Ο υπαρκτός κίνδυνος της σύγκρουσης και η ατλαντική επιδιαιτησία

Του ΠΕΤΡΟΥ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Η ένταση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας λόγω των ερευνών του Oruc Reis έχει ήδη ξεπεράσει σε διάρκεια την κρίση του Χόρα, το 1976. Ο κίνδυνος θερμού επεισοδίου έστω από ατύχημα δεν είναι καθόλου αμελητέος, όπως έδειξε το περιστατικό με την ελληνική φρεγάτα Λήμνος και την τουρκική Kemal Reis. Εύλογα η κοινή γνώμη αναρωτιέται γιατί φτάσαμε ως εδώ και τι πρέπει να περιμένουμε στο εγγύς μέλλον.

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις βρίσκονται σε τροχιά κλιμακούμενων εντάσεων τα τελευταία χρόνια εξ αιτίας σειράς παραγόντων. Τρεις από αυτούς παίζουν προεξάρχοντες ρόλους. Ο πρώτος σχετίζεται με την ανακάλυψη μεγάλων κοιτασμάτων φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο την προηγούμενη δεκαετία- το ισραηλινό Λεβιάθαν το 2010, το κυπριακό Αφροδίτη το 2011 και το αιγυπτιακό Ζορ το 2015. Οι ανακαλύψεις δημιούργησαν προσδοκίες για ανάλογα κοιτάσματα στο χώρο της ελληνικής υφαλοκρηπίδας και τράβηξαν το ενδιαφέρον μεγάλων εταιρειών όπως η αμερικανική Exxon, η γαλλική Total, η ιταλική ENI και η ρωσική Novatek.

Ο πιο κοντινός και εύκολος δρόμος διοχέτευσης του φυσικού αερίου από αυτά τα κοιτάσματα στην Ευρώπη θα ήταν μέσω Τουρκίας. Ωστόσο η κυβέρνηση Ερντογάν είχε ήδη προκαλέσει την οργή του Ισραήλ από την υπόθεση του Μαβί Μαρμαρά (2010) και της Αιγύπτου λόγω της υποστήριξης των Αδελφών Μουσουλμάνων στην «Αραβική Άνοιξη» (2011), ενώ οι Αμερικανοί δεν έβλεπαν με καλό μάτι τη διευρυνόμενη συνεργασία της με τη Μόσχα (S-400 κ.α.) μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016. Σ’ αυτή την ατμόσφαιρα κερδίζει έδαφος το ριψοκίνδυνο, οικονομικά και γεωπολιτικά, σχέδιο κατασκευής του αγωγού EastMed, μήκους 1.900 χιλιομέτρων και σε βάθος τριών, ο οποίος, αν κάποτε γίνει πραγματικότητα (πράγμα αμφίβολο) θα μεταφέρει φυσικό αέριο στην Ευρώπη μέσω Ελλάδας και Ιταλίας. Η πίεση στην Τουρκία έγινε πιο έντονη τον περασμένο Ιανουάριο, όταν συγκροτήθηκε το EastMed Forum από Ισραήλ, Κύπρο, Ελλάδα, Ιταλία, Αίγυπτο, Ιορδανία και Παλαιστίνη, δίνοντας τροφή σε υπερφίαλες προσδοκίες περί του «νέου ΟΠΕΚ της ανατολικής Μεσογείου». Νοιώθοντας ότι απειλείται με αποκλεισμό και περιθωριοποίηση από μια ανίερη συμμαχία, η Τουρκία του Ερντογάν επέλεξε να απαντήσει πλήττοντας αυτήν που, στα μάτια της, αντιπροσωπεύει τον πιο αδύναμο κρίκο, την Ελλάδα. Η συμφωνία με την κυβέρνηση της Τρίπολης υπό τον Σαράζ για τη χάραξη ΑΟΖ εξυπηρετούσε, πέραν των άλλων, και αυτή τη στόχευση.

Ο δεύτερος παράγοντας ήταν η αποδυνάμωση της αμερικανικής ισχύος στην περιοχή ύστερα από το φιάσκο των πολέμων της εποχής Μπους και τη σταδιακή απόσυρση αμερικανικών δυνάμεων ήδη επί εποχής Ομπάμα. Η διάλυση της Λιβύης ύστερα από την επίθεση του ΝΑΤΟ στον Καντάφι και ο συριακός εμφύλιος δημιούργησαν καινούργιες μαύρες τρύπες στην περιοχή. Ζυγιάζοντας κινδύνους (κυρίως λόγω Κουρδικού) και προσδοκώμενα κέρδη, η Τουρκία του Ερντογάν έσπευσε να καλύψει το γεωπολιτικό κενό, φιλοδοξώντας να αναδειχθεί σε μεγάλη περιφερειακή δύναμη με προβολές στρατιωτικής ισχύος από το Ιράκ και τη Συρία μέχρι τη Λιβύη. Παρά τις ισχυρές αντιδράσεις από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και το Πεντάγωνο, ο Τραμπ, ασκώντας εξωτερική πολιτική υπερδύναμης με όρους μετοχικής εταιρείας, ευνοούσε ένα είδος «outsourcing» των αμερικανικών συμφερόντων, ελπίζοντας ότι η Τουρκία θα λειτουργούσε ως ανάχωμα στις φιλοδοξίες ανταγωνιστικών δυνάμεων, όπως η Ρωσία και το Ιράν. Καθώς τα προγνωστικά αυτή την περίοδο προεξοφλούν νίκη του Μπάιντεν στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου (αν και τίποτα δεν μπορεί ακόμη να θεωρείται βέβαιο), ο Ερντογάν βιάζεται να αξιοποιήσει το παράθυρο ευκαιρίας που θεωρεί ότι είναι ακόμη ανοιχτό, αλλά μπορεί γρήγορα να κλείσει.

Τι θέλει ο Ερντογάν

Ο τρίτος στη σειρά, αλλά όχι και σε σημασία παράγοντας αφορά τις αρνητικές, για την ειρήνη και ασφάλεια στην περιοχή, μετατοπίσεις στο ηγεμονικό μπλοκ της Τουρκίας. Η στροφή προς τον απολυταρχισμό στο εσωτερικό και τις επιθετικές διεκδικήσεις στο εξωτερικό ήταν ήδη ορατή από την πρώτη σοβαρή αμφισβήτηση του Ερντογάν με το κύμα των διαδηλώσεων που ξεκίνησαν από το Γκεζί Παρκ της Κωνσταντινούπολης, το 2013. Επιταχύνθηκαν απότομα, όμως, ύστερα από το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, για το οποίο ο Ερντογάν είναι πεπεισμένος ότι προήλθε από τις ΗΠΑ. Το επόμενο διάστημα, το άρχον συγκρότημα της Τουρκίας περνάει από την «μουσουλμανική δημοκρατία» (κατ’ αναλογία προς την ευρωπαϊκή χριστιανοδημοκρατία) των «μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες» στο εκρηκτικό κράμα νεοοθωμανισμού- φασίζοντος εθνικισμού, με αποκρυστάλλωμα την κυβερνητική συμμαχία ΑΚΡ- ΜΗΡ (Γκρίζοι Λύκοι). Οι στρατιωτικές επεμβάσεις σε Συρία, Ιράκ και Λιβύη, όπως και το δόγμα περί «γαλάζιας πατρίδας» στο Αιγαίο βοηθούν τον Ερντογάν και τους συμμάχους του να εκτρέπουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια για την επιδείνωση των κοινωνικών προβλημάτων καθώς το «τουρκικό οικονομικό θαύμα» λαχανιάζει, η λίρα χάνει διαρκώς έδαφος, τα συναλλαγματικά αποθέματα εξαντλούνται, ξένα κεφάλαια αρχίζουν να φεύγουν και ο κίνδυνος να συρθεί η χώρα ικέτης στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (κάτι που θα μπορούσε να σημάνει το πολιτικό τέλος του Ερντογάν) γίνεται ολοένα και πιο ορατός.

Ωστόσο αυτή η ριψοκίνδυνη «φυγή προς τα εμπρός» προκαλεί αντισυσπειρώσεις. Η Γαλλία, η μακράν ισχυρότερη μεσογειακή χώρα, δεν έχει καμία διάθεση να ανεχθεί την ανάδυση μιας Τουρκίας- ηγεμονικής δύναμης στο ανατολικό τμήμα της mare nostrum, όπως πρόσφατα χαρακτήρισε τη Μεσόγειο ο Εμανουέλ Μακρόν. Η Αίγυπτος, που έχει ένα μακρύ, πορώδες σύνορο με τη Λιβύη, αλλά και τα Εμιράτα, που φιλοδοξούν να γίνουν «Ισραήλ του Κόλπου», επείγονται επίσης να συγκρατήσουν την τουρκική επέκταση. Ο βομβαρδισμός, στις αρχές Ιουλίου, της τουρκικής βάσης στην Αλ Ουατίγια της Λιβύης (γράφτηκε και δεν διαψεύστηκε, αλλά ούτε επιβεβαιώθηκε, ότι έγινε από αεροπλάνα των Εμιράτων με επιμελητειακή υποστήριξη της Γαλλίας) εγγράφεται σε αυτό το πλαίσιο. Η μερική συμφωνία Ελλάδας- Αιγύπτου για την ΑΟΖ ερέθισε ακόμη περισσότερο την Άγκυρα, αν και δεν ξεπερνούσε τις δικές της κόκκινες γραμμές (Καστελόριζο, 28ος μεσημβρινός). Με αυτά τα δεδομένα, η ελληνοτουρκική κρίση των τελευταίων εβδομάδων ήταν περίπου προδιαγεγραμμένη, άλλωστε την προεξοφλούσαν επαίοντες και αξιωματούχοι σειράς χωρών καιρό τώρα. Το πρώτο, εύλογο ερώτημα είναι αν πρέπει να περιμένουμε τα χειρότερα.

Σε ό, τι αφορά την Τουρκία, ο Ερντογάν μπορεί να είναι μεγαλομανής, αλλά δεν είναι τυχοδιώκτης. Σκοπός του δεν είναι να οδηγήσει τα πράγματα σε πόλεμο με την Ελλάδα (γνωρίζει και ο ίδιος ότι θα ήταν καταστροφικός και για τις δύο πλευρές), αλλά να την οδηγήσει σε μια συνολική διαπραγμάτευση εφ΄ όλης της ύλης από θέση ισχύος. Γιαυτό και οι πρόσφατες προκλήσεις της Τουρκίας δεν ξεπερνούν τις κόκκινες γραμμές. Το Oruc Reis διεξάγει έρευνες σε διεθνή και όχι ελληνικά ύδατα (αν και ο ανυποψίαστος τηλεθεατής ή αναγνώστης στην Ελλάδα μάλλον δεν το έχει πάρει χαμπάρι, αφού ελάχιστοι είναι εκείνοι που του υπενθυμίζουν τη θεμελιώδη διαφορά μεταξύ πλήρους κυριαρχίας επί των χωρικών υδάτων και περιορισμένων κυριαρχικών δικαιωμάτων εκμετάλλευσης στα διεθνή ύδατα της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ). Ωστόσο, παρότι δεν επιδιώκει τον πόλεμο, ο Ερντογάν δεν διστάζει να διακινδυνεύσει ένα θερμό επεισόδιο, προκαλώντας την Ελλάδα να είναι η πρώτη που θα τραβήξει τη σκανδάλη, με την πεποίθηση ότι σε αυτή την περίπτωση θα εγγράψει καινούργιες γκρίζες ζώνες, όπως στα Ίμια.

Τα διλήμματα για την Ελλάδα

Όσο για την Ελλάδα, είναι προφανές ότι η κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη δεν επιδιώκει τη σύγκρουση- χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποκλείεται να συρθεί σ’ αυτήν. Από την αναγγελία του EastMed Forum μέχρι τις συμφωνίες για ΑΟΖ με Ιταλία και Αίγυπτο, στόχος ήταν η άσκηση πίεσης στην Τουρκία για την επίλυση των διαφορών (επισήμως η Ελλάδα αναγνωρίζει ως μόνη προς διευθέτηση διαφορά τον ορισμό υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ) μέσω προσφυγής σε Διεθνές Δικαστήριο. Ακόμη και η μερική συμφωνία με την Αίγυπτο που εμφανίστηκε ως άσκηση επιθετικής διπλωματίας και εξόργισε τη Γερμανία, καθώς φάνηκε να αδειάζει τη μεσολαβητική πρωτοβουλία της, εντασσόταν στην ίδια στρατηγική: η Αθήνα επιδίωξε να εξασφαλίσει κάποια ατού ενόψει της επικείμενης διαπραγμάτευσης ώστε να ισοσταθμίζει το τουρκικό τετελεσμένο της συμφωνίας με την Τρίπολη, και όχι να τορπιλίσει τη διαπραγμάτευση. Άλλωστε με το να σταματάει στον 28ο μεσημβρινό και να προβλέπει μειωμένη επήρεια για την Κρήτη, η Αθήνα έκλεινε το μάτι στην Άγκυρα για ακόμη περισσότερο μειωμένη επήρεια στο Καστελόριζο- κάτι που σημαίνει ότι η συνέχεια των ΑΟΖ Ελλάδας και Κύπρου δεν πρόκειται ποτέ να υπάρξει.

Το θέμα είναι ότι ο Ερντογάν, και συνολικά το κυρίαρχο μπλοκ της Τουρκίας, δεν πρόκειται να δεχθούν μια διαπραγμάτευση και, τελικά, την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο μόνο για υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ αν δεν έχει προηγηθεί η επίλυση του προβλήματος των χωρικών υδάτων. Πρώτον, και το κυριότερο, γιατί αυτό είναι το καθοριστικό ζήτημα για την Τουρκία (η οποία, όχι τυχαία, γιαυτό και μόνο γιαυτό το ζήτημα έχει κηρύξει casus belli). Ενδεχόμενη επέκταση των χωρικών υδάτων από τα 6 στα 12 ναυτικά μίλια σε όλο το Αιγαίο, συμπεριλαμβανομένων ηπειρωτικών και νησιωτικών ακτών, θα μεγάλωνε την έκταση της πλήρους ελληνικής κυριαρχίας από 43% σε 72% και θα έκλεινε όλα τα περάσματα ανοιχτής θάλασσας στα μεγάλα λιμάνια της Μικράς Ασίας για τα τουρκικά πλοία και αεροπλάνα, πράγματα που καμία τουρκική κυβέρνηση δεν πρόκειται να αποδεχθεί αν δεν έχει προηγηθεί ταπεινωτική στρατιωτική ήττα. Επιπροσθέτως, γιατί η όποια συμφωνία για τα χωρικά ύδατα προδιαγράφει σε μεγάλο βαθμό την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου για τον ορισμό υφαλοκρηπίδας/ ΑΟΖ- αν π.χ. έχουμε 12 νμ χωρικά ύδατα στην Εύβοια και την Κρήτη, 10 στη Λήμνο, 6 στο Καστελόριζο, με ρητή συναίνεση ή ανοχή της Τουρκίας, ανάλογη θα είναι η κατεύθυνση προς την οποία θα κινηθεί το Διεθνές Δικαστήριο για τις ΑΟΖ.

Είναι γνωστό ότι το 2003, επί κυβέρνησης Σημίτη, οι μυστικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο πλευρών είχαν φτάσει πολύ κοντά σε μια συμβιβαστική λύση στο θέμα των χωρικών υδάτων, με επιλεκτική εφαρμογή του δικαιώματος επέκτασης, η οποία θα άνοιγε το δρόμο για την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο για τις ΑΟΖ. Σήμερα, ισχυρές δυνάμεις της Δύσης, πρώτα απ’ όλα οι ΗΠΑ και η Γερμανία, πιέζουν για την επιστροφή σε αυτή την προσέγγιση, κάτι που θα απέτρεπε τον κίνδυνο του μοιραίου ρήγματος στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Ενδεχομένως πιστεύουν ότι στην Ελλάδα για πρώτη φορά από τη μεταπολίτευση είναι ώριμα τα πράγματα για να περάσει η γραμμή του μεγάλου συμβιβασμού και της συνεκμετάλλευσης, καθώς τόσο η ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη όσο και η αξιωματική αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί τελικά να την καταπιούν, έστω με πολλούς εσωτερικούς τρανταγμούς (κάτι που δεν ήταν δυνατόν όταν ο επίσης πρόθυμος Κωνσταντίνος Μητσοτάκης είχε απέναντί του τον Ανδρέα Παπανδρέου ή όταν ο Σημίτης είχε απέναντί του τον Καραμανλή).

Δεν ξέρουμε αν έχουν δίκιο στους υπολογισμούς τους. Το βέβαιο είναι ότι μια παρόμοια γραμμή προσέγγισης ενέχει μεγάλο ρίσκο, καθώς δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η Τουρκία του Ερντογάν δεν θα θέσει στο τραπέζι άλλες, καίριας σημασίας διεκδικήσεις της- αποστρατιωτικοποίηση νησιών του Αιγαίου, γκρίζες ζώνες επί βραχονησίδων- που συνιστούν μείζονα ζητήματα εθνικής ασφάλειας για την Ελλάδα. Με αυτά τα δεδομένα, το καλύτερο στο οποίο θα μπορούσαν να προσβλέπουν αυτή τη στιγμή οι δύο λαοί, Έλληνες και Τούρκοι, θα ήταν η αποκλιμάκωση της κρίσης χωρίς θερμά επεισόδια και νέα τετελεσμένα και στη συνέχεια η έναρξη απ΄ευθείας διαβουλεύσεων μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας, χωρίς ατλαντική επιδιαιτησία, για τη μείωση της έντασης και την αναζήτηση λύσεων στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου, με τους αναπόφευκτους συμβιβασμούς σε θέματα που δεν αφορούν θεμελιώδη ζητήματα ασφαλείας για καμία από τις δύο πλευρές.

Υ.Γ. Υπό το φως των πρόσφατων εξελίξεων, δελεάζεται κανείς να υποστηρίξει ότι η παραίτηση από την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων της περιοχής θα ήταν όχι μόνο οικολογικά βέλτιστη λύση, αλλά και το κλειδί για την αποκλιμάκωση της έντασης με την Τουρκία. Δυστυχώς, τίποτα δεν είναι περισσότερο αβέβαιο.

Είναι αλήθεια ότι μέχρι την ανακάλυψη του κοιτάσματος ΠΡΙΝΟΣ, το 1973-74, η Τουρκία δεν είχε εγείρει καμία από τις διεκδικήσεις που προβάλλει σήμερα και οι ελληνοτουρκικές εντάσεις περιστρέφονταν σχεδόν αποκλειστικά γύρω από το Κυπριακό. Ωστόσο η εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων ήταν τότε και είναι σήμερα μόνο ο καταλύτης σε ένα μόνιμο συγκρουσιακό υπόστρωμα- ούτε το casus belli για τα χωρικά ύδατα θα εξέλιπε, ούτε το Κυπριακό θα λυνόταν από τη μια μέρα στην άλλη. Ας αφήσουμε που, ακόμη κι αν η Ελλάδα παραιτούνταν μονομερώς από την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων, η Τουρκία είναι σίγουρο ότι δεν θα το έκανε.

Το αν, πότε, πού, με ποιο τρόπο και σε ποιο βαθμό θα εκμεταλλευτεί η Ελλάδα τον φυσικό της πλούτο είναι ένα σοβαρό θέμα εσωτερικής πολιτικής που πρέπει να συζητηθεί πολύ εξονυχιστικά, σε ορθολογική βάση (τι περιμένουμε να κερδίσουμε, τι επιπτώσεις θα έχει στο περιβάλλον και στον τουρισμό σε κάθε περίπτωση κλπ). Ακούμε με μεγάλο ενδιαφέρον προτάσεις αριστερών και οικολογικών δυνάμεων, στην Ελλάδα και διεθνώς, που προτείνουν να ανταμείβονται με διεθνή συμφωνία οι χώρες που παραιτούνται από την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων τους, συμβάλλοντας σημαντικά στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Ωστόσο θα ήταν αφελές να πιστέψει κανείς ότι η οικολογία είναι ο από μηχανής θεός που λύνει όλα τα προβλήματα, ακόμη και ζητήματα ζωής ή θανάτου στην εξωτερική πολιτική των κρατών. Είναι άλλο πράγμα να αποφασίσεις, με τη δική σου βούληση, αν και πώς θα ασκήσεις ένα κυριαρχικό δικαίωμα και εντελώς άλλο να παραιτηθείς μονομερώς από αυτό το δικαίωμα, ανοίγοντας την όρεξη σε όσους επιβουλεύονται και άλλα.