Σε μία περίοδο, που η κυβέρνηση της ΝΔ έχει σοβαρά προβλήματα όσον αφορά στη διαχείριση, με βάση τη νεοφιλελεύθερη ατζέντα της, της υγειονομικής και οικονομικής κρίσης και εισπράττει τα πρώτα κύματα λαϊκής δυσαρέσκειας, δεν έχει απέναντί της ουσιαστική πολιτική αντιπολίτευση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να κάνει πραγματική αντιπολίτευση στην κυβέρνηση, γιατί αυτή εφαρμόζει σε πολλά θέματα δεσμεύσεις που αυτός είχε αναλάβει έναντι των δανειστών της χώρας ή νόμους που ψήφισε επί διακυβέρνησής του. Επίσης, δεν μπορεί να της αντιπαραθέσει μία εναλλακτική στο νεοφιλελευθερισμό πολιτική εξόδου από την υγειονομική και οικονομική κρίση, λόγω αυτών των δεσμεύσεών του, αλλά και της πλήρους εναρμόνισης της εξωτερικής πολιτικής του στα ίδια με την κυβέρνηση ευρωνατοϊκά πλαίσια.

Γι’ αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ ασκεί στην κυβέρνηση κριτική σε δευτερεύουσες πλευρές της πολιτικής της και όχι στην βασική κατεύθυνση και στο περιεχόμενό της. Η όξυνση της λεκτικής αντιπαράθεσης, ακόμα και με ύβρεις, της ηγεσίας του με την κυβέρνηση, αυτή ακριβώς την αδυναμία επιδιώκει να κρύψει και να καλύψει.

Αυτή είναι η πραγματική αιτία, η οποία, μαζί με την πολιτική αναξιοπιστία λόγω της μνημονιακής μετάλλαξής του, προκαλεί στον ΣΥΡΙΖΑ εσωτερικές αντιπαραθέσεις. Αυτές, όμως, δεν έχουν, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων, ως ουσιαστικό διακύβευμα το περιεχόμενο και την κατεύθυνση της πολιτικής του, το πρόγραμμα και τη στρατηγική του. Ούτε την κεντροαριστερή διεύρυνση και μετατόπισή του, που συμφωνούν όλοι– «προεδρικοί» και διαφωνούντες – αλλά το ποιος θα έχει σε αυτή το πάνω χέρι και με ποιους εσωτερικούς – τασικούς και προσωπικούς συσχετισμούς δύναμης αυτή θα γίνει. Απουσιάζει, λοιπόν, από αυτή την αντιπαράθεση η προγραμματική συζήτηση.

Ανεξάρτητα, όμως, από την έλλειψη ουσιαστικού πολιτικού διακυβεύματος, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ αξιοποιεί αυτές τις αντιπαραθέσεις για να περιθωριοποιήσει κάποια εναπομείναντα ιστορικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, που θέλουν να έχουν δική τους άποψη για τα πεπραγμένα και τη μελλοντική πορεία του και ταυτόχρονα να ενισχύσει κάποια στελέχη που προέρχονται από την κεντροαριστερά ακόμα και από την κεντροδεξιά.

Η επιμονή της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ να τον μετατρέψει σε νέο ΠΑΣΟΚ ολοκληρώνει τη συστημική μετάλλαξή του, που είχε ξεκινήσει Αύγουστο του 2015, όταν ψήφισε το 3ο μνημόνιο, προκαλώντας πρωτοφανή αξιακή και πολιτική ζημιά στην Αριστερά στην Ελλάδα και διεθνώς.

Υπάρχει κενό αριστερής πραγματικής αντιπολίτευσης και πολιτικού χώρου που θα το καλύψει. Χρειάζεται, λοιπόν, η συγκρότηση ενός νέου ευρύτερου πολιτικού χώρου της αριστεράς από δυνάμεις που έφυγαν από τον ΣΥΡΙΖΑ, με κριτική του από τα αριστερά, άλλες δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς με διαφορετικές διαδρομές κι ευαισθησίες, αγωνιστές από τα κινήματα, την τέχνη, πολιτισμό, διανόηση, που να μπορεί να καλύψει αυτό το υπαρκτό πολιτικό κενό. Σε αντιστοίχηση με τους κοινωνικούς αγώνες και με ριζοσπαστική, φιλολαϊκή, ταυτόχρονα πειστική, ρεαλιστική, εφαρμόσιμη, οικονομικά και κοινωνικά βιώσιμη, εναλλακτική στη νεοφιλελεύθερη διαχείριση της υγειονομικής και κοινωνικής κρίσης πολιτική πρόταση.

Δημήτρης Στρατούλης

Στέλεχος ΛΑΙΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ

Πρώην Βουλευτής και Υπουργός