε να γίνουν πρώτα οι εκλογές, ούτε να μπούμε σε μια λεξοσκιαμαχία, όπου ο καθένας θα ψάχνει να βρει τις διαφορές. Ποτέ κανείς δεν κέρδισε από αυτή τη δοκιμασμένη πρακτική. Όλοι έχασαν και κέρδισαν οι καταστροφικές για το κίνημα και την αριστερά καθεστωτικές τάσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Ακόμα χειρότερα, σε μια συνθήκη (έστω και ευκαιριακής) σύγκρουσης επιχειρηματικών κέντρων με την κυβέρνηση, λαϊκοί ψήφοι που επηρεάζονται από τέτοια κέντρα μπορεί να καναλιζαριστούν και προς την ακροδεξιά ή στα νεοναζιστικά μορφώματα. Στην αντίθετη κατεύθυνση, μια ενωτική ριζοσπαστική αριστερά μπορεί να συμβάλλει να ξαναποκτήσει ο λαός την πίστη του στους αγώνες και στη δύναμη του, να ξαναποκτήσει την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον, ξέροντας ότι δίπλα του αγωνίζονται οι δυνάμεις της αριστεράς εκείνης, που δεν υπέκυψε ποτέ στα κελεύσματα του νεοφιλελευθερισμού, που δεν υπέστειλε ποτέ τη σημαία για να κρατήσει καρέκλες και θώκους εξουσίας, που δεν διασπά το κίνημα για μικροκομματικές επιδιώξεις και που αταλάντευτα προσπαθεί να αλλάξει τους καταθλιπτικούς συσχετισμούς. Γιατί ο σοσιαλισμός δεν είναι ένα όραμα για το μέλλον, είναι η πυξίδα για τους αγώνες του σήμερα.