TΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ: Αν δεν συλληφθούμε, θα διαγραφούμε!

  • Της Σαμπίνας Κουρρίζι, μέλους του ΔΣ του ΦΣ Ιστορικού/Αρχαιολογικού ΑΠΘ

Οι διαγραφές φοιτητών αποτελούν ίσως την πιο σταθερή επιδίωξη των κυβερνήσεων διαχρονικά. Από το νόμο Κοντογιαννόπουλου έως και σήμερα, βρίσκονται στο επίκεντρο οποιασδήποτε προωθούμενης αναδιάρθρωσης για την εκπαίδευση. Ταυτόχρονα, είναι το μέτρο εκείνο που διαχρονικά το φοιτητικό κίνημα αντιπαλεύει και έχει επιτυχημένα μέχρι σήμερα μπλοκάρει. Από τα πρώτα μέτρα που επιχείρησε και η ίδια η ΝΔ να προωθήσει αποτυχημένα – μετά την κατάργηση του ασύλου – ήταν το μέτρο των διαγραφών. Σήμερα, η κυβέρνηση της δεξιάς, επαναφέρει το μέτρο των διαγραφών εν μέσω πανδημίας και με τα πανεπιστήμια να βρίσκονται εκτός λειτουργίας εδώ και ένα χρόνο, θέτοντας στο στόχαστρο χιλιάδες φοιτητές.

Συγκεκριμένα, στο σχέδιο νόμου που αφορά τη δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση και παρουσιάστηκε από την Υπουργό Παιδείας Κεραμέως πλάι πλάι με τον Χρυσοχοΐδη, αναφέρεται πως « Η ανώτατη χρονική διάρκεια φοίτησης σε ένα πρόγραμμα σπουδών πρώτου κύκλου με ελάχιστη διάρκεια οκτώ (8) ακαδημαϊκά εξάμηνα για την απονομή του τίτλου σπουδών, είναι ο χρόνος αυτός, προσαυξημένος κατά τέσσερα (4) ακαδημαϊκά  εξάμηνα. Στην περίπτωση προγραμμάτων σπουδών των οποίων ο ελάχιστος χρόνος υπερβαίνει τα οκτώ ακαδημαϊκά εξάμηνα, η ανώτατη διάρκεια φοίτησης είναι ο ελάχιστος χρόνος σπουδών, προσαυξημένος κατά έξι (6) ακαδημαϊκά εξάμηνα». Με λίγα λόγια θα θεσμοθετηθεί όριο φοίτησης στα ν+2 ή ν+3 έτη σπουδών, το οποίο αν κανείς ξεπερνά θα διαγράφεται οριστικά από τη σχολή.

Τι θα σήμαινε το μέτρο αυτό αν εφαρμοζόταν σήμερα;  Στο βαθμό που επαναφέρεται από πλευράς υπουργείου η αρχική επιθετική μορφή του ν+2 και δεν αναφέρονται – ορίζονται πουθενά μέχρι στιγμής μεταβατικές διατάξεις για όσους ήδη φοιτούν,  η υλοποίηση του θα αποτελούσε ταφόπλακα για μεγάλο μέρος του μέρος του φοιτητικού σώματος. Σχεδόν στο σύνολο των πανεπιστημίων, οι μέσοι όροι λήψης πτυχίου ξεπερνούν το ν + 2 ή ν + 3, επομένως είναι προφανές ότι πολλοί ενεργοί φοιτητές παίρνουν πτυχίο αρκετά αργότερα από το ν + 3. Σχηματικά, αν ένας φοιτητής διανύει το 3ο ακαδημαϊκό έτος σε μία σχολή 4ετούς φοίτησης και ο νόμος τεθεί σε ισχύ φέτος, το χρονικό περιθώριο που θα έχει μέχρις ότου διαγραφεί θα είναι τα 3 χρόνια!  Αντίστοιχα, αν ένας φοιτητής διανύει το 5ο έτος θα του απομένει ένας χρόνος για να ολοκληρώσει τις σπουδές, διαφορετικά θα διαγράφεται! Με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα ο αριθμός των φοιτητών σε ΑΕΙ και «ανωτατοποιημένα» ΤΕΙ στην Ελλάδα ανέρχεται στους 659.535 (στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2018)  φοιτητές. Πρόκειται για ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό τόσο συγκριτικά με τον πληθυσμό όσο και σε απόλυτα μεγέθη. Από αυτούς οι 362.851 φοιτητές βρίσκονται πάνω από τα ν+2 έτη σπουδών. Συνεπώς, οι διαγραφές αγγίζουν με έναν άμεσο τρόπο το 55% του συνόλου των φοιτητών όλων των πανεπιστημίων της χώρας. Ακόμη και στην περίπτωση που δοθεί παράταση 2 ή 3 χρόνων, είναι απολύτως βέβαιο πως η πλειοψηφία εξ αυτών δεν θα καταφέρει ποτέ να αποφοιτήσει.

Προφανώς, το μέτρο δεν αφορά μόνο αυτούς που άμεσα θα διαγραφούν αν εφαρμοστεί σήμερα. Αφορά το σύνολο των φοιτητών, δηλαδή και τους φοιτητές που ήδη φοιτούν και βρίσκονται κάτω από τα ν+2 έτη, αλλά και όσους φοιτητές θα εισαχθούν στο πανεπιστήμιο στο μέλλον. Αυτό στο βαθμό που θα έρθει να λειτουργήσει ως μια πειθαρχική νόρμα που θα φιλτράρει όλες τις δραστηριότητες (κοινωνικές, ακαδημαϊκές, πολιτικές, πολιτιστικές)  ενός φοιτητή. Καθώς οποιοδήποτε δραστηριότητα θα θεωρείται ως σπατάλη χρόνου και θα ζυγίζεται από το αν πάει «πίσω τις σπουδές» και κατ’ επέκταση οδηγήσει στην διαγραφή. Φυσικά, η Υπουργός Παιδείας, οι «ανεξάρτητοι» φοιτητές, οι «γαλάζιοι» καθηγητές τηρούν σιγή ιχθύος για τους εντατικούς ρυθμούς σπουδών που αποτρέπουν εκ των πραγμάτων την λήψη του πτυχίου ακόμη και στα ν+2 χρόνια. Αντίθετα, με περίσσιο θράσος μιλούν για τους χιλιάδες φοιτητές που δεν τους «αξίζει» να σπουδάζουν, αφού δεν είναι συνεπείς (για λόγους φυσικά που δεν φταίνε οι ίδιοι), και πως πρέπει να δουν την πόρτα της εξόδου από το πανεπιστήμιο. Με αναλγησία, υπερασπίζονται το μέτρο των διαγραφών που επί της ουσίας οδηγεί στην ανεργία χιλιάδες νεολαίους, που μετά από κόπους αυτών και των οικογενειών τουw, κατάφεραν να εισέλθουν στο πανεπιστήμιο προσδοκώντας την λήψη πτυχίου, για να εργαστούν με αξιοπρεπείς όρους.

Η μανία με την οποία κινείται αυτή τη στιγμή η κυβέρνηση απέναντι στους φοιτητές και το ίδιο το φοιτητικό κίνημα, καθώς και η αναλγησία που τη διέπει, είναι έκδηλη. Δε διστάζει να φέρει και να εφαρμόσει διαγραφές φοιτητών εν μέσω πανδημίας, τη στιγμή που οι φοιτητές δε βρίσκονται στα πανεπιστήμια τους ένα χρόνο τώρα, τη στιγμή που η δια ζώσης εκπαιδευτική διαδικασία έχει αντικατασταθεί από την τηλεκπαίδευση (με όλα τα προβλήματα και τις δυσμενείς συνθήκες που αυτή επιφέρει και τα οποία πέφτουν φυσικά στις πλάτες των ίδιων των φοιτητών), την ίδια στιγμή που οι φοιτητές εξαναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις πόλεις που σπουδάζουν λόγω αποπομπής τους από τις ανεπαρκείς φοιτητικές εστίες ή της ανέχειας των οικογενειών τους. Αν αναλογιστούμε δε τις φρικτές συνθήκες που βιώνει και καλείται να αντιμετωπίσει καθημερινά η νεολαία στα πλαίσια της υγειονομικής και οικονομικής κρίσης που επέφερε η πανδημία του κορωνοϊού και την οικονομική πίεση που αναγκάζει ολοένα και περισσότερους φοιτητές να εργάζονται, οι διαγραφές είναι ένα στυγνό εκδικητικό μέτρο της κυβέρνησης.  

Η δυστοπική πραγματικότητα που επιδιώκει να διαμορφώσει η ΝΔ μέσα στα πανεπιστήμια μάλιστα δε μένει εκεί, αλλά έρχεται να συμπληρωθεί από την προσπάθεια εγκαθίδρυσης φοιτητοδικείου και εφαρμογής πειθαρχικών διώξεων και διαγραφών σε περιπτώσεις που τελούνται παραπτώματα, με την εκάστοτε «τιμωρία» να φτάνει μέχρι και την οριστική διαγραφή κάποιου από τη σχολή.  Έχει γίνει πλέον με κάθε τρόπο σαφές από την πλευρά της κυβέρνησης πως στόχευση της είναι η πειθάρχηση κι η καθυπόταξη του φοιτητικού σώματος, αλλά και της νεολαίας εν γένει.

Οι διαγραφές φοιτητών αποτελούν τη δαμόκλειο σπάθη σε αυτή τη διαδικασία, με μπροστάρισσα φυσικά τη Νίκη Κεραμέως, η οποία τόσο χυδαία και ξεδιάντροπα διακηρύσσει από τις πρώτες ημέρες της υπουργίας της πως στόχος είναι η πειθάρχηση των φοιτητών και σήμερα έρχεται να την κάνει πράξη. Άλλωστε, για αυτό το νέο νομοσχέδιο προβλέπει την θέσπιση ειδικού σώματος, πανεπιστημιακής αστυνομίας, αλλά και τη συγκρότηση φοιτητοδικείων. Δεν είναι τυχαίο μάλιστα, πως όποιος εμφανίζει «αποκλίνουσα» συμπεριφορά, άλλως «εγκληματική» κατά το νέο νομοσχέδιο, μπορεί να υφίσταται την ποινή της στέρησης του δικαιώματος συμμετοχής στις εξεταστικές, ακόμη και της οριστικής διαγραφής.  Βεβαίως το υπουργείο και τα καθεστωτικά ΜΜΕ ως άλλα παπαγαλάκια της, επιστρατεύουν διάφορου τύπου επιχειρήματα προκειμένου να τεκμηριώσουν αυτό το μέτρο, εισάγοντας και επαναφέροντας διαρκώς το «πρόβλημα των αιωνίων».  Θα επανέρθουμε στα πραγματικά αίτια που οδηγούν στην παράταση των σπουδών για ένα μεγάλο κομμάτι των φοιτητών καθώς και στην πραγματική λειτουργία του ορίου φοίτησης εκτενέστερα και παρακάτω. Προς το παρόν είναι σκόπιμο να αναλύσουμε την αφήγηση που χτίζουν τόσο η κυβέρνηση και το υπουργείο όσο και τα ΜΜΕ που τους στηρίζουν σε σχέση με την προώθηση των διαγραφών, το «πρόβλημα των αιωνίων» και την απαιτούμενη αριστεία που οφείλει να διακατέχει το ελληνικό πανεπιστήμιο.

  1. Μύθοι και πραγματικότητες

Η κυβέρνηση, αλλά και το μιντιακό κατεστημένο που την υποστηρίζει ( Καθημερινή, Σκάι κτλ.) όλο το προηγούμενο διάστημα έχουν συγκροτήσει μια αφήγηση γύρω από τα προβλήματα του εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα και κατ’ επέκταση προωθούν τις «αναγκαίες» αναδιαρθρωτικές τομές. Στο πλαίσιο αυτό, όσον αφορά το ζήτημα της χρονικής διάρκειας των σπουδών και προκειμένου να τεκμηριωθεί η προώθηση των διαγραφών, αναπαράγονται διάφορα επιχειρήματα. Δεν πρόκειται να αναφερθούμε στα σαθρά επιχειρήματα, όπως το ότι οι «αιώνιοι» φοιτητές κοστίζουν, καθώς πρόκειται για επιχειρήματα που καταρρίπτονται από την ίδια την πραγματικότητα: οι φοιτητές που ξεπερνάνε τα ν+2 χρόνια φοίτησης δεν απολαμβάνουν τις φοιτητικές παροχές ( παρά μόνο την κόλλα χαρτί για τις εξετάσεις τους).

Θα εξετάσουμε τα επιχειρήματα  που αφορούν τις δεξιότητες των φοιτητών – αποφοίτων σε σύγκριση κιόλας με τις υπόλοιπες χώρες, τις μαθησιακές δεξιότητες των εργαζόμενων, ως αποτέλεσμα της εκπαίδευσης που λαμβάνουν, τις χαμηλές και ανεπαρκείς δεξιότητες των ανέργων και την χαμηλή παραγωγικότητα των εργαζομένων ως «αποτέλεσμα των προβλημάτων της εκπαίδευσης». Τα επιχειρήματα αυτά υπάρχουν και στην ίδια την εισηγητική έκθεση του Πισσαρίδη για την εκπαίδευση, η παρουσίαση βέβαια των δεδομένων  είναι επιλεκτική και εκλεκτική προς επικύρωση των «αναγκαίων» μέτρων που προτείνονται. Η παρουσίαση των στοιχείων προέρχεται από τον ΟΟΣΑ ο οποίος σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να κατηγορηθεί για «αριστερές» παρεκκλίσεις.

Μύθος 1ος : Οι μορφωτικές δεξιότητες των εργαζομένων είναι χαμηλές

 Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση Πισσαρίδη: «Μια επιπλέον πιθανή αιτία της χαμηλής παραγωγικότητας είναι η απουσία των κατάλληλων δεξιοτήτων… Ως προς την απουσία δεξιοτήτων, τα στοιχεία δείχνουν ότι παρά το υψηλό ποσοστό αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στον πληθυσμό, λείπουν από αυτόν απαραίτητα εφόδια για την αγορά εργασίας». Ας εξετάσουμε λοιπόν με βάση τα δικά τους στοιχεία κατά πόσο ισχύει κάτι τέτοιο.

Τα παρακάτω στοιχεία δείχνουν ότι η απόκλιση των μορφωτικών δεξιοτήτων των Ελλήνων εργαζομένων από το Μέσο Όρο των χωρών του ΟΟΣΑ είναι της τάξης του 6%, τη στιγμή που η δαπάνη για την τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι μικρότερη κατά 35%.  Διαφορετικά εκφρασμένο συμπεραίνουμε πως ενώ οι μορφωτικές δεξιότητες των Ελλήνων εργαζομένων βρίσκονται στο 95% του Μέσου Όρου, η κατά κεφαλήν δαπάνη αντιστοιχεί στο 28% του Μέσου Όρου. Το πολιτικό συμπέρασμα το οποίο εξάγεται από τα παραπάνω στοιχεία είναι  πως πραγματικά αποτελεί μύθο η θεώρηση των χαμηλών δεξιοτήτων. Στην πραγματικότητα η Ελλάδα παράγει εργαζόμενους με εφάμιλλες δεξιότητες των υπόλοιπων κρατών, με μικρότερη εκπαιδευτική δαπάνη.

Πίνακας 1:  Μέσος βαθμός δεξιοτήτων στο εργατικό δυναμικό

Πίνακας 2 και 3 : Ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) κατά κεφαλήν και δημόσια δαπάνη για την τριτοβάθμια εκπαίδευση

Όπως βλέπουμε, η απόκλιση της Ελλάδας από το Μέσο Όρο των χωρών του ΟΟΣΑ είναι περίπου 15 μονάδες δηλαδή μία απόκλιση της τάξης του 6%. Αμέσως μπορεί να ισχυριστεί κανείς πως η Ελλάδα βρίσκεται κάτω από τον Μ.Ο των χωρών ΟΟΣΑ. Η πραγματική σύγκριση βεβαίως οφείλει να γίνει στην συσχέτιση αυτών των δεικτών τόσο με το κατά κεφαλήν ΑΕΠ όσο και με την κατά κεφαλή δαπάνη για την τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Μύθος 2ος : Η ανεργία οφείλεται στις ελλειμματικές δεξιότητες των ίδιων των ανέργων

 Με βάση πάλι τα πορίσματα της έκθεση Πισσαρίδη και τις προτάσεις πολιτικής: «Τα άτομα χωρίς δουλειά είναι πιθανότερο να μην διαθέτουν τις δεξιότητες που απαιτούνται στην αγορά εργασίας». Να πούμε ευθύς εξαρχής πως η πρόταση αυτή έρχεται σε αντίφαση με την παρουσίαση των δεδομένων από την ίδια την εισηγητική έκθεση, καθώς η ίδια αναφέρει πως με βάση την  έρευνα PIACC του ΟΟΣΑ ένα ποσοστό του πληθυσμού το υψηλότερο ποσοστό σε όλες τις συμμετέχουσες στην έρευνα χώρες – είναι υπερεκπαιδευμένο. Αυτό αποτυπώνεται καθαρά και στους παρακάτω πίνακες:

 Πίνακας 4: Μέσος βαθμός δεξιοτήτων κειμένου σε εργαζόμενους και άνεργους

Πίνακας 5: Μέσος βαθμός μαθηματικών δεξιοτήτων σε εργαζόμενους και άνεργους

Από τους παραπάνω πίνακες του ΟΟΣΑ μπορεί κανείς να διαπιστώσει τα εξής: α) ο μέσος βαθμός δεξιοτήτων των εργαζομένων με αυτόν των ανέργων διαφέρει μόλις κατά 6 μονάδες, β) η διαφορά αυτή στο μέσο βαθμό δεξιοτήτων είναι μικρότερη από την αντίστοιχη της ΕΕ, η οποία αγγίζει τις 18 μονάδες.  Αποτελεί δηλαδή έναν ακόμη μύθο στην χώρα μας το γεγονός πως οι άνεργοι δεν βρίσκουν δουλειά γιατί δεν έχουν τις απαιτούμενες δεξιότητες για να καλύψουν θέσεις στην αγορά εργασίας. Ακόμη, αποδεικνύεται πως η ποιότητα των ελληνικών προγραμμάτων σπουδών των πανεπιστήμιων και οι δεξιότητες που αποκτούν μέσω αυτών οι απόφοιτοί τους, δεν υστερούν σε σχέση με αυτά του εξωτερικού. Συνάγεται, λοιπόν, πως οι απόφοιτοι των ελληνικών πανεπιστημίων, εργαζόμενοι ή άνεργοι, έχουν τις απαιτούμενες μορφωτικές δεξιότητες, για να καλύψουν τις θέσεις στην αγορά εργασίας, ανεξάρτητα από την χρονική διάρκεια των σπουδών τους. Αποτελεί γεγονός πως η εισαγωγή χρονικού ορίου σπουδών δεν επιδρά στις δεξιότητες των αποφοίτων, όπως η κυβέρνηση και τα φερέφωνα της ισχυρίζονται.

 

  1. Ποια είναι τα αίτια της παράτασης της διάρκειας των σπουδών των φοιτητών

Αποτελεί μια πραγματική κατάσταση πως ένα μεγάλο κομμάτι φοιτητών καθυστερεί να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Με μια  πρώτη ματιά στις κυβερνητικές φυλλάδες και τα εξαγορασμένα κανάλια θα δει κανείς πως ο βασικός λόγος είναι οι «τεμπέληδες» φοιτητές, οι οποίοι πρέπει να μάθουν από πειθαρχία. Έτσι συμπυκνώνεται η επίθεση προς τους φοιτητές και τις οικογένειες τους από πλευράς πολιτικού και μιντιακού κατεστημένου.

Αντίθετα από την κυβερνητική προπαγάνδα οι ρίζες του ζητήματος βρίσκονται αλλού. Για την πλειοψηφία των φοιτητών η παράταση της διάρκειας των σπουδών είναι μια αναγκαστική κατάσταση που επιβάλλεται από συγκεκριμένες συνθήκες. Δύο είναι οι βασικοί παράγοντες που διαμορφώνουν ένα ασφυκτικό πλαίσιο φοίτησης, αλλά και τους όρους για την παράταση της χρονικής διάρκειας των φοιτητών: α) οι υπάρχουσες οικονομικές συνθήκες και η επιτακτική ανάγκη από πλευράς φοιτητών να «δράσουν» και β) η καθηγητική ασυδοσία και ο καθηγητικός αυταρχισμός.

Με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2017 το 20% των φοιτητών εργαζόταν. Κατ’ αρχήν αν συνυπολογίσει κανείς την έκταση της μαύρης εργασίας στην Ελλάδα (ειδικότερα για τους φοιτητές) το ποσοστό αυτό είναι υποεκτιμημένο. Είναι, όμως, δεδομένο ότι ένα μεγάλο κομμάτι φοιτητών βάσει των οικονομικών συνθηκών προκειμένου να μπορέσει να σπουδάσει είτε ακόμη και να συνεισφέρει στον οικογενειακό προϋπολογισμό εργάζεται. Ως φυσικό αποτέλεσμα αυτού έρχεται και η παράταση του χρόνου σπουδών. Μπορεί κανείς να συνυπολογίσει και τις ίδιες τις κρατικές ευθύνες, όσον αφορά τις παροχές προς τους φοιτητές, αλλά και γενικότερα την εκπαιδευτική δαπάνη στην Ελλάδα. Η Ελλάδα είναι – κοινώς παραδεκτό από όλους- τελευταία όσον αφορά τις δαπάνες για την εκπαίδευση. Αυτό αντανακλάται σε ένα σύνολο λειτουργιών και υποδομών των πανεπιστημίων. Ένα μεγάλο τμήμα των φοιτητών καλείται να σπουδάσει εκτός τόπου κατοικίας, ενώ είναι μικρό εκείνο το τμήμα των φοιτητών το οποίο στεγάζεται στις εστίες.

Η πλατιά μάζα των φοιτητών ανήκει στα λαϊκά στρώματα. Αν συνδυάσει κανείς τις τεράστιες οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει η λαϊκή οικογένεια ειδικότερα τα τελευταία 10 χρόνια με τις ανύπαρκτες υποδομές των ελληνικών πανεπιστημίων γίνεται κατανοητή και η επιλογή ενός μεγάλου μέρους των φοιτητών να εργαστεί. Πολλώ δε μάλλον, στις σημερινές συνθήκες κρίσης που συνιστούν ακόμα μεγαλύτερη δυσκολία για την πλειοψηφία της νεολαίας και των λαϊκών στρωμάτων, η επιλογή φοιτητών να εργαστούν αποτελεί μονόδρομο.

Οποιοσδήποτε έχει την παραμικρή σχέση με την κοινωνική πραγματικότητα των ελληνικών πανεπιστημίων μπορεί να κατανοήσει και τον δεύτερο παράγοντα: την καθηγητική ασυδοσία και τον καθηγητικό αυταρχισμό.

Είναι γνωστό και διαδεδομένο ότι στο εσωτερικό των σχολών αναδεικνύονται ακραία φαινόμενα μαζικών κοψιμάτων από πλευράς καθηγητών. Το σύνολο των σχολών έχουν την «τιμή» να έχουν καθηγητές που αυθαιρετούν, χωρίς να λογοδοτούν σε κανέναν. Αυτό είτε αφορά την δυσκολία των θεμάτων, είτε τα μαζικά κοψίματα, είτε και τα δύο μαζί. Μάλιστα, στον ένα χρόνο εφαρμογής της τηλεκπαίδευσης και των τηλε-εξεταστικών, τα φαινόμενα αυτά εντάθηκαν και πήραν μεγαλύτερη έκταση, στο βαθμό που οι ηλεκτρονικές διαδικασίες έδιναν το «ελεύθερο» στην έξαρση της αυθαιρεσίας.

Η καθηγητική ιεραρχία και οι διοικήσεις των πανεπιστημίων και των τμημάτων, στο πλαίσιο μίας επαγγελματικής ομερτά, δεν αιτιολογούν την μαζική απόρριψη φοιτητών σε συγκεκριμένα μαθήματα, ούτε κινούνται για να αποτρέψουν τις μαζικές απορρίψεις φοιτητών με  παρεμβάσεις, είτε για την δομή των μαθημάτων, είτε για την καταλληλότητα των διδασκόντων είτε για τον βαθμό της δυσκολίας των θεμάτων.

Σχεδόν σε όλες τις σχολές υπάρχει ένας αριθμός μαθημάτων ή διδασκόντων που οι φοιτητές κουβαλούν για πολλά εξάμηνα, ακόμα και αν έχουν περάσει όλα τα υπόλοιπα, έχοντας κοπεί σε διαδοχικές εξεταστικές. Το μέτρο των διαγραφών δίνει εξουσία ζωής στους καθηγητές, αφού κρίνεται πλέον όχι το πότε, αλλά το αν ένας φοιτητής θα πάρει πτυχίο.

Δεν πάει πολύς καιρός που πήραν  το φως της δημοσιότητας οι δύο καθηγητές που έπαιρναν φακελάκια για να περάσουν τους φοιτητές. Την ίδια στιγμή, γνωστοποιούταν μέσα από τα ρεπορτάζ ότι «δεν ήταν λίγοι μάλιστα οι φοιτητές και οι καθηγητές που έκαναν λόγο για «κοινό μυστικό» αναφερόμενοι στην δράση των δύο καθηγητών». Αν οι καθηγητές σιώπησαν για αυτό το ζήτημα, είναι εμφανές πως για πιο απλές αυθαιρεσίες το χρονικό διάστημα που συντηρούνται τα κοινά μυστικά είναι πολύ μεγαλύτερο. Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε διαδικασία, που χρήζει και ποινικής δίωξης, είναι γεγονός πως οι «μεγαλοκαθηγητάδες» χτίζουν το κύρος τους και το γόητρο τους με την εξουσία που έχουν να κόβουν τους φοιτητές και να γεμίζουν τα αμφιθέατρα. Αντίστοιχα, μόλις βγήκε στο φως της δημοσιότητας η υπόθεση των καθηγητών στη Θεσσαλονίκη που καταγγέλλονται για περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης από νυν και πρώην φοιτήτριες. Προφανώς οι συμπεριφορές αυτές αποτελούν εξαίρεση, αντίθετα όμως τα αυθαίρετα μαζικά κοψίματα αποτελούν κανόνα.

Η μοναδική μετρήσιμη αποτύπωση αυτών των πρακτικών από πλευράς καθηγητών μπορεί μόνο να αναδειχθεί από την αύξηση της παρακολούθησης των πανεπιστημιακών φροντιστηρίων και των ιδιαίτερων προκειμένου οι φοιτητές να περνάνε τα εν λόγω μαθήματα. Ένα ακόμα μετρήσιμο μέγεθος, είναι η αύξηση των αλυσίδων μαθημάτων, των προαπαιτουμένων, των δαιδαλωδών κριτηρίων που πρέπει να πληρούνται για να δώσει κάποιος φοιτητής μαθήματα, αλλά και άλλες καινοτομίες που τα τελευταία χρόνια έχουν εισαχθεί στα πανεπιστήμια.

Τι εξυπηρετεί πραγματικά το μέτρο των διαγραφών

Γίνεται εμφανές από όλα τα παραπάνω πως η προώθηση του μέτρου των διαγραφών εξυπηρετεί έναν και μόνο σκοπό: την πειθάρχηση των φοιτητών. Πίσω από την προπαγάνδα των MME και του Υπουργείου Παιδείας, πίσω από τα σαθρά επιχειρήματα των κυβερνητικών δημοσιογράφων, πίσω από τις σοβαροφανείς εκθέσεις των καθηγητών, αυτό που κρύβεται είναι η προσπάθεια πειθάρχησης και υποταγής των φοιτητών και της νεολαίας σε νόρμες, η αδρανοποίηση τους, το χτύπημα στη δυνατότητα τους να συγκροτούν κινηματικές διεργασίες και τριγμούς στο πολιτικό σκηνικό. Είναι στην πραγματικότητα οι κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες, ο ριζοσπαστισμός και η δυναμική του φοιτητικού κινήματος στα οποία επιτίθενται. Το φοιτητικό κίνημα, άλλωστε, έχει αποτελέσει δεκαετίες τώρα το αγκάθι για την κυβερνητική πολιτική κι η επίθεση που εξαπολύει σήμερα η κυβέρνηση της ΝΔ έγκειται ακριβώς στο να το κάμψει.

Η προσπάθεια μετατροπής των πανεπιστημίων σε στρατόπεδα, με τον πέλεκυ των διαγραφών και των πειθαρχικών διώξεων/διαγραφών πάνω από τα κεφάλια των φοιτητών, είναι η εικόνα που ονειρεύονται η Κεραμέως και σύσσωμη η κυβέρνηση της ΝΔ παρέα με τους εγκάθετους καθηγητές που απολαμβάνουν καθημερινά θέση στα ΜΜΕ και διακηρύττουν την «αναγκαία κάθαρσης» των πανεπιστημίων. Μια κάθαρση που θα επιτηρείται από το όπλο της πανεπιστημιακής αστυνομίας, θα εποπτεύεται από τα φοιτητοδικεία και θα καταλήγει στην διαγραφή δεκάδων χιλιάδων φοιτητών. Το ότι η κυβέρνηση επιχειρεί συγχρόνως με τις διαγραφές φοιτητών να θεσμοθετήσει νέο σύστημα εισαγωγής (ΕΒΕ) στην τριτοβάθμια, αναδεικνύει ως ένα βαθμό και την άλλη πλευρά της νεοφιλελεύθερης πολιτικής της. Δηλαδή, τον ζήλο που τη διακατέχει για τη μείωση των αποφοίτων των πανεπιστημίων και την άμεση απορρόφηση τους σε ιδιωτικά ΙΕΚ, κολλέγια κλπ, με στόχο να εξυπηρετούνται οι σχέσεις που συνάπτει με τμήματα του κεφαλαίου.

Το επίδικο που ανοίγεται μπροστά μας είναι τεράστιο. Η εφαρμογή του νόμου αν ψηφιστεί και τεθεί σε ισχύ με αυτούς τους όρους, θα οδηγήσει χιλιάδες φοιτητές εκτός πανεπιστημίου. Η ΝΔ φαίνεται διατεθειμένη να προχωρήσει εμπροσθοβαρώς αυτή την επιθετική πολιτική κατεύθυνση, αφαιρώντας τη δυνατότητα λήψης πτυχίου από ένα μεγάλο τμήμα του φοιτητικού σώματος που αυτή τη στιγμή βρίσκεται ή έχει ξεπεράσει το όριο του ν+2. Το φοιτητικό κίνημα καλείται να δώσει μία μακρά μάχη σε πολλαπλά επίπεδα, ώστε να θέσει φραγμούς στην αυταρχική κατρακύλα της κυβέρνησης και τη μετατόπιση του συσχετισμού δυνάμεων στο εσωτερικό των πανεπιστημίων. Διακύβευμα σε σχέση με το μέτρο των διαγραφών και στόχος για τις δυνάμεις του φοιτητικού κινήματος πρέπει να αποτελεί η μη ισχύς κι εφαρμογή κανενός μέτρου που θα οδηγήσει στη διαγραφή χιλιάδων ενεργών φοιτητών και μάλιστα εν μέσω πανδημίας.  Στο βαθμό που δεν έχουν οριστεί μεταβατικές διατάξεις και το Υπουργείο επιλέγει να κρατά σιγή ιχθύος-αναδεικνύοντας και τις ανάλογες βλέψεις που έχουν- είναι εκ των ων ουκ άνευ η ανυποχώρητη διεκδίκηση και θέση να μη διαγραφεί κανένας φοιτητής.

Απέναντι στον Αρμαγεδδώνα που μας επιφυλάσσουν, κινητήριος δύναμη μπορεί να είναι μόνο το μαζικό φοιτητικό κίνημα και οι ριζοσπαστικές κινητοποιήσεις. Το νομοσχέδιο αυτό πρέπει να σταλεί στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, μαζί με όλα τα προηγούμενα. Η μη εφαρμογή του ορίου φοίτησης και των διαγραφών φοιτητών, ακόμη και σε περιπτώσεις που είχε ψηφισθεί, επιτεύχθηκε μέσα από τους μαζικούς αγώνες του φοιτητικού κινήματος που έθετε αταλάντευτα την προάσπιση των δικαιωμάτων των φοιτητών. Σήμερα, οι αγώνες και οι μάχες των προηγούμενων δεν μπορεί παρά να αποτελέσουν εφαλτήριο για τους αγώνες που καλούμαστε να δώσουμε σήμερα.