Ο Ριγκανισμός πεθαίνει στις ΗΠΑ, επιβιώνει στην Ευρώπη και βασιλεύει στην Ελλάδα

Του Πέτρου Παπακωνσταντίνου

Πριν από 40 χρόνια, ο Ρόναλντ Ρίγκαν διακήρυξε, μετά ορκωμοσία του ως πρόεδρος των ΗΠΑ, ότι “η κυβέρνηση δεν είναι η λύση στα προβλήματά μας, η κυβέρνηση είναι ΤΟ πρόβλημα”. Την Τετάρτη, 31 Μαρτίου, ο Τζο Μπάιντεν βάλθηκε να ενταφιάσει τον Ριγκανισμό, τουλάχιστον ως προς αυτό το σκέλος του. Το πρόγραμμα- μαμούθ για την αναστύλωση των αμερικανικών υποδομών, ύψους δύο τρισ δολαρίων (γύρω στο 10% του αμερικανικού ΑΕΠ) προκάλεσε συνειρμούς, στις σελίδες του αμερικανικού Τύπου, με το New Deal του Φράνκλιν Ντέλανο Ρούζβελτ και τη “Μεγάλη Κοινωνία” του Λίντον Τζόνσον. Ο χρόνος θα δείξει αν οι εκτιμήσεις αυτού του είδους είναι πολύ υπερβολικές. Δύσκολα θα διαφωνήσει κανείς, όμως, με την κεντρική εκτίμηση των New York Times: “Είναι ένα στοίχημα (του Μπάιντεν) ότι το κράτος μπορεί να πετύχει κολοσσιαία πράγματα, τα οποία δεν μπορεί να πετύχει ο ιδιωτικός τομέας”, εξέλιξη που μαρτυρεί ότι “το τραύμα της πανδημίας και η κλιμάκωση των κοινωνικών και φυλετικών ανισοτήτων μετατόπισαν το κέντρο βάρος της εθνικής πολιτικής ζωής” προς τα αριστερά.

Αν όμως το νεοφιλελεύθερο δόγμα, που έγινε κοσμική θρησκεία χάρη στη Θάτσερ και τον Ρίγκαν, πνέει τα λοίσθια στην Αμερική, δεν συμβαίνει το ίδιο στην Ευρώπη, τουλάχιστον όχι στην ΕΕ των 27. Αν και τραυματίστηκε βαριά από την πανδημία και τις αναγκαστικά ενισχυμένες κρατικές παρεμβάσεις για τη διάσωση των οικονομιών, παρόλα αυτά καταφέρνει να επιβιώνει. Οι αριθμοί είναι αδιάψευστοι: Στον πρώτο χρόνο της πανδημίας, το αμερικανικό κράτος έριξε 5,3 τρισ (τρισ!) δολάρια για την άμεση στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων που κινδύνευαν να κλείσουν (2,5 τρισ επί Τραμπ, άλλο 0,9 τρισ στη μεταβατική περίοδο και πρόσθετο 1,9 τρισ επί Μπάιντεν). Την ίδια περίοδο, η ΕΕ, παρότι αναγκάστηκε να σπάσει τα γερμανικά ταμπού της δημοσιονομικής πειθαρχίας, έριξε στην αγορά μόλις 750 δισ ευρώ, με μια οικονομία γύρω στα τρία τέταρτα της αμερικανικής.

Ο Εμανουέλ Μακρόν αναγκάστηκε να αναγνωρίσει ότι οι συγκρίσεις είναι τραγικές για την Ευρώπη. “Η δύναμη της αμερικανικής απάντησης και του σχεδίου Μπάιντεν μας θέτει ενώπιον ιστορικών ευθυνών. Ύστερα από το δεύτερο και το τρίτο κύμα της πανδημίας, είμαστε υποχρεωμένοι να πάρουμε συμπληρωματικά μέτρα… Είμαστε πολύ αργοί, πολύ μπερδεμένοι, πολύ στριμωγμένοι από τις γραφειοκρατίες μας” (Le Monde, 1 avril 2021). Ο Γάλλος πρόεδρος έχει καλούς λόγους να ανησυχεί: χάρη στα ογκώδη πακέτα βοήθειας που προώθησε η κυβέρνηση Μπάιντεν, η αμερικανική οικονομία αναμένεται να φτάσει τους προ πανδημίας ρυθμούς ανάπτυξης στα μέσα του 2021, ενώ στην Ευρώπη κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται να συμβεί πριν από το 2022.

Εκεί που ο Ριγκανισμός όχι απλά φυτοζωεί, αλλά γνωρίζει μια πραγματική, δεύτερη άνοιξη είναι στην Ελλάδα του Κυριάκου Μητσοτάκη. Έτοιμοι να ειρωνευτούν κάθε ιδέα για εθνικοποίηση, επίταξη, αναδιανομή και δημόσια επένδυση ως συνώνυμα της Βόρειας Κορέας, ο πρωθυπουργός και οι κορυφαίοι υπουργοί του εκμεταλλεύτηκαν τη συγκυρία της πανδημίας και του εγκλεισμού για να προωθήσουν σειρά αντεργατικών και αντισυνδικαλιστικών νόμων που έφεραν την Ελλάδα στην τελευταία θέση μεταξύ των 27 ως προς τις εργασιακές σχέσεις, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων. Σε αυτή τη λογική κινείται και το “Εθνικό Σχέδιο Ανάπτυξης” το οποίο παρουσίασε με τυμπανοκρουσίες ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Χρηματοδοτημένο από το ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης, το κυβερνητικό πρόγραμμα δικαιώνει απολύτως τον ανατριχιαστικό του τίτλο “Ελλάδα 2.0” (ωσάν αυτός ο τόπος κι αυτός ο λαός να είναι ελαττωματικά προϊόντα, που πρέπει να βγουν σε μια δεύτερη, πιο ανταγωνιστική έκδοση): πρόκειται πραγματικά για ένα πρόγραμμα κοινωνικής μηχανικής, με βάση τις ιδέες Πισσαρίδη, όπου ο μεγάλος όγκος των κονδυλίων του κατευθύνεται όχι στις λαϊκές τάξεις, αλλά στους επιχειρηματικούς ομίλους (στο όνομα, βεβαίως, της πράσινης και της ψηφιακής οικονομίας). Ακόμη και τα όποια κονδύλια “κοινωνικής συνοχής” καλούνται να ενισχύσουν την “ευλύγιστη απασχόληση”, αν και η Ελλάδα κατέχει ήδη τα πρωτεία στην Ευρώπη, σε αυτόν τον τομέα.

Οι επιπτώσεις από την αρτηριοσκληρωτική εμμονή των κυρίαρχων ευρωπαϊκών ελίτ με τον νεοφιλελευθερισμό είναι εκτεθειμένες σε κοινή θέα. “Γίναμε ο περίγελως του κόσμου” ολοφύρονται Γερμανοί αξιωματούχοι στους Financial Times για τον εξευτελισμό της χώρας τους, που πρόβαλε μέχρι χθες ως υπόδειγμα οργάνωσης και αποτελεσματικής αντιμετώπισης της πανδημίας. Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, μόλις το 11% των Γερμανών είχε δεχτεί έστω και μία δόση εμβολίου, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 29% για τις ΗΠΑ και 45% για τη Βρετανία, όπου το ευρωπαϊκό φιάσκο στον εμβολιασμό αναδείχθηκε στον πιο αποτελεσματικό συνήγορο του Brexit. Πανικόβλητοι από το τρίτο κύμα της πανδημίας, Μέρκελ και Μακρόν καταπίνουν την περηφάνεια τους και ζητούν από τον Πούτιν συμπαραγωγή και διάθεση του ρωσικού εμβολίου Sputnik V, λίγες μέρες αφότου σύρθηκαν στην ουρά των Αμερικανών για του επιβάλουν- μάλλον συμβολικές, είναι αλήθεια- κυρώσεις. Μπορεί να μην έχει ακόμη κριθεί ποιος θα είναι ο κερδισμένος από τη γεωπολιτική μάχη που συνοδεύει την πανδημία, αλλά το ποιος θα αναδειχθεί ο μεγάλος χαμένος είναι μάλλον βέβαιο: η Ευρωπαϊκή (μόνο κατ’ όνομα) Ένωση.