Άρθρο του Πέτρου Παπακωνσταντίνου

Όταν γράφονταν αυτές οι γραμμές, η νίκη του Τζο Μπάιντεν διαγραφόταν βέβαιη. Παρότι επωφελήθηκε από την τύχη για να κερδίσει με οριακή διαφορά κρίσιμες πολιτείες που του δίνουν την πλειοψηφία στο εκλεκτορικό κολέγιο, ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει τη λαϊκή του νομιμοποίηση. Ο πρώην αντιπρόεδρος του Ομπάμα πήρε πάνω από 74,5 εκατομμύρια ψήφους, περισσότερους από κάθε άλλο υποψήφιο στην ιστορία των ΗΠΑ και τουλάχιστον 4 εκατομμύρια περισσότερους από τον Τραμπ. Η διαφορά τους είναι αυτή τη στιγμή στο 3% και αναμένεται να αυξηθεί με την καταμέτρηση των ψήφων που υπολείπονται- χοντρικά θα είναι η μισή από εκείνη που προέβλεπε ο μέσος όρος των τελευταίων δημοσκοπήσεων, πάντως όχι ασήμαντη. Όλα αυτά, σε μια άκρως πολωτική αναμέτρηση, όπου η λαϊκή συμμετοχή έφτασε το 66%, το μεγαλύτερο ποσοστό από το 1900.

Αν και ο Τζο Μπάιντεν, που θα κλείσει τα 78 του χρόνια στις 20 Νοεμβρίου και μπήκε για πρώτη φορά στη Γερουσία πριν από 47, ενσαρκώνει το κατεστημένο των Δημοκρατικών και δεν εμπνέει ούτε εκείνους που τον ψήφισαν, η ήττα του Τραμπ προκαλεί δικαιολογημένα αισθήματα ανακούφισης στους προοδευτικούς ανθρώπους όλου του κόσμου. Ωστόσο, οποιοσδήποτε εφησυχασμός θα ήταν εντελώς εκτός τόπου και χρόνου. Ακόμη και χωρίς τον Τραμπ στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπισμός, το αντιδραστικό ρεύμα του εθνικισμού, του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, που βρήκε σ’ αυτή την περσόνα των τηλεοπτικών ριάλιτι τον ιδανικό εκφραστή του, θα μείνει ισχυρό και απειλητικό στο ορατό μέλλον, σε Αμερική και Ευρώπη. Επί τέσσερα χρόνια, οι Αμερικανοί έβλεπαν έναν πλουτοκράτη δημαγωγό να προσβάλλει θύματα της αστυνομικής βίας, να χωρίζει παιδιά μεταναστών από τους γονείς τους, να καθυβρίζει διαδηλωτές, να εγκωμιάζει ακροδεξιές συμμορίες, να λοιδωρεί λαούς, έθνη και φυλές. Τελικά, 70,5 εκατομμύρια από αυτούς, περίπου το 47,5% του εκλογικού σώματος, αποφάσισαν ότι τους άρεσε αυτό που έβλεπαν. Κάποιοι θα πουν ότι οι λαοί έχουν τους ηγέτες που τους αξίζουν. Για την σκεπτόμενη και μαχόμενη Αριστερά, ο ελιτισμός είναι πάντα κακός σύμβουλος.

Η νίκη του Τραμπ το 2016 δεν ήταν ένα ιστορικό «ατύχημα», μια προσωρινή εκτροπή της Αμερικής από τη «φυσιολογική» πορεία της, αλλά το σύμπτωμα μιας βαρύτατης κοινωνικής παθολογίας. Εκείνη η αναμέτρηση ανέδειξε το τεκτονικό ρήγμα που διατρέχει την Αμερική και όλες τις κοινωνίες του αναπτυγμένου καπιταλισμού: το ρήγμα ανάμεσα στους κερδισμένους και τους χαμένους της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, ρήγμα που έγινε βαθύτερο ύστερα από τη μεγάλη διεθνή κρίση του 2007-2010. Η Χίλαρι Κλίντον- σύζυγος του 42ου προέδρου που προώθησε τη NAFTA, την ένταξη της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, χρεώθηκε τον μαρασμό βιομηχανικών πόλεων και το ξήλωμα προοδευτικών ρυθμίσεων της εποχής Ρούζβελτ για τον έλεγχο των τραπεζών- εκπροσωπούσε τους κερδισμένους αυτού του νέου καπιταλιστικού κόσμου. Ο αριστερός γερουσιαστής Βερμόντ Μπέρνι Σάντερς, που λίγο έλειψε να κερδίσει το χρίσμα των Δημοκρατικών, εκπροσωπούσε τα κοινωνικά στρώματα που πλήττονταν σκληρά και απογοητεύτηκαν από την «κεντρώα» πολιτική Ομπάμα. Όταν βγήκε, με αμφισβητούμενες διαδικασίες, εκτός κούρσας, το πεδίο έμεινε ανοικτό για να διοχετευτούν η δυσφορία και η οργή πληβειακών και μικροαστικών στρωμάτων προς τον Τραμπ, έναν ολιγάρχη που δεν προερχόταν όμως από το πολιτικό κατεστημένο της Ουάσιγκτον και εμφανιζόταν ως η μόνη διαθέσιμη επιλογή «ρήξης».

Ήδη το 1999, όταν ο αριβίστας Τραμπ (εμφανιζόταν εναλλάξ ως Δημοκρατικός ή Ρεπουμπλικανός) ήδη ερωτοτροπούσε με την ιδέα να κατέβει στον πολιτικό στίβο, είχε διακηρύξει ότι κανείς από τους τότε προεδρικούς υποψηφίους (Αλ Γκορ και Τζορτζ Μπους) «δεν εκπροσωπούσε τους εργάτες και τις εργάτριες στα κεντρικά διαμερίσματα της χώρας». Το ότι ένας πλουτοκράτης εμφανίζεται ως Ιππότης της εργασίας, είναι βέβαια εξοργιστικό. Το θλιβερό είναι ότι το έκανε αποτελεσματικά, χάρη στον ιδεολογικό εκφυλισμό των αντιπάλων του. Η νίκη του 2016 εναντίον της Χίλαρι Κλίντον (αν και είχε χάσει στη λαϊκή ψήφο με τρία εκατομμύρια ψήφους διαφορά) ήταν το υψωμένο, μεσαίο δάχτυλο μεγάλου μέρους των λαϊκών στρωμάτων στις κοσμοπολίτικες ελίτ που τις περιφρονούν, με περίσσεια αλαζονείας και ναρκισσισμού, μέσα από τους γυάλινους πύργους τους.

Καταλυτικό ρόλο στη νίκη του Τραμπ έπαιξε το γεγονός ότι κατόρθωσε να γκρεμίσει το «μπλε τείχος» των Δημοκρατικών στις μεσοδυτικές, βιομηχανικές πολιτείες (Μίσιγκαν, Πενσιλβάνια, Οχάιο, Ουισκόνσιν) που αποτελούσαν παραδοσιακά τους προπύργια. Οι νίκες του ήταν κατά κανόνα οριακές, το σημαντικό όμως είναι ότι στηρίχτηκαν στη μαζική στροφή της λευκής εργατικής τάξης προς την πλευρά του. Κάτι ανάλογο συνέβη στη Βρετανία, όπου η νίκη του Brexit το 2016 και του Τζόνσον πέρυσι στηρίχτηκε στο γκρέμισμα του «κόκκινου τείχους» των Εργατικών στις βιομηχανικές περιοχές της βόρειας Αγγλίας. Υπό αυτό το πρίσμα, η τελευταία τετραετία ήταν η πένθιμη καμπάνα για τη στρατηγική των «Νέων Δημοκρατών» του Κλίντον και του «Νέου Εργατικού Κόμματος» του Μπλερ, της στροφής στο κοινωνικό και πολιτικό «Κέντρο», δηλαδή στην κεντροαριστερή εκδοχή του νεοφιλελευθερισμού και της παγκοσμιοποίησης. Στην αξεπέραστη για τον κυνισμό της Βρετανία, κάποιοι εξυπνάκηδες αναλυτές έλεγαν ότι η στροφή στη «μεσαία τάξη» είναι το κλειδί για την πολιτική ηγεμονία, καθώς υπάρχουν δύο προβλήματα για όσους εστιάζουν στο εργατικό κίνημα: ότι δεν έχουμε πια κίνημα κι ότι δεν έχουμε πια εργάτες. Η συνέχεια δεν είχε τόσο πλάκα, τουλάχιστον για τους ίδιους.

Στη φετινή αναμέτρηση, ο Τζο Μπάιντεν κέρδισε, καθαρά αυτή τη φορά, τη μάχη για το χρίσμα των Δημοκρατικών κυρίως γιατί ήταν ο μόνος που μπορούσε να γεφυρώσει προεκλογικά το βαθύ χάσμα ανάμεσα στη δεξιά και την αριστερή πτέρυγα και να συσπειρώσει την κοινωνική βάση του κόμματος. Παρόλα του τα μειονεκτήματα, διείδε σωστά από πολύ νωρίς ότι η μάχη θα κρινόταν από το κατά πόσο θα κατάφερνε να ανοικοδομήσει το «μπλε τείχος» που είχε γκρεμίσει ο Τραμπ, στις βιομηχανικές, μεσοδυτικές πολιτείες. Προς αυτή την κατεύθυνση τον βοήθησε το γεγονός ότι, υπό την πίεση της αριστερής πτέρυγας των Σάντερς, Οκάσιο- Κορτέζ και άλλων, υιοθέτησε το πιο αριστερό οικονομικό πρόγραμμα που εμφάνισε Δημοκρατικός υποψήφιος από την εποχή του Ρούζβελτ (διπλασιασμός βασικού μισθού, δίκαιη φορολογία των ανώτερων εισοδηματικών κατηγοριών, μεγάλο πρόγραμμα σε έργα υποδομών, ενίσχυση της κρατικής παρέμβασης και των συνδικάτων, προστασία της εθνικής παραγωγής). Υπάρχουν, βέβαια, βάσιμοι λόγοι να αμφιβάλλει κανείς κατά πόσο όλα αυτά θα γίνουν πράξη, φαίνεται όμως ότι αυτός ο προσανατολισμός του, μαζί με το πολύ διαφορετικό προφίλ του από την Κλίντον (γεννήθηκε στην Πενσιλβάνια και πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια) έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στο αποτέλεσμα. Ο Μπάιντεν κέρδισε πέντε από τις επτά βιομηχανικές, μεσοδυτικές πολιτείες, παίρνοντας πίσω τρεις από εκείνες που είχε κερδίσει ο Τραμπ. Στις δύο από αυτές η διαφορά ήταν οριακή, αλλά η γενική τάση είναι ευδιάκριτη.

Ορισμένοι Αμερικανοί και Ευρωπαίοι αναλυτές εστίασαν στην εκλογική συμπεριφορά των λευκών που δεν έχουν πτυχίο ανώτατης εκπαίδευσης για να συμπεράνουν ότι η πλειοψηφία της λευκής εργατικής τάξης συνεχίζει να στηρίζει τον Τραμπ. Το συμπέρασμα αυτό μοιάζει αυθαίρετο, παρότι ο απερχόμενος πρόεδρος όντως διατηρεί ανησυχητικά μεγάλη υποστήριξη από αυτό το κοινωνικό στρώμα. Σε πανεθνικό επίπεδο, οι μη έχοντας πανεπιστημιακή παιδεία μοιράστηκαν (49%- 49%), ενώ το 2016 ο Τραμπ υπερείχε καθαρά (52%-43%). Έπειτα, οι εκπαιδευτικοί τίτλοι δεν είναι, από μόνοι τους, ασφαλές κριτήριο κοινωνικής ένταξης. Στους μη διπλωματούχους περιλαμβάνονται αγροτικά στρώματα και γενικά άνθρωποι της υπαίθρου όπου ο Τραμπ υπερισχύει καθαρά (54%-45%), ενώ στις μεγάλες πόλεις ο Μπάιντεν νίκησε κατά κράτος (60%-37%). Ακόμη σημαντικότερη είναι η πόλωση ανάλογα με το εισόδημα. Στην πιο χαμηλή εισοδηματική κατηγορία (λιγότερα από 50.000 δολάρια το χρόνο), ο Μπάιντεν επικράτησε με 57%-41%. Στη μεσαία κλίμακα (50.000- 100.000) επίσης νίκησε καθαρά με 56%-43%. Αντίθετα, ο Τραμπ υποστηρίχτηκε από την ανώτερη εισοδηματική κατηγορία (πάνω από 100.000 δολάρια) όπου υπερίσχυσε με 54%- 43%. Παρεμπιμπτόντως, ο Δημοκρατικός υποψήφιος, πάντα σύμφωνα με τα exit polls, πήρε το 62% των νέων, έναντι 35% του Τραμπ, το 56% των γυναικών, το 88% των μαύρων και το 66% των ισπανόφωνων.

Ως 46ος πρόεδρος των ΗΠΑ, ο Τζο Μπάιντεν θα δυσκολευτεί πολύ να διατηρήσει τον εύθραυστο κοινωνικό συνασπισμό που τον φέρνει στον Λευκό Οίκο. Ήδη προβεβλημένα στελέχη της αριστερής πτέρυγας, όπως η χαρισματική 31χρονη βουλευτής Νέας Υόρκης Αλεξάντρια Οκάσιο- Κορτέζ (μέλος των Δημοκρατών Σοσιαλιστών Αμερικής) και οι ακτιβιστές της βάσης που έδωσαν την εκλογική μάχη ζητούν ριζοσπαστικές αλλαγές στο οικονομικό, περιβαλλοντικό και φυλετικό πεδίο, ενώ μέλη του Κογκρέσου από τη δεξιά πτέρυγα φωνασκούν ότι ο Μπάιντεν έχασε ισπανόφωνους της Φλόριντα γιατί έκανε πολλές υποχωρήσεις στους σοσιαλιστές και δεν ήταν όσο έπρεπε σκληρός απέναντι στην Κούβα και τη Βενεζουέλα. Σε κάθε περίπτωση, το βαθύ κοινωνικό ρήγμα της Αμερικής θα είναι ο θεμελιώδης παράγοντας των εξελίξεων, στους δρόμους και στο Κογκρέσο, στην αβέβαιη τετραετία που θα αρχίσει με την ορκωμοσία Μπάιντεν, στις 20 Ιανουαρίου.