Η κρίση στη Λευκορωσία και τα διλήμματα ΕΕ και Ρωσίας

Του Πέτρου Παπακωνσταντίνου

Στις 21 Δεκεμβρίου του 1989, ενώ η Ρουμανία συγκλονιζόταν από ένα κύμα αντικαθεστωτικών κινητοποιήσεων που είχαν ξεκινήσει από την Τιμισοάρα, ο πρόεδρος της χώρας Νικολάε Τσαουσέσκου επιχείρησε να ανακτήσει τον έλεγχο των εξελίξεων με μια συγκέντρωση οπαδών του στο Βουκουρέστι. Εκεί όμως που αράδιαζε, σε πλήρη άρνηση της πραγματικότητας, επιτεύγματα και υποσχέσεις, κάποιοι από το πλήθος άρχισαν να τον γιουχάρουν κι ύστερα κάποιοι άλλοι βάλθηκαν να φωνάζουν ρυθμικά «Τιμισοάρα». Λίγο αργότερα η εξέγερση είχε επεκταθεί στο Βουκουρέστι και την επομένη το καθεστώς Τσαουσέσκου ήταν παρελθόν.

Δεν αποκλείεται η Ιστορία να καταγράψει την περασμένη Δευτέρα ως τη «στιγμή Τσαουσέσκου» για τον Αλεξάντερ Λουκασένκο. Ο επί 26 χρόνια ηγέτης της Λευκορωσίας βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο από τη νύχτα της 9ης Αυγούστου, όταν οι κεντρικοί δρόμοι πολλών πόλεων γέμισαν διαδηλωτές που αμφισβητούσαν την υποτιθέμενη νίκη του στις προεδρικές εκλογές. Την περασμένη Κυριακή, το Μινσκ γνώρισε το μεγαλύτερο συλλαλητήριο στην ιστορία της χώρας με γύρω στις 200.000 πολίτες να ζητούν την παραίτησή του.

Σε μια προσπάθεια να αντιστρέψει το κλίμα, επισκέφθηκε το πρωί της Δευτέρας το μεγάλο εργοστάσιο τρακτέρ της κρατικής εταιρείας MZTK, θεωρώντας το ένα από τα πιο ανθεκτικά οχυρά του. Προς μεγάλη του έκπληξη, οι εργάτες τον αποδοκίμασαν και πολλοί τόλμησαν να του φωνάξουν κατάμουτρα «παραιτήσου». Κι όταν τους είπε ότι δεν πρόκειται να φύγει παρά μόνο αν τον σκοτώσουν, άκουσε, κεραυνοβολημένος, να του λένε «καλύτερα να αυτοκτονήσεις». Τα επόμενα εικοσιτετράωρα, πολλά μεγάλα εργοστάσια, αλλά ακόμη και δημοσιογράφοι της κρατικής τηλεόρασης κατέβαιναν σε απεργία, ενισχύοντας την αίσθηση ότι η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει.

Είναι αλήθεια ότι η εποχή Λουκασένκο είχε ξεκινήσει με καλύτερους οιωνούς. Ο παλιός διεθυντής αγροτικής κολεκτίβας απέφυγε τις θεραπείες σοκ του άγριου καπιταλισμού, που προκάλεσαν πραγματικές κοινωνικές εκατόμβες στις υπόλοιπες πρώην σοβιετικές δημοκρατίες. Ο κατά Λουκασένκο «σοσιαλισμός της αγοράς» κράτησε τις κρατικές βιομηχανίες και την αγροτική παραγωγή ως βασικούς πυλώνες της οικονομίας. Διασώζοντας σε μεγάλο βαθμό το κοινωνικό κράτος, έχτισε τον μύθο του Batka, του πατερούλη, σε ένα πατερναλιστικό σύστημα που του χάριζε για αρκετά χρόνια σημαντική λαϊκή νομιμοποίηση.

Αλλος παράγοντας που συνέβαλε στην πολιτική του μακροημέρευση ήταν η επιδέξια εκμετάλλευση του ανταγωνισμού Δύσης – Ρωσίας. Εχοντας υπογράψει με τον Γέλτσιν, τη δεκαετία του 1990, συμφωνίες για τη συνένωση των δύο αδελφών λαών σε ενιαίο κράτος –συμφωνίες που δεν εφάρμοσε ποτέ– εξασφάλισε προκλητικά φτηνό φυσικό αέριο και σειρά επιδοτήσεων από τη Μόσχα. Παράλληλα, κρατούσε πάντα ανοιχτές πόρτες προς την Ε.Ε., κάτι που μεταξύ άλλων του προσέφερε πρόσβαση σε ευνοϊκά δάνεια και κατά περιόδους πολιτική ανοχή αν όχι και στήριξη από τους σημερινούς επικριτές του. Μετά την κρίση της Ουκρανίας και την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία το 2014, οι Ευρωπαίοι εκτίμησαν τις χειρονομίες του και ήραν τις κυρώσεις που του είχαν επιβάλει για φαινόμενα νοθείας σε προηγούμενη εκλογική αναμέτρηση.

Ωστόσο, ενώ ο κόσμος και η κοινωνία άλλαζαν, ο Batka παρέμενε ο ίδιος, το καθεστώς του αποστεωνόταν, η οικονομία λαχάνιαζε και η αμφισβήτηση διευρυνόταν. Καταλυτικό ρόλο έπαιξε η τραγική διαχείριση της COVID-19. Θέλοντας να αποφύγει τις οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις, απέφυγε να κηρύξει lockdown και παρατάχθηκε πλάι στον Μπολσονάρο, τον Τραμπ και όλους εκείνους που είδαν τον κορωνοϊό σαν γριπούλα, αν όχι και συνωμοσία. Συμβούλευσε, μάλιστα, δημοσίως τους ομοεθνείς του να πίνουν βότκα και να κάνουν σάουνα για να σκοτώσουν τον ιό.

Ούτε η άγρια καταστολή τις πρώτες μέρες μετά τις εκλογές (τρεις νεκροί, περίπου 7.000 συλλήψεις), ούτε ο εξαναγκασμός της ανθυποψήφιάς του Σβετλάνα Τιχανόφσκαγια να αυτοεξοριστεί στη Λιθουανία κατάφεραν να εκφοβίσουν τους διαδηλωτές. Αναζητώντας έξοδο κινδύνου, τη μια μέρα αναγνωρίζει ότι «δεν είναι άγγελος» και προσφέρεται να μοιραστεί την εξουσία με την αντιπολίτευση ύστερα από αλλαγή του συντάγματος και δημοψήφισμα, ενώ την επομένη δίνει εντολή στην αστυνομία να «αποκαταστήσει την τάξη» με κατασταλτικά μέτρα.

Τα τελευταία χαρτιά

Επί της ουσίας, δεν του έχουν απομείνει παρά μόνο δύο ατού: η νομιμοφροσύνη των δυνάμεων ασφαλείας και η στήριξή του από τη Ρωσία ως ανάχωμα απέναντι στη Δύση. Και τα δύο, όμως, είναι πολύ αμφίβολα κατά πόσον και για πόσο ακόμη θα τον προστατεύουν. Η ιστορία των λαϊκών εξεγέρσεων βρίθει από παραδείγματα απότομης κατάρρευσης ή μεταστροφής σιδηρόφρακτων μηχανισμών καταστολής όταν η πίεση του δρόμου και του αίματος γίνεται ασφυκτική.

Οσο για τον Βλαντιμίρ Πούτιν, δεν έχει κανένα λόγο να διασώσει έναν ετοιμόρροπο ηγέτη ο οποίος μέσα στην προεκλογική περίοδο, για να ασφαλίσει τα νώτα του προς τη Δύση και να εμφανιστεί στον λαό του με τη λεοντή του πατριωτισμού, συνελάμβανε 33 Ρώσους με την αστήρικτη κατηγορία ότι ήταν μισθοφόροι που ετοίμαζαν εξέγερση εναντίον του. Βεβαίως, ένας εξασθενημένος Λουκασένκο, ικέτης στο Κρεμλίνο, θα ήταν μια καλή εξέλιξη για τη Ρωσία εάν η διάσωσή του δεν είχε τεράστιο πολιτικό κόστος τόσο απέναντι στον λαό της Λευκορωσίας όσο και στον διεθνή στίβο. Με τη δυναμική που έχουν αποκτήσει τα πράγματα, όμως, φαίνεται ότι το παράθυρο ευκαιρίας πάει να κλείσει.

Τούτων δοθέντων, δεν αποκλείεται ο πραγματιστής Πούτιν να επιλέξει τελικά μια ευέλικτη γραμμή μεσολάβησης ανάμεσα στο στρατόπεδο Λουκασένκο και την αντιπολίτευση ώστε η επόμενη κυβέρνηση, όποια κι αν είναι αυτή, να μη θέσει υπό αμφισβήτηση τις παραδοσιακές σχέσεις της χώρας με τη Ρωσία. Κάτι ανάλογο, δηλαδή, με αυτό που πέτυχε η Μόσχα στην κρίση της Αρμενίας το 2018: οι αντικυβερνητικές διαδηλώσεις έφεραν στην εξουσία τον ηγέτη της αντιπολίτευσης Νικόλ Πασινιάν, αλλά η στρατιωτική συνεργασία με τη Μόσχα όχι μόνο δεν ακυρώθηκε, αλλά ενισχύθηκε.


Η Λευκορωσία δεν είναι Ουκρανία

«Η Λευκορωσία δεν είναι Ευρώπη. Βρίσκεται ανάμεσα στην Ευρώπη και τη Ρωσία. Συνδέεται πολύ στενά με τη Ρωσία και η πλειονότητα του πληθυσμού ευνοεί στενούς δεσμούς με τη Ρωσία». Αυτά δήλωσε την περασμένη Τετάρτη όχι κάποιος εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, αλλά ο επίτροπος Ενιαίας Αγοράς της Ε.Ε., ο Γάλλος Τιερί Μπρετόν. Και είχε δίκιο. Η Λευκορωσία δεν είναι ούτε Ουκρανία ούτε Γεωργία. Οι πολίτες της έχουν ως πρώτη γλώσσα τα ρωσικά και θεωρούν τους Ρώσους αδελφό έθνος. Η χώρα εξαρτάται με χίλιους δυο τρόπους από τη Ρωσία, στην οποία κατευθύνεται περίπου το 50% των εξαγωγών της. Η κρίση στη Λευκορωσία προσφέρει στην Ε.Ε. τη δυνατότητα να εξομαλύνει τις κλονισμένες σχέσεις της με τη Ρωσία, καθώς και οι δύο πλευρές έχουν συμφέρον από μια ομαλή διέξοδο στη σοβούσα κρίση. Αρκεί βέβαια να μην επαναληφθούν τα σφάλματα του 2014 και να μη βάλουν τη σφραγίδα τους οι κατ’ εξοχήν ρωσοφοβικές δυνάμεις της Βαλτικής.

Καθημερινή, 23 Αυγούστου 2020

 Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο του Πέτρου Παπακωνσταντίνου