Το Ουκρανικό Ζήτημα και η επιζήμια πολιτική των ίσων αποστάσεων

«Αυτό το κεφάλαιο περιγράφει έξι πιθανές κινήσεις των ΗΠΑ στον τρέχοντα γεωπολιτικό ανταγωνισμό: την παροχή θανατηφόρων όπλων στην Ουκρανία, την εκ νέου στήριξη στους Σύριους αντάρτες, την προώθηση αλλαγής καθεστώτος στη Λευκορωσία, την εκμετάλλευση των εντάσεων μεταξύ Αρμενίων και Αζέρων, την εντεινόμενη παρακολούθηση της Κεντρικής Ασίας και την απομόνωση της Υπερδνειστερίας (ενός θύλακα κατειλημμένου από τη Ρωσία εντός της Μολδαβίας). Υπάρχουν ορισμένες ακόμα πιθανές γεωπολιτικές κινήσεις που περιγράφονται σε άλλες έρευνες της RAND αλλά δεν αξιολογούνται άμεσα εδώ – συμπεριλαμβανομένης της εντεινόμενης σχέσης του ΝΑΤΟ με τη Σουηδία και τη Φινλανδία, την πίεση προς τη Ρωσία για τις αξιώσεις της στην Αρκτική και για την εξέταση των προσπαθειών της Ρωσίας να επεκτείνει την επιρροή της στην Ασία»

Rand Corporation, Extending Russia, Competing from Advantageous Ground (2019)

Η ανάλυση της διεθνούς κατάστασης στην σημερινή συγκυρία, των κρατικών-πολιτικών στρατηγικών που διαρθρώνονται καθώς και των διεθνών συσχετισμών που διαμορφώνονται με επίκεντρο την Ουκρανική κρίση οφείλει να παραμερίζει τόσο τις ηθικολογίες όσο και τις αφηγήσεις της προπαγανδιστικής μηχανής και να περνάει από τα επιφαινόμενα στις πραγματικές αιτίες που συγκροτούν την δεδομένη κατάσταση. Αν ο πόλεμος είναι η προέκταση της πολιτικής με άλλα μέσα οφείλουμε να αναζητήσουμε τα πολιτικά αίτια αλλά και τους αντικειμενικούς πολιτικούς στόχους της επιθετικότητας των ΗΠΑ καθώς και τα οικονομικά συμφέροντα που εξυπηρετούν αυτοί οι στόχοι.

Αναφερόμαστε στην επιθετικότητα των ΗΠΑ ενθυμούμενοι πως η ανάπτυξη στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Ουκρανία δεν εκκίνησε στις 22 Φεβρουαρίου του 2022 με την αναγνώριση των Λαϊκών Δημοκρατιών του Ντονιετσκ και του Λουγκανσκ από πλευράς της Ομοσπονδίας της Ρωσίας και την μετέπειτα ανάπτυξη στρατιωτικών επιχειρήσεων αλλά στις 22 Φεβρουαρίου του 2014 με την ανατροπή του εκλεγμένου Προέδρου της Ουκρανίας και τυπικά στις 15 Απριλίου του 2014 με την ανακοίνωση της προσωρινής κυβέρνησης  της Ουκρανίας (στηριζόμενης από τις ΗΠΑ και την Δύση) για έναρξη στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Ανατολική Ουκρανία στις αποσχισθείσες περιοχές του Ντονμπάς- την Λαϊκή Δημοκρατία του Ντονιετσκ και του Λουγκανσκ.

Σε αντίθεση με την αφήγηση που οικοδομούν τα ΜΜΕ στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς η ανάπτυξη στρατιωτικών επιχειρήσεων από πλευράς Ομοσπονδίας της Ρωσίας στην Ουκρανία δεν έγινε σε στρατιωτικό-πολιτικό κενό. Αντίθετα αφορούν επί της ουσίας την εξέλιξη σε πολιτικοστρατιωτικό επίπεδο της παρέμβασης των ΗΠΑ στην Ουκρανία το 2014 με την ανατροπή του εκλεγμένου προέδρου Γιανουκόβιτς έπειτα από κοινοβουλευτικό πραξικόπημα και την εγκαθίδρυση της φιλοναζιστικής κυβέρνησης του Αρσένι Γιατσενιουκ.

Υπό αυτή την έννοια ακόμη και ο ίδιος ο καθορισμός και η ονοματοδοσία του ζητήματος (ρωσο-ουκρανικό ζήτημα, ρωσο-ουκρανικός πόλεμος) υποδεικνύει ή όχι την αποδοχή και ενσωμάτωση της δυτικής αφήγησης, έτσι όπως αυτή εκπορεύεται από τους μηχανισμούς των ΗΠΑ και των συμμάχων τους. Η ανάλυση της σημερινής κατάστασης οφείλει να θέτει στο επίκεντρο τόσο τους πολιτικούς στόχους των ΗΠΑ και της ευρωατλαντικής συμμαχίας και των οικονομικών συμφερόντων που προωθούνται, όσο και το ιστορικό, γεωγραφικό και πολιτιστικό πλαίσιο που εξελίσσεται η ίδια η πολιτική και στρατιωτική αντιπαράθεση.

  1. Η ιστορική εξέλιξη του χώρου της Ουκρανίας και η σημερινή ανθρωπογεωγραφία

Οι περιοχές που συγκροτούν την σημερινή εδαφική επικράτεια της Ουκρανίας δεν αποτελούσαν πάντοτε τμήμα μιας ενιαίας κρατικής μονάδας, αντίθετα οι περιοχές της Δυτικής Ουκρανίας αποτελούσαν τμήμα της Πολωνίας ή της Αυστροουγγαρίας, ενώ οι περιοχές της Ανατολικής Ουκρανίας αποτελούσαν τμήμα της ρωσικής αυτοκρατορίας.

Η περιοχή της Κριμαίας, του Ντονμπας και του Βόριου Καυκάσου προσαρτήθηκαν στην ρωσική αυτοκρατορία ως αποτέλεσμα του ρωσοτουρκικού πολέμου (1768-1774). Έκτοτε η  Κριμαία αποτέλεσε τμήμα της ρώσικης αυτοκρατορίας μέχρι και την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 όπου και κηρύχθηκε ως μια αυτόνομη δημοκρατία της νεοσχηματισθείσας Σοβιετικής Ένωσης. Μόλις το 1954 επί Νικίτα Χρουστσόφ η περιοχή της Κριμαίας υπήχθη διοικητικά στην Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Ουκρανίας. Η κυριαρχία του ρώσικου στοιχείου αποτυπώνεται σε όλη την δημογραφική εξέλιξη της Κριμαίας κατά τον 20ο αιώνα μέχρι και σήμερα. Το 1897 το 35% είναι Τατάροι της Κριμαίας,  το 33% του πληθυσμού είναι Ρώσοι και μόλις το 11% είναι ουκρανοί. Μισό αιώνα περίπου μετά, το 1959 ο Ρώσικος πληθυσμός αποτελεί το 71% της περιοχής και οι Ουκρανοί το 22%. Με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης ο Ρώσικος πληθυσμός αποτελεί το 60% του πληθυσμού. Αποτελεί, συνεπώς, γεγονός η κυριαρχία του Ρώσικου στοιχείου στην περιοχή της Κριμαίας μέχρι και την κρίση του 2014.

Αντίστοιχη είναι και η δημογραφική εξέλιξη στην περιοχή του Ντονμπάς. Το 1979 ο ρωσόφωνος πληθυσμός στις περιοχές του Ντονμπάς ανέρχεται στο 65% ενώ το 2001 ανήλθε περίπου στο 80% αντίστοιχη είναι και η εξέλιξη του ρώσικου πληθυσμού στην ίδια περιοχή. Το Ντονμπάς αποτέλεσε τμήμα της ρώσικης αυτοκρατορίας και μετέπειτα σαν αποτέλεσμα του εμφυλίου πολέμου στην Σοβιετική Ένωση εντάχθηκε στην Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Ουκρανίας.

Σύμφωνα με την απογραφή του 2001 το 17,1% του πληθυσμού στην Ουκρανία είναι ρώσικός πληθυσμός. Ιδιαίτερα στις περιοχές της Ανατολικής Ουκρανίας (Ντονιέτσκ, Λουγκάνσκ, Οδησσός) οι ρώσικες μειονότητες αποτελούν περίπου το 50% του πληθυσμού. Στην βορειοανατολική Ουκρανία στην βασική πόλη του Χαρκόβου, πρωτεύουσα της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Ουκρανίας ο ρώσικος πληθυσμός ανέρχεται περίπου στο 33% ενώ στην αρχή του αιώνα η πλειοψηφία του πληθυσμού (ποσοστό 63%) ήταν Ρώσοι.

Ιστορικά, περιοχές της Ανατολικής Ουκρανίας αποτέλεσαν σημαντικές περιοχές (οικονομικά, πολιτιστικά κτλ) για την ρώσικη αυτοκρατορία μαζί με τις περιοχές στο νότιο τμήμα της ρωσικής αυτοκρατορίας που ονομάστηκαν Νοβορωσία (Νέα Ρωσία).

Σε αντίθεση με τις περιοχές της Ανατολικής Ουκρανίας που αποτελούσαν πάντα τμήμα της Ρωσίας (είτε επί ρώσικης αυτοκρατορίας είτε επί Σοβιετικής Ένωσης) οι περιοχές της Δυτικής Ουκρανίας ήταν πάντα τμήματα των δυτικών αυτοκρατοριών. Η πόλη της Λβιβ, ιστορικό και πολιτιστικό κέντρο της Δυτικής Ουκρανίας αποτέλεσε τμήμα της Πολωνίας και της Αυαστορουγγαρίας κατά τα τέλη του 18ο αιώνα. Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ανακτήθηκε από την Πολωνία, κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου βρέθηκε υπό ναζιστική κατοχή (1941-1944) και μόλις με την λήξη του Πολέμου πέρασε στην  Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Ουκρανίας.

Το 1900 το 49,4% του πληθυσμού ήταν Πολωνοί, το 26,5% Εβραίοι και μόλις το 19,9% ήταν Ουκρανοί. Μισό αιώνα αργότερα το 60% του πληθυσμού ήταν Ουκρανοί και το  27% Ρώσοι. Το 2001 το 88,1 % ήταν Ουκρανοί και το 8,9% Ρώσοι.

Αντίστοιχα, η πόλη του Ούζχοροντ που βρίσκεται στα σύνορα της Ουκρανίας με την Ουγγαρία αποτέλεσε μια ιστορική πόλη του Βασιλείου της Ουγγαρίας και μετέπειτα της Αυστροουγγαρίας. Το 1920 μετά τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο έγινε το νοτιοανατολικό τμήμα του Τσεχοσλοβάκικου Κράτους. Το 1944 τμήματα του Κόκκινου Στρατού στο ουκρανικό μέτωπο κατέλαβαν την πόλη και το 1945 εντάχθηκε στην  Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Ουκρανίας.

Ταυτόχρονα αποτελεί αδιαμφισβήτο ιστορικό γεγονός πως οι περιοχές της Δυτική Ουκρανίας πολέμησαν στο πλευρό των Ναζί ενάντια στην Σοβιετική Ένωση στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο σχέδιο Μπαρμπαρόσα, την γερμανική ναζιστική εισβολή στην Σοβιετική Ένωση συμμετείχαν χιλιάδες ουκρανοί εθνικιστές από τις περιοχές της Δυτικής Ουκρανίας. Με την ναζιστική κατοχή στην πόλη του Λβιβ οι ουκρανοί εθνικιστές, ανακήρυξαν την ίδρυση ανεξάρτητου ουκρανικού κράτους και σε συνεργασία με τους Ναζί εκδίωξαν πληθυσμούς Πολωνών, Εβραίων και Ρομά.

Χωρίς να αποτελεί σκοπό της συγκεκριμένης παρέμβασης μια εκτενής ανάλυσης της ιστορικής εξέλιξης των εδαφικών περιοχών της Ουκρανίας, η ιστορική και δημογραφική εξέλιξη και διαμόρφωση της σημερινής Ουκρανίας οφείλει να αποτελεί ένα πρώτο πλαίσιο για την κατανόηση των αντιθέσεων που αναπτύχθηκαν στο εσωτερικό της Ουκρανίας με την κρίση του 2014, αλλά και την πολιτική, ιδεολογική και πολιτιστική τοποθέτηση τόσο των ίδιων των πληθυσμών που κατοικούν στις διάφορες περιοχές της Ουκρανίας όσο και των κρατών που εμπλέκονται στην τρέχουσα αντιπαράθεση.

  1. Η πολιτική στρατηγική των ΗΠΑ στην Ανατολική Ευρώπη- Η επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς

Το απόσπασμα στην αρχή του κειμένου αποτελεί επί της ουσίας την διακηρυγμένη κατεύθυνση των ΗΠΑ για ανάπτυξη επιθετικών κινήσεων στις συνοριογραμμές της Ομοσπονδίας της Ρωσίας. Η Ομοσπονδία της Ρωσίας συνορεύει με 14 κράτη: την Νορβηγία, τη Φινλανδία, την Εσθονία, τη Λετονία, τη Λιθουανία, τη Λευκορωσία, την Πολωνία, την Ουκρανία, τη Γεωργία, το Αζερμπαϊτζάν, το Καζακστάν, την Κίνα, τη Μογγολία και τη Βόρεια Κορέα.

Από τα 14 αυτά κράτη τα 5 (Νορβηγία, Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία, Πολωνία) αποτελούν χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ και μάλιστα η Νορβηγία ιδρυτικό μέλος. Η τακτική των ΗΠΑ όπως αυτή αποτυπώνεται στην έκθεση του Rand Corporation, think tank του κρατικού μηχανισμού των ΗΠΑ, αφορά επί της ουσίας την αποσταθεροποίηση δύο κρατών επιπλέον που συνορεύουν με την Ομοσπονδία της Ρωσίας, αλλά και την παροχή  «θανατηφόρων όπλων στην Ουκρανία». Έκθεση η οποία έχει δημοσιευθεί ήδη από το 2019 αποτυπώνοντας με ένα πολύ συγκεκριμένο και προσδιορισμένο τρόπο την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Ευρώπη.

Η κατεύθυνση επέκτασης του  ΝΑΤΟ προς ανατολάς δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση εκτίμηση ή δίκη προθέσεων. Η βορειοατλαντική συμφωνία αποτέλεσε έναν μηχανισμό επιφορτισμένο με την προώθηση των γεωπολιτικών συμφερόντων των ΗΠΑ σε πλανητικό επίπεδο μέσα από την συνεργασία για την «ασφάλεια» της συμμαχίας των χωρών- μελών κατά την διάρκεια του ψυχρού πολέμου, και με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης οι ΗΠΑ έσπευσαν να εντάξουν στο σύμφωνο ένα πλήθος πρώην σοβιετικών δημοκρατιών σε μια προσπάθεια περικύκλωσης της Ομοσπονδίας της Ρωσίας.

Πηγή:  Statista

Το 1999 εντάχθηκαν στο ΝΑΤΟ η Τσεχία, η Ουγγαρία και η Πολωνία, το 2004 οι Βουλγαρία, Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία, Ρουμανία, Σλοβακία, Σλοβενία. Συνολικά, μέχρι το 2020, 14 χώρες του πρώην Ανατολικού μπλοκ εντάχθηκαν στην βορειοατλαντική συμφωνία στα πλαίσια της στρατηγικής επέκτασης. Όσον αφορά την ίδια την Ουκρανία όπως αναφέρει και ο ίδιος ο οργανισμός βορειοατλαντικού συμφώνου  «Οι σχέσεις του ΝΑΤΟ με την Ουκρανία χρονολογούνται από τις αρχές της δεκαετίας 1990, αμέσως μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου. Το 1991 η Ουκρανία έγινε μέλος του Συμβουλίου Βορειοατλαντικής Συνεργασίας και το 1994 του προγράμματος Συνεργασίας για την Ασφάλεια. Το 1997 ιδρύθηκε η Επιτροπή ΝΑΤΟ-Ουκρανίας (NATO-Ukraine Comission-NUC), η οποία αποτελεί μέχρι σήμερα τον κύριο μοχλό συνεργασίας και εμβάθυνσης του πολιτικού διαλόγου ΝΑΤΟ-Ουκρανίας.»

Το άμεσο πολιτικό συμπέρασμα από τα παραπάνω είναι η κρυστάλλινη στρατηγική αναίρεσης του status quo στην περιοχή της Ανατολικής Ευρώπης από πλευράς των ΗΠΑ και των συμμάχων τους. Βάσει κιόλας της δημόσιας εκπεφρασμένης τακτικής των ΗΠΑ, δια μέσω των βασικών μηχανισμών-think tank για την διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής,  σειρά στην στρατηγική αποσταθεροποίησης στην περιοχή έχουν η Μολδαβία και η Υπερδνειστερία μέσω της «απομόνωσης» του μη αναγνωρισμένου κράτους από την Δύση αλλά και η συζήτηση για ένταξη στο ΝΑΤΟ της Σουηδίας και Φινλανδίας.

Τα «θετικά» σημεία από ενδεχόμενη όξυνση των πολιτικο-στρατιωτικών ανταγωνισμών με επίκεντρο την Ουκρανία και ιδιαίτερα τις αποσχισθείσες περιοχές του Ντονμπάς αλλά και τις περιοχές της Ανατολικής Ουκρανίας όπου κυριαρχεί το ρώσικο στοιχείο, αναφέρονται με τον ποιο ωμό και κυνικό τρόπο εκ μέρους του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και των υπαλλήλων του:

«Η διεύρυνση της στήριξης των ΗΠΑ προς την Ουκρανία, συμπεριλαμβανομένης και της θανατηφόρας στρατιωτικής βοήθειας, πιθανότατα θα αυξήσει το κόστος προς τη Ρωσία, τόσο ως προς αίμα όσο και ως προς χρήματα, για τη διατήρηση της περιοχής του Ντονμπάς. Μεγαλύτερη ρωσική στήριξη προς τους αυτονομιστές και μία πρόσθετη παρουσία Ρώσων στρατιωτών θα ήταν πιθανότατα αναγκαία, οδηγώντας σε μεγαλύτερες δαπάνες, απώλειες εξοπλισμού και θανάτους Ρώσων. Το τελευταίο θα μπορούσε να γίνει ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο στο εσωτερικό, όπως έγινε κατά την εισβολή των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν. Δύο ακόμα πιο πιθανά οφέλη μπορεί να προκύψουν από μία τόσο εκτεταμένη εμπλοκή των ΗΠΑ. Άλλες χώρες που στρέφονται προς τις ΗΠΑ για την ασφάλειά τους μπορεί να πληγούν. Ορισμένες από αυτές μπορεί να βρουν επιπλέον λόγους για να αποφύγουν την ανάπτυξη των δικών τους πυρηνικών όπλων.»

  1. Η οικονομική και γεωπολιτική σημασία της Ουκρανίας- οι ενεργειακές ροές προς την Ευρώπη

Ενδεικτική είναι η κατεύθυνση που τίθεται στην έκθεση του Rand Corporation με επίκεντρο τους γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς αλλά και τα οικονομικά μέτρα πίεσης προς την Ομοσπονδία της Ρωσίας: 1) παρεμπόδιση των εξαγωγών πετρελαίου, 2) μείωση των εξαγωγών φυσικού αερίου και παρεμπόδιση της επέκτασης των αγωγών, 3) επιβολή κυρώσεων και 4) ενίσχυση του ρώσικου brain drain (Κεφάλαιο 3, Οικονομικά Μέτρα)

Αποτελεί ξεκάθαρη επιδίωξη των ΗΠΑ ο φραγμός των ενεργειακών ροών από την Ομοσπονδία της Ρωσίας προς τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης. Η επιδίωξη αυτή αποτυπώθηκε γλαφυρά όλη την προηγούμενη περίοδο με την προσπάθεια των ΗΠΑ να θέσουν φραγμούς στην παροχή φυσικού αερίου προς την Γερμανία μέσω του αγωγού Nord Stream 2. Οι κυρώσεις που επέβαλλαν οι ΗΠΑ ήδη από το 2019 εναντίον του Nord Stream 2 αφορούσαν τον περιορισμό της επιρροής της Μόσχας στην Κεντρική Ευρώπη. Ιδιαίτερη σημασία για την κίνηση αυτή είχε η παράκαμψη της Ουκρανίας- συμμάχου της Δύσης, μέσω της οποίας μέχρι πρότινος διαμετακομιζόταν μεγάλο μέρος του ρωσικού φυσικού αερίου, καθώς ο  Nord Stream 2 διέρχεται κάτω από τη Βαλτική Θάλασσα. Στο παρακάτω χάρτη αποτυπώνονται οι ενεργειακές ροές που εκκινούν από την Ομοσπονδία της Ρωσίας και καταλήγουν στις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης

Δύο βασικοί ενεργειακοί δρόμοι για το ρώσικο φυσικό αέριο διασχίζουν τα εδάφη της δυτικής Ουκρανίας: είναι ο αγωγός Soyuz και ο αγωγός Progress. Το μήκος του ουκρανικού τμήματος του αγωγού Σογιούζ είναι 1.567 χιλιόμετρα και έχει χωρητικότητα 26,1 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα  ετησίως. Αντίστοιχα το  ουκρανικό τμήμα του αγωγού Progress έχει μήκος 1.120 χιλιόμετρα και έχει χωρητικότητα 28,5 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα ετησίως. Ο αγωγός του Nord Stream 2  έχει μήκος 1.234 χιλιομέτρων συνολικά και χωρητικότητα 110 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα.

Η επέκταση του Nord Stream 1 και η αύξηση της χωρητικότητας του ρώσικου φυσικού αερίου που θα έχει ως   τελικό αποδέκτη την Γερμανία αποτέλεσε αντικείμενο πολιτικής διαμάχης όχι μόνο όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ της Ομοσπονδίας της Ρωσίας και των ΗΠΑ αλλά και μεταξύ των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδιαίτερα της Γερμανίας.  Χαρακτηριστικό της πολιτικής διαμάχης γύρω από το ζήτημα της ενεργειακής εξάρτησης της Ευρώπης από την Ρωσία και όχι τις ΗΠΑ ήταν και οι δηλώσεις του επικεφαλής της Επιτροπής Οικονομίας και Ενέργειας της Bundestag, Κλάους Έρνστ:  «Αν αυτό δεν αποτραπεί, τότε πρέπει να σκεφτούμε ορισμένα προστατευτικά μέτρα. Για παράδειγμα, είναι πιθανόν να επιβάλλουμε δασμούς στις εισαγωγές φυσικού αερίου από τις ΗΠΑ …Οι κινήσεις των ΗΠΑ στο θέμα αυτό δεν χρειάζεται πλέον να κατανοούνται ως πράξεις φιλίας, αλλά ότι συγκροτούν μία επέμβαση στην κυριαρχία της Γερμανίας και της ΕΕ».

Αντίστοιχη ήταν και η τοποθέτηση Γερμανών και Ευρωπαίων αξιωματούχων περί παραβίασης της διεθνούς νομιμότητας και του διεθνούς δικαίου για τις κυρώσεις που επέβαλλαν οι ΗΠΑ όσον αφορά τον  Nord Stream και τις συνεργαζόμενες με την Gazprom ευρωπαϊκές επιχειρήσεις.

Η κατεύθυνση των ΗΠΑ για επιβολή κυρώσεων στην Ομοσπονδία της Ρωσίας από το 2014 και ύστερα αποτύπωσε σημαντικά βήματα πίεσης στη ρώσικη οικονομία. Σύμφωνα με την έκθεση του ΔΝΤ, “Russian  Federation Staff Report For The 2019 Article IV Consultation, εκτιμάται πως το 2015 οι κυρώσεις της Δύσης και οι ρωσικές αντεπικυρώσεις μείωσαν το πραγματικό ΑΕΠ της Ρωσίας αρχικά κατά 1-1,5% και ότι οι παρατεταμένες κυρώσεις θα οδηγούσαν σε ακόμη μεγαλύτερη σωρευτική απώλεια παραγωγής. Το 2019, το ΔΝΤ υπολόγισε ότι οι κυρώσεις μείωσαν τον ρυθμό ανάπτυξης της Ρωσίας κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες κάθε χρόνο για την χρονική περίοδο το 2014-2018. Ακόμη και αν το παιχνίδι της επιβολής κυρώσεων που επέβαλλαν ως πολιτική κατεύθυνση οι ΗΠΑ είχε σε μικρότερο βαθμό συνέπειες, αποτελεί ένα αντικειμενικό γεγονός πως αποτυπώνεται για όλη την προηγούμενη περίοδο ένας βαθμός πίεσης προς την ρώσικη οικονομία.

Η όξυνση των αντιθέσεων που επιχειρούν οι ΗΠΑ με επίκεντρο την Ουκρανία στα πλαίσια της πολιτικής στρατηγικής της επέκτασης προς Ανατολάς προφανώς διαμόρφωσαν και όρους πίεσης προς την ίδια την ΕΕ να αποδεχθεί την εφαρμογή κυρώσεων προς την Ρωσία ακόμη και αν τέτοιες κυρώσεις δεν ευνοούν την ίδια την ΕΕ και τα κράτη-μέλη. Κατ’ αυτό τον τρόπο οι ΗΠΑ, όχι μόνο επιτυγχάνουν ένα ισχυρό οικονομικό πλήγμα στην Ρωσία αλλά επιχειρούν να μετατραπούν οι ίδιες στη χώρα που θα εγγυηθεί τις ενεργειακές ροές προς την Ευρώπη. Οι αντιφάσεις μιας τέτοιας κατεύθυνσης για τις χώρες της Ευρώπης είναι προφανής καθώς το υγροποιημένο φυσικό αέριο που σπεύδουν να προμηθεύσουν οι ΗΠΑ την Ευρώπη δεν μπορεί να αντικαταστήσει πλήρως το ρώσικο φυσικό αέριο. Στον παρακάτω πίνακα αποτυπώνεται ο βαθμός ενεργειακής εξάρτησης των χωρών της Ευρώπης από το ρώσικο φυσικό αέριο.

Αποτελεί δεδομένο στη βάση του σημερινού όγκου παραγωγής πως δεν μπορεί να αντικατασταθεί το ρώσικο φυσικό αέριο που κατευθύνεται στην Ευρώπη από άλλους προμηθευτές. Σε κάθε επίσης περίπτωση η προσπάθεια αντικατάστασής του από τους βασικούς προμηθευτές σε μια κατεύθυνση συνολικής αναπλήρωσης θα μετέφερε την ενεργειακή κρίση σε άλλες περιοχές. Ως εκ τούτου, η Ευρώπη θα εισαχθεί σε μια προοπτική μείωσης της ζήτησης, αλλά και διατήρησης των ανατιμήσεων στις τιμές της ενέργειας. Σωρευτικά σε αυτό θα λειτουργήσει και οποιαδήποτε ενδεχόμενη κίνηση αντικυρώσεων προς την δύση και την Ευρώπη στα πλαίσια της πολιτικής, οικονομικής και στρατιωτικής σύγκρουσης που διεξάγεται με επίκεντρο την Ουκρανία.

Η κατεύθυνση ωστόσο των ΗΠΑ είναι ευκρινής σε σχέση με την διεύρυνση και εμβάθυνση των κυρώσεων:

«Αυτό σημαίνει ότι εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες επρόκειτο να διευρύνουν περαιτέρω και εμβαθύνουν τις κυρώσεις [στη Ρωσία], θα μπορούσαν να αποκομίσουν τα μέγιστα οφέλη από τον συντονισμό με άλλες χώρες. Οι οικονομικές κυρώσεις των ΗΠΑ σίγουρα θα πλήξουν τον ρωσικό χρηματοοικονομικό και επιχειρηματικό τομέα … Η πραγματοποίηση τέτοιων κυρώσεων σε συντονισμό με την ΕΕ (και την Ηνωμένο Βασίλειο μετά την έξοδό του από την ΕΕ), την Ελβετία, τη Σιγκαπούρη, το  Ντουμπάι, και άλλα μεγάλα χρηματοπιστωτικά κέντρα οπωσδήποτε  θα τερμάτιζαν τις συναλλαγές της Ρωσίας με το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου. Η συμμετοχή της Κίνας και του Χονγκ Κονγκ θα ήταν ακόμα καλύτερα, αλλά προς το παρόν φαίνεται απίθανο.» (Extending Russia: Competing from Advantageous Ground, σελ 82)

  1. Το όπλο των οικονομικών κυρώσεων και η σημασία του

Παράλληλα με την στρατιωτική και πολιτική σύγκρουση που εξελίσσεται, εξελίσσεται και το παιχνίδι των οικονομικών κυρώσεων που επιδιώκει να επιβάλλει η Δύση στην Ομοσπονδία της Ρωσίας. Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω βασικός στόχος των ΗΠΑ ήταν και είναι η επιβολή σκληρών οικονομικών κυρώσεων στην Ρωσία, μάλιστα με την μέγιστη δυνατή συμμετοχή και συντονισμό από πλευράς των υπόλοιπων κρατών. Αν και η Ομοσπονδία της Ρωσίας έχει μια σχετική προετοιμασία απέναντι στις οικονομικές κυρώσεις είναι σίγουρο πως το εύρος και η ένταση των κυρώσεων αυτή την στιγμή είναι πρωτοφανής. Οι κυρώσεις που επιδιώκει η Δύση να επιβάλλει δεν αφορούν αποκλειστικά ή/ και κατά κύριο λόγο τον ενεργειακό τομέα (Nord Stream 2 κ.ο.κ) αλλά επεκτείνονται και ευρύτερα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ρωσίας.

Αυτό δεν αφορά όπως θα δειχτεί παρακάτω την «διεθνή απομόνωση» όπως αναφέρουν τα διεθνή και εγχώρια μέσα αλλά την ποιότητα των οικονομικών κυρώσεων και την τεράστια κινητοποίηση μηχανισμών εκ μέρους των ΗΠΑ και της Δύσης για να ασκήσουν πίεση στη ρώσικη οικονομία. Πίεση η οποία δεν πρόκειται να είναι βραχυπρόθεσμη αλλά θα έχει επιπτώσεις σε μεσο-μακροπρόθεσμο επίπεδο. Η Ρωσία το προηγούμενο διάστημα υλοποίησε μια κατεύθυνση μείωσης των συναλλαγματικών αποθεμάτων σε δολάρια, ωστόσο εξακολουθεί να διατηρεί ένα σημαντικό ποσό του συναλλαγματικού αποθέματος στο εξωτερικό ( ΗΠΑ, Γερμανία, Γαλλία, Βρετανία). Συνεπώς οικονομικές κυρώσεις που θα στοχεύουν στο τραπεζικό σύστημα της Ρωσίας θα ασκήσουν σημαντικό βαθμό πίεσης προς την ρωσική οικονομία.

Αυτό εντάσσεται στα πλαίσια μια συγκεκριμένης στρατηγικής εκ μέρους των ΗΠΑ η οποία αποσκοπεί στην πολιτική μεταβολή μέσω των οικονομικών πιέσεων που θα ασκηθούν στα ρώσικα κεφάλαια διεθνώς. Η πίεση προς το ρώσικο κεφάλαιο μέσω των οικονομικών κυρώσεων έρχεται ως μια τακτική αποδιάρθρωσης των ταξικών στηριγμάτων του Πούτιν και της κατεύθυνσης που συγκροτεί. Η κίνηση αυτή αποτελεί μια πάγια τακτική εκ μέρους του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και του διεθνούς συστήματος επέμβασης στο εσωτερικό ενός σχηματισμού για τον μετασχηματισμό των πολιτικών και ιδεολογικών συσχετισμών. Η αντίδραση της ρωσικής οικονομίας σε αυτό το ενδεχόμενο και η προσπάθεια εξεύρεσης πιθανών συμμάχων προκειμένου να αντέξει την πίεση το τραπεζικό σύστημα ενέχει δυσκολίες καθώς η τακτική των ΗΠΑ όσον αφορά τις κυρώσεις δεν αφορούν αποκλειστικά την χώρα-στόχο αλλά και τους συμμάχους της χώρας αυτής μέσω δευτερογενών κυρώσεων.

Σε πρώτο βαθμό πάντως η Ομοσπονδία της Ρωσίας δεν φαίνεται «διεθνώς απομονωμένη» όπως θέλουν να την εμφανίζουν τα δυτικά μέσα ενημέρωσης.

Την Τετάρτη που μας πέρασε διεξήχθη η ψηφοφορία καταδίκης της Ρωσίας στον ΟΗΕ, ψηφοφορία δείκτης και για το κατά πόσο είναι απομονωμένη η Ρωσία αλλά και για το εύρος των κυρώσεων που θα ακολουθήσουν ανάλογα και με την οικονομική βαρύτητα κάθε κράτους. Στο παρακάτω γράφημα αποτυπώνονται τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας.

Από τα 193 μέλη, τα 141 ψήφισαν υπέρ, 35 απείχαν ή απουσίαζαν και 5 καταψήφισαν. Όπως όμως αποτυπώνεται και στην ψηφοφορία τα 40 κράτη που δεν υπερψήφισαν αποτυπώνουν πληθυσμιακά και οικονομικά ένα τεράστιο τμήμα του πλανήτη. Σε επίπεδο πληθυσμού μιλάμε για 4,33 δισεκατομμύρια ανθρώπους δηλαδή το 55,8% του παγκόσμιου πληθυσμού και σε επίπεδο οικονομικό μιλάμε για αθροιστικό ΑΕΠ σε ισοτιμία αγοραστικής δύναμης της τάξης των 47.339.064,27 (σε εκατομμύρια δολάρια) δηλαδή για το 35,5% του συνολικού ΑΕΠ.

Συνεπώς η αφήγηση των μέσων ενημέρωσης αλλά και των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής, δεν στηρίζεται σε καμία περίπτωση στην πραγματικότητα. Είναι δεδομένο πως ο αριθμός των κρατών που υπερψήφισαν είναι κατά πολύ μεγαλύτερος των υπολοίπων. Είναι ωστόσο επίσης γεγονός, που εύκολα αποδεικνύεται, πως το ειδικό οικονομικό βάρος των 40 κρατών που δεν υπερψήφισαν είναι της τάξης μεγέθους των κρατών που έχουν επιβάλει κυρώσεις.

  1. Η ευρύτερη πολιτική στρατηγική των ΗΠΑ

Η ευρύτερη πολιτική στρατηγική των ΗΠΑ έχει στο επίκεντρο την διατήρηση της ηγεμονίας της και για τον 21ο αιώνα. Δεν είναι τυχαίο πως το σύνολο των think tank, η CIA και το βαθύ κράτος των ΗΠΑ ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 θέτουν εις εαυτόν το ερώτημα αυτό.

Το ερώτημα αυτό δεν αφορά σε καμία περίπτωση βέβαια τον παρόντα χρόνο με την έννοια της κατάρρευσης της αμερικάνικης κυριαρχίας ή της αποδιάρθρωσης της αμερικάνικης ηγεμονίας. Το ερώτημα αυτό αφορά την συγκρότηση μια πολιτικής στρατηγικής με πιο μακροπρόθεσμούς όρους- περιορισμού, πίεσης και ανάσχεσης δυνητικών αντιπάλων που θα μπορούσαν να συγκεντρώσουν δυνητικά τις (οικονομικές, πολιτικές και στρατιωτικές) προϋποθέσεις για να αμφισβητήσουν την κυριαρχία των ΗΠΑ. Ενδιάμεσα βήματα μιας τέτοιας στρατηγικής είναι η προληπτική οριοθέτηση των δυνητικών αντιπάλων. Επιχειρώντας μια νηφάλια ανάλυση των διεθνών συσχετισμών και τάσεων οι δυνητικοί αντίπαλοι των ΗΠΑ είναι πρωτίστως η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας σε οικονομικό επίπεδο, αλλά και η Ομοσπονδία της Ρωσίας λόγω της ιδιαίτερης ισχύος της σε στρατιωτικό επίπεδο (2η στρατιωτική δύναμη στον κόσμο). Η στρατηγική των ΗΠΑ αφορά την προληπτική οριοθέτηση των δύο αυτών δυνάμεων και την αποδιάρθρωση της δυνατότητας τους να συγκροτήσουν μια σταθερή και συστηματική συμμαχία τόσο μεταξύ τους όσο και με ευρύτερα σύνολα κρατών.

Η πολιτική κατεύθυνση των ΗΠΑ τόσο στο επίπεδο του εσωτερικού της χώρας όσο και στο επίπεδο της εξωτερικής πολιτικής δεν είναι πλήρως συμπαγής και ομογενοποιημένη. Οι απαντήσεις που δίνονται στα καίρια ερωτήματα που αφορούν τον προσανατολισμό εμφανίζουν σημαντικές διαιρέσεις. Οι διαιρέσεις αυτές αποτυπώθηκαν και στο επίπεδο της εκλογικής αναμέτρησης μεταξύ Τραμπ και Μπάιντεν, αποτυπώνονται και σήμερα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών. Είναι απλοϊκή, ωστόσο, μια ανάγνωση της πολιτικής κατάστασης στο εσωτερικό των ΗΠΑ που θέλει από την μία τους Ρεπουμπλικανούς να εκφράζουν μια επιθετικότητα προς την Κίνα και εν γένει την Νοτιοανατολική Ασία και από την άλλη τους Δημοκρατικούς να εκπροσωπούν μια «παραδοσιακή» επιθετικότητα προς την Ομοσπονδία της Ρωσίας. Εξίσου απλοϊκή είναι και μια γραμμική αντανάκλαση αυτών των διαιρέσεων σε αντίστοιχες διαιρέσεις μεταξύ των μερίδων του κεφαλαίου που συντάσσονται με την μία ή την άλλη κατεύθυνση.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η στάση του Μπάιντεν όσον αφορά τις σχέσεις των ΗΠΑ με την Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας και την συζήτηση για την αναίρεση της πολιτικής του Τραμπ. Με την εκλογή  του Μπάιντεν ανακοινώθηκε από την αντιπρόσωπο εμπορίου των ΗΠΑ πως οι ΗΠΑ δεν έχουν καμία πρόθεση να καταργήσουν τους δασμούς που επέβαλλε ο Τραμπ στη Κίνα. Λίγες μέρες νωρίτερα από την ανακοίνωση αυτή οι ΗΠΑ σε συνεργασία με την Βρετανία και τον Καναδά είχαν επιβάλλει κυρώσεις σε Κινέζους αξιωματούχους για υποτιθέμενες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Σιντζιάνγκ (Αυτόνομη Περιοχή των Ουιγούρων του Σιντζιάνγκ). Προς την ίδια κατεύθυνση οι ΗΠΑ πέρσι στις 30 Απριλίου υπό την διεύθυνση Μπάιντεν κανόνισε μια δημόσια συνάντηση μεταξύ των επίσημων εκπροσώπων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ των ΗΠΑ και των ομολόγων τους στην Ταϊβάν. Μια κίνηση αντικειμενικά επιθετική προς την Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας καθώς προσβάλλει τόσο την πολιτική της Κίνας- μια χώρα δύο συστήματα- αλλά και την συμφωνία των Τριών Ανακοινωθέντων (Three Communiqués, 1972, 1979, 1982) σύμφωνα με τα οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες απέφευγαν όλες τις επίσημες επαφές με την Ταϊβάν. Σε κάθε περίπτωση και χωρίς να είναι σκοπός της συγκεκριμένης παρέμβασης η ανάλυση σε βάθος των πολιτικών και κοινωνικών διαιρέσεων στο εσωτερικό των ΗΠΑ, οι διαιρέσεις αυτές ευνοούν τις τυχοδιωκτικές κινήσεις εκ μέρους του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού.

Τα δεδομένα που παρουσιάστηκαν παραπάνω σκιαγραφούν ένα ιστορικό, οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο τόσο σε σχέση με την εξελισσόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία όσο και σε σχέση με την ευρύτερη στρατηγική των ΗΠΑ. Η ανάγνωση αυτής της στρατηγικής δεν στηρίζεται σε μια δίκη προθέσεων, ούτε σε ιδεολογικές προκαταλήψεις (αν και τα δύο αυτά στοιχεία είναι πλήρως κατανοητά όταν μιλάμε για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ). Στηρίζεται στην στρατηγική που εκπορεύεται από τους μηχανισμούς των ΗΠΑ αλλά και την πρακτική εφαρμογή εκ μέρους του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού τακτικών βηματισμών που υπηρετούν αυτή την στρατηγική. Τόσο η  στρατηγική όσο και οι τακτικοί βηματισμοί είναι κρυστάλλινοι στην τρέχουσα συγκυρία.

  1. Η πολιτική των ίσων αποστάσεων και οι θέσεις της Αριστεράς

Η ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης αποτελεί απαραίτητο στοιχείο προκειμένου οι αριστερές δυνάμεις να συγκροτήσουν όχι απλά μια αντιπαραθετική αφήγηση και ρητορεία ενάντια στην δυτική προπαγάνδα (που και αυτό είναι χρήσιμο στη συγκυρία που διανύουμε) αλλά και μια συγκεκριμένη πολιτική κατεύθυνση και πρακτική αντιπαράθεσης και ρήξης με τις βασικές προκείμενες του Νατοϊκού στρατοπέδου. Η Αριστερά σε οποιαδήποτε χώρα δεν μπορεί να εξυπηρετήσει τα λαϊκά συμφέροντα ή ακόμα και να προσπαθήσει καν προς αυτή τη κατεύθυνση αν δεν αναλύσει με ψυχραιμία την τρέχουσα συγκυρία προκειμένου να έχει μια θέαση της ευρύτερης εικόνας της διεθνούς κατάστασης αλλά και μια θέαση της χώρας στην οποία παρεμβαίνει σε αυτή τη κατάσταση.

Με την όξυνση της αντιπαράθεσης στην Ανατολική Ουκρανία-μετά από τις προβοκάτσιες (εκτελέσεις Ρώσων ή Ρωσόφωνων στην Ανατολική Ουκρανία, βομβαρδισμούς κλπ.)  των νεοναζιστικών ταγμάτων που διατηρούν εδώ και 8 χρόνια και παραπάνω οργανικές σχέσεις με το ΝΑΤΟ-, μετά την έναρξη στρατιωτικών επιχειρήσεων εκ μέρους της Ομοσπονδίας της Ρωσίας και εν τέλει την εισβολή των ρώσικων στρατευμάτων τέθηκαν με τον πιο άμεσο και επιτακτικό τρόπο αμείλικτα ερωτήματα για την αριστερά διεθνώς αλλά και στην χώρα μας. Ένα μεγάλο τμήμα των πολιτικών σχηματισμών της Αριστεράς διεθνώς και στην Ελλάδα υιοθέτησε μια πολιτική γραμμή, αφήγηση και ρητορεία ίσων αποστάσεων. Μπορούμε να αναφερθούμε ιδιαίτερα  για την Αριστερά στην Δύση πως έλαβε θέσεις μιας «Δυτικής» Αριστεράς. Προφανώς αυτό δεν αποτελεί τωρινό σύμπτωμα, αλλά σχετίζεται με κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες που έλαβαν χώρα ήδη από την δεκαετία του 60’.

Χαρακτηριστικό σημείο και αποκορύφωμα της πολιτικής κατεύθυνσης των ίσων αποστάσεων αποτέλεσε η πρωτοφανής για τα δεδομένα της ελληνικής αριστεράς κινητοποίηση που εκκίνησε από την Ρώσικη Πρεσβεία και κατέληξε στην Αμερικάνικη, μια κίνηση ύψιστου πολιτικού συμβολισμού που επιχειρεί να εξισώσει την στάση της Ομοσπονδίας της Ρωσίας με αυτή των ΗΠΑ και των συμμάχων τους.

Ακριβώς σε αυτό το σημείο μπορούμε να εντοπίσουμε και την κύρια λειτουργία και επίδραση της πολιτικής των ίσων αποστάσεων: ισοκατανομή των ευθυνών μεταξύ ΗΠΑ και Ομοσπονδίας της Ρωσίας. Ενδοιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί και αντιθέσεις μεταξύ κρατών ΗΠΑ/ΝΑΤΟ- Ομοσπονδία της Ρωσίας αν όχι ίσων τουλάχιστον αντίστοιχου επιπέδου κινήσεων. Ακόμα, προβολή από ορισμένες δυνάμεις της ρώσικης ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας και σύγκρισης της με τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις της Δύσης. Αυτή η λογική δεν ξεπήδησε όπως η Αθηνά από το κεφάλι του Δία. Αντίθετα αποτελεί μια συνέχεια προσεγγίσεων που εμφανίστηκαν σε διάφορες ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις των ΗΠΑ έναντι άλλων κρατών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η πολιτική των ίσων αποστάσεων μεταξύ των ΗΠΑ και της επέμβασης στη Συρία και του Ασαντ προέδρου της Συρίας.

Από την άλλη πλευρά και σε αντίθεση με την πολιτική των ίσων αποστάσεων η πολιτική ενός τμήματος της αριστεράς τόσο διεθνώς όσο και στην Ελλάδα, στοχεύει στην ανάδειξη των ευθυνών του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού ως κύριου παράγοντα αποσταθεροποίησης μια σειράς κρατών με αποκορύφωμα την πρακτική περικύκλωσης της Ομοσπονδίας της Ρωσίας από τις Νατοϊκές δυνάμεις. Σε κάθε περίπτωση το άμεσο αίτημα της κατάπαυσης του πυρός και της ειρηνικής διευθέτησης αποτελεί κοινό τόπο των αριστερών σχηματισμών και κομμάτων. Σε τι συνίστανται οι διαφοροποιήσεις όμως και πως η πολιτική των ίσων αποστάσεων επιδρά στο πολιτικό σκηνικό, στον δημόσιο διάλογο και πως εν τέλει ακυρώνει την υπόθεση της ειρηνικής διευθέτησης?

Ωστόσο η λογική των ίσων αποστάσεων συνιστά μια αρκετά επικίνδυνη τοποθέτηση και θέση στα πλαίσια των υπάρχοντων διαγκωνισμών στο βαθμό που 1) παρέχει μια νομιμοποιητική βάση στην κυρίαρχη αφήγηση  2) υποσκάπτει το βασικό αίτημα της ειρηνικής διευθέτησης.Με βάση τα δεδομένα που αναπτύχθηκαν παραπάνω καθίσταται σαφές ποιος εκ των δύο προώθησε αντικειμενικά μια επιθετική γραμμή, όξυνσης και κλιμάκωσης.

Η κυρίαρχη αφήγηση συγκροτείται γύρω από α) την επιθετικότητα της Ομοσπονδίας της Ρωσίας που αποτυπώνεται στην Ρώσικη εισβολή (και τις θηριωδίες της) β) την νόμιμη και ελεύθερη επιλογή της Ουκρανίας να ενταχθεί σε όποιο συνασπισμό θέλει- στο ΝΑΤΟ γ) την επιβολή σκληρών οικονομικών κυρώσεων στη Ρωσία και δ) την επιβεβλημένη βοήθεια (ανθρωπιστική και στρατιωτική) προς την Ουκρανία.

Η κυρίαρχη αφήγηση επίσης αποσιωπεί α) τις σφαγές που έγιναν εδώ και 8 χρόνια από τα νεοναζιστικά τάγματα που αποτελούν οργανικό τμήμα του ουκρανικού στρατού (διεξάγουν κοινές επιχειρήσεις σε πλήρη συντονισμό κ.ο.κ)  και συνεχίζονται μέχρι και σήμερα β) την παραβίαση της συνθήκης του Μινσκ με την  επιδίωξη της ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ γ) τις κινήσεις του ΝΑΤΟ για περικύκλωση της Ομοσπονδίας της Ρωσίας και την συνολικά εμπρηστική του πολιτική.

Στο πλαίσιο των παραπάνω οι ΗΠΑ και η Δύση συνολικά οργανώνουν την συναίνεση γύρω από την επιθετική πολιτική στρατηγική τους.

Η συγκρότηση μιας πολιτικής κατεύθυνσης και αφήγησης εκ μέρους των σχηματισμών της αριστεράς περί επιθετικότητας της Ομοσπονδίας της Ρωσίας και ισοκατανομής ευθυνών με τις ΗΠΑ αποδέχεται τις βασικές προκείμενες της ιμπεριαλιστικής αφήγησης περί επιθετικότητας της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Τα τμήματα της αριστεράς που υπονοούν ή θέτουν ευθέως πως η Ρωσία και οι ΗΠΑ είναι συγκρίσιμα οικονομικά, πολιτικά και στρατιωτικά μεγέθη από την μία βρίσκονται εκτός ιστορικής και κοινωνικής πραγματικότητας από την άλλη ενισχύουν το κυρίαρχο αφήγημα. Και μόνο η συνεχής αναφορά τμημάτων της Αριστεράς για την αυταρχική ατζέντα Πούτιν στο εσωτερικό της Ρωσίας παίζει το παιχνίδι του ιμπεριαλισμού, παιχνίδι το οποίο σε καμία περίπτωση δεν είναι σημερινό. Η ίδια επιχειρηματολογία εκ μέρους ΗΠΑ και δυτικών συμμάχων αναπαράχθηκε τόσο ως νομιμοποιητικός παράγοντας για τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία (Δικτάτορας Μιλόσεβιτς-παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων κ.ο.κ.)  όσο και στις πρόσφατες επεμβάσεις στην Λιβύη και στη Συρία.

Είναι σχετικά αυτονόητο πως οι ΗΠΑ και η Δύση σε καμία περίπτωση δεν έστειλαν ανθρωπιστική και στρατιωτική βοήθεια στην Γιουγκοσλαβία το 1999, ούτε στο Ιράκ ούτε στο Αφγανιστάν. Αντίθετα έστειλαν στρατό στο πλευρό των ΗΠΑ ή/και οικοδόμησαν την συναίνεση γύρω από την αποδιάρθρωση των κρατικών αυτών οντοτήτων. Είναι επίσης αυταπόδεικτο πως ο ΟΗΕ και οι «ταγοί» της διεθνούς κοινότητας και νομιμότητας (ένα άλλο όνομα για την πλανητική συναίνεση στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό) δεν έστειλαν ποτέ κανένα επιθεωρητή στις ΗΠΑ, την χώρα με τα περισσότερα όπλα μαζικής καταστροφής, και την μοναδική χώρα που τα έχει χρησιμοποιήσει σε ευρεία κλίμακα.

Για τις δυνάμεις της Αριστεράς είναι προφανές πως αυτά είναι ζητήματα αυτονόητα. Αυτό που δεν είναι αυτονόητο είναι πως η πολιτική των ίσων αποστάσεων εύκολα ενσωματώνεται στην ιμπεριαλιστική γραμμή ακόμη και αν επιχειρεί σε όλους τους τόνους να καταγγέλλει εξίσου το ΝΑΤΟ και την Ρωσία. Αυτό στο βαθμό που η καταγγελία εξίσου την Ρωσία αποδυναμώνει την πιθανότητα της οποιασδήποτε ειρηνικής διευθέτησης. Καθώς πρέπει να είμαστε βέβαιοι  πως ειρηνική διευθέτηση χωρίς το φραγμό στην επέκταση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς δεν πρόκειται να υπάρξει. Ακόμα και αν οι αριστεροί πολιτικοί σχηματισμοί επιδιώκουν να διαχωρίζονται από το νατοϊκό στρατόπεδο, η αφήγηση υπερπροβολής της επιθετικότητας της Ρωσίας βρίσκεται στον πυρήνα του ιδεολογικού αφηγήματος του νατοϊκού στρατοπέδου.

Επί 8 χρόνια οι προβοκάτσιες από πλευράς των νεοναζιστικών ταγμάτων αλλά και τμήματος του Ουκρανικού στρατού κυλάνε σταγόνα-σταγόνα, μέρα με την μέρα. Κλιμακώνονται, καταλαγιάζουν και κλιμακώνονται ξανά σύμφωνα με τις ορέξεις και πολιτικές επιλογές του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και των συμμάχων τους. Η μηδαμινή αναφορά της αριστεράς και του αντιιμπεριαλιστικού κινήματος σε αυτή τη κατάσταση στο όνομα των ίσων αποστάσεων αποτελεί τον ύψιστο δείκτη για το βαθμό και την ένταση της ενσωμάτωσης στην κυρίαρχη αφήγηση της Δύσης.

Δείκτης επίσης για την μη ενσωμάτωση της κυρίαρχης αφήγησης αποτελούν οι ανακοινώσεις κρατών με σοσιαλιστική αναφορά. Δεν αποτελεί αμελητέο γεγονός πως η πολύπαθη από το εμπάργκο των Αμερικανών Κούβα ή η Βενεζουέλα που ανά τακτά χρονικά διαστήματα καλείται να απαντήσει στα υποκινούμενα από την CIA και τις ΗΠΑ πραξικοπήματα έχουν πάρει σαφή θέση. Είναι προφανής και σημαντική η διαφορά μεταξύ τοποθετήσεων και ανακοινώσεων κρατών αφενός και  τοποθετήσεων και ανακοινώσεων πολιτικών σχηματισμών αφετέρου. Αυτό όμως δεν αποτρέπει ούτε τα πρώτα ούτε τους δεύτερους από τα να λάβουν μια ξεκάθαρη θέση. Η επιλογή της μη θέσης και των ίσων αποστάσεων δεν αποτελεί πραγματική επιλογή για όσους επιδιώκουν να αντισταθούν στο κολαστήριο του σύγχρονου ιμπεριαλισμού.

Σαφή θέση λοιπόν: καταδίκη και ήττα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Είναι ο μοναδικός δρόμος για να υπάρξει ειρηνική διευθέτηση.

 

Βαγγέλης Καλιντεράκης