Τις τελευταίες εβδομάδες, η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο στην χυδαία προπαγάνδα. Σε συνεργασία με την πλειοψηφία των ΜΜΕ, κατασκευάζει μία ψεύτικη πραγματικότητα για να νομιμοποιήσει την πολιτική της, αλλά και για να αποσείσει τις ευθύνες για την διαχείριση της υγειονομικής κρίσης και το βάθεμα της εξαθλίωσης μεγάλων τμημάτων του λαού. Αυτή η ψεύτικη πραγματικότητα έχει πολλές φορές λάβει διαστάσεις απόκρυψης έως και ανοιχτής διαστρέβλωσης των γεγονότων που δεν ευνοούν το κυβερνητικό κέντρο, αλλά και κατασκευής σκευωριών.

Όμως, στη φοιτητική διαδήλωση της 10ης Φλεβάρη, κυβέρνηση και ΜΜΕ ξεπέρασαν τον εαυτό τους. Πρόκειται πλέον για ξεκάθαρη κατασκευή γεγονότων, η οποία φτάνει σε όρια αμφισβήτησης της ίδιας της δημοκρατίας. Κατασκευές της κυβέρνησης που διαψεύδονται πλήρως από το οπτικοακουστικό και φωτογραφικό υλικό, ακόμα και της ίδιας της αστυνομίας,.

Η παρακολούθηση δεκάδων βίντεο που έχουν κυκλοφορήσει στο διαδίκτυο, αλλά ακόμα και του βίντεο του drone της ΕΛΑΣ που δόθηκε στη δημοσιότητα από την ίδια την αστυνομία, δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών. Η αστυνομία επιτέθηκε με μένος στους φοιτητικούς συλλόγους, τραυματίζοντας πολλούς φοιτητές και συλλαμβάνοντας άλλους επειδή επιχείρησαν, λόγω του όγκου της διαδήλωσης, να απλωθούν στο χώρο του Άγνωστου Στρατιώτη, όπως είναι αναμφισβήτητο δικαίωμα των διαδηλωτών, που καμία κυβέρνηση τις τελευταίες δεκαετίες δεν τόλμησε να θίξει εκτός από την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Όμως, το κυριότερο είναι ότι οι δυνάμεις της Αστυνομίας με πρωτεργάτες τις μηχανοκίνητες μονάδες των νέων Μπουραντάδων επιτέθηκαν απρόκλητα, με δολοφονική μανία στην διαδήλωση την ώρα που διαλυόταν προχωρώντας σε πολλούς σοβαρούς τραυματισμούς και σε δεκάδες συλλήψεις.

Στο σημείο 1:12 του βίντεο της ΕΛΑΣ[1] είναι ξεκάθαρη η επίθεση της αστυνομίας με δακρυγόνα και βομβίδες κρότου λάμψης στο τέλος της διαδήλωσης χωρίς καμία πρόκληση. Αλλά ακόμα και να υπήρχαν μικροπροκλήσεις με εκτόξευση κροτίδων από μεμονωμένα άτομα ή μικροομάδες άσχετες με το κύριο σώμα της διαδήλωσης, καθόλου δεν δικαιολογείται η πάνοπλη αστυνομία να παίρνει την εντολή να επιτεθεί και να διαλύσει ένα σώμα πολλών χιλιάδων διαδηλωτών. Στο σημείο 2:40 του ίδιου βίντεο της αστυνομίας βλέπουμε τις μηχανοκίνητες ομάδες να εφορμούν στη Ρήγα Φεραίου χτυπώντας αδιακρίτως διαδηλωτές που απλώς προσπαθούν να φύγουν και περαστικούς που βρίσκονταν στο σημείο και στη συνέχεια να τους κυνηγούν στον περίβολο της Εθνικής Βιβλιοθήκης και στα Προπύλαια, όπου έγιναν δεκάδες προσαγωγές στο σωρό, πολλές εκ των οποίων μετατράπηκαν σε συλλήψεις. Είναι απολύτως εμφανές ότι οι συλληφθέντες στα σημεία αυτά δεν προέβαιναν σε καμία απολύτως πράξη, απλώς έτρεχαν για να ξεφύγουν από τη μανία της αστυνομίας και την ασφυκτική συνθήκη που είχαν δημιουργήσει τα δακρυγόνα. Στο σημείο 3:10 του ίδιου βίντεο, οι μηχανοκίνητες ομάδες επιτίθενται – και πάλι απρόκλητα – στην Ομόνοια σε διαδηλωτές και τους κυνηγούν στα γύρω στενά, ενώ και στο σημείο αυτό έγιναν προσαγωγές, συλλήψεις και υπήρξαν σοβαροί τραυματισμοί.

Σε βίντεο που δημοσιεύθηκε και περιλαμβάνει οπτικοακουστικό υλικό που τραβήχτηκε από ρεπόρτερ και δημοσιογράφους[2], βλέπουμε την ΕΛΑΣ σε όλη της την αγριότητα. Επιτίθενται σε διαδηλωτές, ακόμα και σε γυναίκα διαδηλώτρια, την ώρα που επιχειρούσε να ξεφύγει από το όργιο καταστολής, τους ρίχνουν στο έδαφος, τους κλωτσούν και τους ξυλοκοπούν αλύπητα με γκλομπς. Από τις αστυνομικές επιθέσεις, δεκάδες διαδηλωτές καταλήγουν στα νοσοκομεία, δύο εξ αυτών με βαρείς τραυματισμούς. Τις επόμενες μέρες, δημοσιεύεται η μαρτυρία του 60χρονου Θ.Γ.[3], ο οποίος, ενώ περνούσε από τα Προπύλαια, δέχθηκε επίθεση και ξυλοδαρμό από την αστυνομία με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του και βρέθηκε κατηγορούμενος για απείθεια.

Η κατασκευή της πραγματικότητας ξεκινά από την ίδια την ανακοίνωση της ΕΛΑΣ[4], η οποία αναφέρει:

«Στο ύψος των Προπυλαίων άτομα που βρίσκονταν στην ουρά της πορείας επιτέθηκαν εκ νέου με ρίψη μολότοφ και απωθήθηκαν με την αναγκαία χρήση δακρυγόνων.

Τραυματίσθηκαν (3) αστυνομικοί, οι οποίοι διακομίστηκαν στο 401 Γ.Σ.Ν. Αθηνών, ενώ δεν υπάρχουν μέχρι στιγμής αναφορές για τραυματισμούς ιδιωτών».

Η αφήγηση της ανακοίνωσης διαψεύδεται από το ίδιο το βίντεο της ΕΛΑΣ, στο οποίο δεν καταγράφεται καμία επίθεση με ρίψη μολότοφ στην αστυνομία, ενώ αντίθετα αποτυπώνεται ξεκάθαρα η αναίτια επίθεση της αστυνομίας με την … «αναγκαία» βροχή δακρυγόνων. Αντίστοιχα, πολλοί από τους ιδιώτες των οποίων οι τραυματισμοί «δεν αναφέρθηκαν», βρίσκονταν την ώρα της έκδοσης της ανακοίνωσης στη ΓΑΔΑ, στερούμενοι την πρόσβαση σε γιατρό, αλλά και στους δικηγόρους τους.

Πιο σοβαρή όμως είναι η παραποίηση της πραγματικότητας με τον πιο επίσημο και θεσμικό τρόπο από τον υφυπουργό Προστασίας του Πολίτη, Λ. Οικονόμου. Στην τοποθέτησή του στη βουλή, από το σημείο 9:16 και μετά στο σχετικό βίντεο[5], αναφέρει ψευδώς ότι στο Σύνταγμα υπήρξε επίθεση με μολότοφ και «καταιγισμό πετρών», ενώ στην περίπτωση των Προπυλαίων αναφέρει 30 μολότοφ και ευθείες βολές φωτοβολίδων, ενώ κάνει λόγο για «ψυχραιμία» και «σύνεση» από την ΕΛΑΣ. Τα λεγόμενα του υπουργού διαψεύδονται στο σύνολό τους από το οπτικοακουστικό υλικό. Αυτού του είδους οι δηλώσεις αποτελούν καθαρή εκτροπή.

Δεν υπάρχει πλέον καμία αμφιβολία ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιχειρεί να διαμορφώσει συνθήκες αστυνομικού κράτους. Η απαγόρευση των διαδηλώσεων με αστυνομική διαταγή σε όλη την επικράτεια, η αντιμετώπιση των πορειών με διαρκώς αυξανόμενη καταστολή, αύρες, χημικά και αστυνομική βία, η πύκνωση της παρουσίας της αστυνομίας και οι παρενοχλήσεις σε συγκεκριμένα σημεία στο κέντρο της Αθήνας, οι καταγγελίες για παρουσία ασφαλιτών στις σχολές και στις συνελεύσεις των φοιτητικών συλλόγων αποτελούν τμήματα αυτής της κατεύθυνσης.

Ωστόσο, η πιο μακροπρόθεσμη επιχείρηση τρομοκρατίας αφορά στη βιομηχανία διώξεων σε βάρος διαδηλωτών και αγωνιστών. Από τον Νοέμβριο και μετά πάνω από 200 συνδικαλιστές, νεολαίοι, αιρετοί, αλλά και περαστικοί και απλοί πολίτες έχουν συλληφθεί κατά τη διάρκεια διαμαρτυριών και διαδηλώσεων, ενώ πολλοί ακόμα έχουν κληθεί για παροχή εξηγήσεων για τοποθετήσεις και προκηρύξεις στα πλαίσια της πολιτικής και συνδικαλιστικής τους δραστηριότητας. Τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι αυτά του Προέδρου της ΠΟΕΔΗΝ, της Προέδρου της ΟΕΝΓΕ και της Προέδρου της ΕΝΙΘ, είτε για δηλώσεις που έκαναν, στο πλαίσιο της συνδικαλιστικής τους δραστηριότητας, είτε για τη συμμετοχή των ομοσπονδιών τους σε διαδηλώσεις. Ταυτόχρονα, πολλαπλασιάζονται τα στημένα κατηγορητήρια και οι σκευωρίες. Σε αρκετές δε περιπτώσεις, στους συλληφθέντες επιβάλλονται περιοριστικοί όροι, διαμορφώνοντας ένα ιδιότυπο καθεστώς ομηρίας. Αν σε αυτούς προστεθούν οι δεκάδες τραυματίες στις διαδηλώσεις, αποτυπώνεται σε όλο της το εύρος η διάσταση που παίρνει η κρατική καταστολή ως κεντρικό στοιχείο της κυβερνητικής πολιτικής. Παράλληλα, αντίστοιχα διαμορφώνονται και οι θεσμικές τομές. Ο αντισυνταγματικός νόμος για την ουσιαστική απαγόρευση των διαδηλώσεων και η ανεξέλεγκτη δυνατότητα της αστυνομίας να απαγορεύει ή να διαλύει συγκεντρώσεις, συμπληρώνεται από την νομική κατοχύρωση της βιντεοσκόπησης δημόσιων συναθροίσεων από την αστυνομία, αλλά και τις παράνομες πρακτικές της επιτήρησης γραφείων πολιτικών χώρων και κομμάτων της αριστεράς είτε από drones, είτε από την ασφάλεια.

Η ένταση της καταστολής δεν είναι ούτε σύμπτωση, ούτε εξαίρεση. Αντίθετα αποτελεί βασικό στοιχείο της πολιτικής της κυβέρνησης Μητσοτάκη, με πολλαπλούς σκοπούς. Στοχεύει να προλάβει και να καταστείλει πριν εκδηλωθούν σε όλη τους την έκταση οι κοινωνικές αντιδράσεις απέναντι στην κυβερνητική πολιτική. Μια πολιτική η οποία έχει αποτύχει πλήρως στην αντιμετώπιση της πανδημίας, έχει βαθύνει την οικονομική κρίση για τα λαϊκά στρώματα, μοιράζει τον δημόσιο πλούτο και τις υποδομές στο μεγάλο κεφάλαιο και τις επιχειρηματικές ελίτ, διαλύει ασφαλιστικά, εργασιακά δικαιώματα, περιορίζει την πρόσβαση των παιδιών των λαϊκών τάξεων στην δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση. Επιχειρεί έτσι να εξασφαλίσει την τρομοκράτηση της κοινωνίας, στην οποία συσσωρεύεται η δυσαρέσκεια. Επιπλέον, με δεδομένη την αδυναμία και την απροθυμία της κυβέρνησης να  καλύψει τις ανάγκες και τις προσδοκίες τμημάτων που εκλογικά την στηρίζουν επιχειρεί να συγκρατήσει τις απώλειες και να δημιουργήσει διαχωρισμούς με βάση το ιδεολόγημα Νόμος και Τάξη, κατασκευάζοντας με τη συνεργασία των ΜΜΕ, που ανήκουν πια, σχεδόν στο σύνολό τους, σε επιχειρηματικούς της φίλους μία ψεύτικη πραγματικότητα, είτε για την «ανομία» και την εγκληματικότητα στα πανεπιστήμια, είτε για τις διαδηλώσεις, είτε ακόμα και για τη συμβολή της νεολαίας στη διασπορά της πανδημίας.

Η πολιτική αυτή έχει ήδη ξεκινήσει να υλοποιείται από το φθινόπωρο του 2019, ενώ διαρκώς οξύνεται η επιθετικότητα της κυβέρνησης. Παράλληλα, αναβαθμίζονται οι πρακτικές της μαύρης προπαγάνδας, τόσο από τους κυβερνητικούς μηχανισμούς, όσο και από την πλειοψηφία των ΜΜΕ, σε βαθμό που προκαλούν διεθνή κατακραυγή και ανοιχτή αμφισβήτηση του ρόλου τους.

Οι πολιτικές αυτές δεν είναι αποδεκτές από την πλειοψηφία του λαού. Επιβάλλονται σε πολύ μικρότερο βαθμό από ότι προβάλλει η  κυβέρνηση, όπως απέδειξαν οι δεκάδες μαζικές διαδηλώσεις που έκαναν κουρελόχαρτο το νόμο για την απαγόρευση των διαδηλώσεων και τις απαγορεύσεις συγκεντρώσεων «λόγω» της πανδημίας. Ακόμα όμως και αυτές οι μικρές επιτυχίες της κυβέρνησης οφείλονται στη συνθήκη που έχει διαμορφώσει η πανδημία αλλά και στα ελλείματα της αριστεράς και των δυνάμεων του κινήματος. Σήμερα υπάρχει έλλειμα πολιτικών πρωτοβουλιών που να είναι αντίστοιχες των αναγκαιοτήτων της περιόδου.  Αυτό το έλλειμμα πολιτικών πρωτοβουλιών, αλλά και η απουσία μίας ενωτικής, μετωπικής κατεύθυνσης από την πλευρά των κομμάτων, μετώπων και οργανώσεων της αριστεράς ενάντια στην καταστολή, έχει κόστος για το κοινωνικό κίνημα, ενώ διευκολύνει την κυβερνητική πολιτική περιστολής των δημοκρατικών δικαιωμάτων και των λαϊκών ελευθεριών.

Είναι επείγουσα ανάγκη να  συγκροτηθεί ένα πλατύ μέτωπο υπεράσπισης των δημοκρατικών δικαιωμάτων και των λαϊκών ελευθεριών.  Ένα πλατύ μέτωπο το οποίο να περιλαμβάνει συνδικάτα, συλλόγους, σωματεία, δημοτικά σχήματα, τοπικές λαϊκές επιτροπές και συνελεύσεις. Να απευθύνεται στην πλειοψηφία του λαού, να συγκρούεται με την κυβερνητική πολιτική, τις αντιδραστικές αντιλήψεις και να σπάει το μέτωπο της μαύρης προπαγάνδας που διαμορφώνει σήμερα η κυβέρνηση με την πλειοψηφία των ΜΜΕ.

Η ενωτική πολιτική που ακολουθήθηκε την τελευταία περίοδο, έστω και με τις δυσκολίες της, μέσα από τους φοιτητικούς συλλόγους και τα σωματεία των εκπαιδευτικών, που κατάφερε να κινητοποιήσει δεκάδες χιλιάδες φοιτητές, αλλά και ευρύτερα νεολαίους και εκπαιδευτικούς είναι δείκτης για το τι μπορεί να επιτύχει η ενωτική μαζική πολιτική παρέμβαση μέσα από τα συλλογικά όργανα και διαδικασίες.

Αντίστοιχα το κείμενο υπογραφών από βουλευτές και πρώην βουλευτές του ΚΚΕ, του ΣΥΡΙΖΑ, του ΜΕΡΑ 25, της ΛΑΕ αλλά και εκατοντάδες συνδικαλιστές και αγωνιστές του κοινωνικού κινήματος ενάντια στην απαγόρευση της πορείας του Πολυτεχνείου, αποτελεί μία θετική παρακαταθήκη.

Τα κόμματα και οι οργανώσεις της αριστεράς, από το ΚΚΕ και το ΜΕΡΑ25, έως τη ΛΑΕ, την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τις οργανώσεις της ριζοσπαστικής αριστεράς οφείλουν να συμβάλλουν στην συγκρότηση ενός τέτοιου μετώπου. Ανοιχτού σε πολιτικές δυνάμεις, κοινωνικούς φορείς, αλλά και προοδευτικούς ανθρώπους που συμφωνούν στην ανάγκη υπεράσπισης των λαϊκών ελευθεριών απέναντι στην ΝΔ και τους συμμάχους της. Η υποβάθμιση αυτής της αναγκαιότητας, ο κατακερματισμός και η αυτοαναφορά δεν μπορούν να δικαιολογηθούν και ενισχύουν τον κίνδυνο της διαρκούς αντιδημοκρατικής εκτροπής και της διαμόρφωσης ενός αστυνομικού κράτους.

[1] https://www.youtube.com/watch?v=hWUIyRvK68c&feature=youtu.be

[2] https://www.youtube.com/watch?v=J408XMgaLC0&feature=youtu.be

[3] https://tvxs.gr/news/ellada/emeis-toys-gmme-toys-aristeroys-kataggelia-60xronoy-sto-tvxsgr-gia-ti-syllipsi-toy

[4] http://www.astynomia.gr/index.php?option=ozo_content&lang=%27..%27&perform=view&id=100299&Itemid=2596&lang=

[5] https://www.youtube.com/watch?v=_G6M3E22HqU&feature=youtu.be