των Μαρίνου Γλώσση, Γιώργου Τσούτσουβα

Η πανδημική έξαρση του covid-19 συνδέθηκε ιδιαίτερα με την αστάθεια και την ανεπάρκεια των δομών υγείας σε μια σειρά από κράτη, σε εμφανή αντίθεση προς τον εθνικό τους πλούτο και τις μεγάλες παραγωγικές τους δυνατότητες. Η ανεπάρκεια αυτή οδήγησε σε αντιφατικές πολιτικές αντιμετώπισης της κρίσης, όταν τα κράτη βρέθηκαν πλέον αντιμέτωπα με το ερώτημα μερικής διακοπής της οικονομικής δραστηριότητας. Σε αυτό το πλαίσιο τοποθετείται η αρχική πολιτική απροθυμία πολλών κυβερνήσεων να αντιμετωπίσουν εγκαίρως την κρίση, υποτιμώντας το ζήτημα όταν αυτό ξεκινούσε. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Ιταλίας, όπου στο βιομηχανικό βορρά η παραγωγή συνεχίστηκε με αμείωτο ρυθμό για δύο εβδομάδες μετά το πρώτο κρούσμα με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα.

Έτσι, η συγκυρία αυτή καταγράφεται ως συνολική αποτυχία των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που κυριαρχούν τις τελευταίες δεκαετίες, γεγονός που γίνεται ιδιαίτερα εμφανές σε χώρες όπου έχουν κατεξοχήν εμπεδωθεί νεοφιλελεύθερες στρατηγικές απορρύθμισης του συστήματος υγείας, στις οποίες επίσης κυριάρχησε, η πολιτική κατεύθυνση του πιο απροσχημάτιστου νεοφιλελεύθερου κυνισμού (κατεξοχήν οι ΗΠΑ[i], αλλά και αρχικά το Ηνωμένο Βασίλειο). Η αποτυχία αυτή θα έχει επιπλέον τίμημα μια νέα περίοδο οικονομικής ύφεσης, με ανυπολόγιστες συνέπειες για τους εργαζομένους.

Ωστόσο, η κρίση και αποτυχία του σύγχρονου καπιταλισμού εκτείνεται πολύ μακρύτερα από το ζήτημα της διαχείρισης της πανδημίας και ανατρέχει στις ίδιες τις συνθήκες που τη γέννησαν:

Ασθένειες ζωονοτικής προέλευσης, όπως o Έμπολα, η γρίπη των πτηνών, ο MERS, ο SARS, ο ιός του Δυτικού Νείλου, ο Ζίκα και ήδη ο covid-19, εμφανίζονται με περιοδικότητα κατά τις τελευταίες δεκαετίες και συνδέονται με ανθρωπογενείς μεταβολές στο φυσικό περιβάλλον, σε συνδυασμό με τις συνθήκες που επικρατούν στον αγροτοκτηνοτροφικό τομέα[ii]. Σύμφωνα με έκθεση της UNEP, ποσοστό 60% των μολυσματικών νόσων έχουν μεταπηδήσει στον άνθρωπο από τα ζώα[iii].

Οι μεταβολές που επιφέρουν στο φυσικό περιβάλλον οι αλλαγές χρήσης της γης, η ένταση των καλλιεργητικών δραστηριοτήτων, η υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων, η αποψίλωση δασών και εκχέρσωση βιότοπων αποτελούν τους κρίσιμους παράγοντες για την αναπαραγωγή και μετάδοση ζωονόσων[1]. Σε αυτούς θα πρέπει να προστεθεί η ατμοσφαιρική ρύπανση και η υπερθέρμανση του πλανήτη, που συνδέονται με την επέκταση της βιομηχανικής δραστηριότητας κατά τις τελευταίες δεκαετίες, την βιομηχανοποιημένη αγροτοκτηνοτροφική παραγωγή και τον μεγάλο όγκο εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου από τις δραστηριότητες αυτές.

Η κλιματική αλλαγή και η καταστροφή της βιοποικιλότητας και των ενδιαιτημάτων, τείνει να περιορίζει τις λειτουργίες συλλογικής ανοσίας της άγριας ζωής, ενώ επίσης την μεταφέρει πιο κοντά στο ανθρώπινο περιβάλλον και στα οικόσιτα ζώα. Το ζωικό κεφάλαιο, υπό συνθήκες εντατικής παραγωγικής εκμετάλλευσης από τις αγροτοκτηνοτροφικές επιχειρήσεις, αναδεικνύεται ως επιδημιολογικός ενδιάμεσος κρίκος μεταξύ της άγριας πανίδας και του ανθρώπου.

Επιπρόσθετα, διαρκώς περισσότερες ενδείξεις μαρτυρούν ότι οι περιβαλλοντικές συνθήκες έχουν καταστήσει τον ανθρώπινο οργανισμό πιο ευάλωτο σε ασθένειες και επιπλοκές όπως κατεξοχήν εκείνες του αναπνευστικού. Είναι χαρακτηριστικός ο δείκτης μέτρησης του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας που υπολογίζει ότι το 23% των θανάτων προκαλούνται από περιβαλλοντικές διαταραχές. Το συγκεκριμένο ποσοστό είναι τριπλάσιο από ότι τη δεκαετία του ’60 και πλέον αγγίζει τους 60.000 θανάτους/έτος.[iv]

Η εμφάνιση του covid-19 αποτελεί έτσι πρωταρχικά μια κρίση της ανθρώπινης παραγωγικής δραστηριότητας και ειδικά της καπιταλιστικής παραγωγικής μορφής.

Η τελευταία πανδημική έκρηξη, αναδεικνύει έτσι εμφατικά τη συζήτηση για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των σύγχρονων στρατηγικών του κεφαλαίου. Αναδεικνύεται ακόμα, ότι ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός έχει την τάση να αναπαράγει διαρκώς νέες συνθήκες κρίσης με επίκεντρο το περιβάλλον και την κλιματική αλλαγή.

 

Να εξετάσουμε τις επιπτώσεις του σύγχρονου καπιταλισμού στο περιβάλλον

Συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι η κλιματική αλλαγή συνδέεται άμεσα με το παραγωγικό και ενεργειακό υπόδειγμα του σύγχρονου καπιταλισμού, το οποίο συνδυάζει:

α) στρατηγικές διαρκούς μεγέθυνσης και εντατικοποίησης της βιομηχανικής παραγωγής.

β) την εκβιομηχάνιση και εμπορευματοποίηση του αγροτοκτηνοτροφικού τομέα,

γ) τη διεύρυνση των δικτύων εμπορευματικής κυκλοφορίας και την ανάπτυξη της διεθνούς αγοράς.

δ) τη διαρκή αναζήτηση νέων πεδίων κερδοφορίας στο φυσικό περιβάλλον.

ε) την εντεινόμενη αλλαγή χρήσεων της γης που συνδέεται με τις παραπάνω δραστηριότητες.

στ) μορφές κατανάλωσης που γεννά και με τις οποίες συνδέεται με τη σειρά της η διευρυνόμενη καπιταλιστική παραγωγή.

Με την καπιταλιστική παραγωγή, συνδέονται έτσι άρρηκτα μια σειρά από επιπτώσεις και μεταβολές στο περιβάλλον, όπως κυρίως η υπερθέρμανση του πλανήτη, για την οποία ευθύνεται κατά κύριο λόγο η εκπομπή αερίων του θερμοκηπίου (κυρίως CO2, μεθάνιο, υποξείδιο του αζώτου), καθώς και άλλες μείζονες μεταβολές όπως η εκτεταμένη αποψίλωση των δασών και η αποπτώχευση και ερημοποίηση των εδαφών, η υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων, η επιθετική καπιταλιστική ιδιοποίηση του φυσικού χώρου και οι αλλαγές χρήσεων της γης.

Τα τελευταία έξι χρόνια (2015-2020) καταγράφονται ως τα θερμότερα από το 1880, ενώ το 2020 (στοιχεία μηνών Ιανουαρίου ως και Μαρτίου) καταγράφεται ως η δεύτερη θερμότερη καταγεγραμμένη χρονιά μετά το 2016, με κατά 1,15 C° υψηλότερη μέση θερμοκρασία από τον μέσο όρο του 20ου αιώνα[v]. Οι ρυθμοί αύξησης της παγκόσμιας θερμοκρασίας καταγράφονται σημαντικά μεγαλύτεροι σε μετρήσεις πάνω από την επιφάνεια του εδάφους, όπου η μεταβολή της θερμοκρασίας σε σχέση με την προβιομηχανική περίοδο (1850-1900) ξεπερνά τον 1,5 C° (ενώ επίσης αυξάνεται πάνω από την επιφάνεια των θαλασσών).[vi]

Περαιτέρω, η παγκόσμια θερμοκρασία αναμένεται να αυξηθεί έως και κατά 3 C° έως το τέλος του αιώνα, ακόμα και στην περίπτωση που οι εκπομπές αερίων παραμείνουν στα ίδια επίπεδα[vii]. Είναι εύλογο να εκτιμά κανείς ότι οι εκπομπές αερίων θα συνεχίσουν να αυξάνονται, με δεδομένη τη μεγέθυνση των καπιταλιστικών οικονομιών. Ειδικά οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, βρίσκονται σε ιστορικά υψηλό επίπεδο και έχουν σταθερά ανοδική πορεία.[viii] Σε αυτές θα πρέπει να προστεθούν οι αυξανόμενες εκπομπές μεθανίου και υποξειδίου του αζώτου, που συνδέονται κυρίως με τον αγροτοκτηνοτροφικό τομέα και έχουν επίσης μεγάλη επίπτωση στην αύξηση της ατμοσφαιρικής θερμοκρασίας.

Παράλληλα, εντείνεται ο ρυθμός ερημοποίησης μεγάλων εκτάσεων, κυρίως στην Αφρική και την Ασία, φαινόμενο που σχετίζεται κατά κύριο λόγο με την κλιματική αλλαγή (ως κύριο αποτέλεσμα της εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου), με την εξάντληση των υδάτινων πόρων, την αποψίλωση των δασών, την πλατιά αλλαγή χρήσεων της γης για αγροτικούς και κτηνοτροφικούς σκοπούς, την επιβάρυνση του εδάφους από την εντατική καλλιέργεια και τη χρήση χημικών παραγόντων. Ενδεικτικά, το ποσοστό των δασικών εκτάσεων επί του συνόλου των χερσαίων εκτάσεων μειώνεται σταθερά κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες (από 31,6 το 1990 σε 30,7% το 2016)[ix]. Η ερημοποίηση εδαφών, σε συνδυασμό με την κλιματική αλλαγή, έχει με τη σειρά της μείζονες επιπτώσεις στην υγεία του οικοσυστήματος και στην απώλεια της βιοποικιλότητας[x].

Πρόκειται για σύνθετες περιβαλλοντικές μεταβολές, οι οποίες συνδέονται με τις πρακτικές της καπιταλιστικής παραγωγής.

Εξετάζοντας ειδικότερα τις στρατηγικές συσσώρευσης που κυριάρχησαν μετά τον πόλεμο και στη συνέχεια κατά την περίοδο της ηγεμονίας του χρηματιστικού κεφαλαίου (νεοφιλελεύθερη περίοδος, σχηματικά από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 έως σήμερα), μπορούμε να ανιχνεύσουμε τη δομική και μη επιλύσιμη σχέση της καπιταλιστικής παραγωγής με την μεταβολή του φυσικού περιβάλλοντος. Μία συσχέτιση που προοιωνίζει με βεβαιότητα ότι οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής αναπαράγουν στοιχεία καταστροφικών κρίσεων.

 

Ι.             Ειδικότερα για το ενεργειακό υπόδειγμα του σύγχρονου καπιταλισμού

Η χρήση των ορυκτών καυσίμων (πετρέλαιο, φυσικό αέριο, άνθρακας) βρίσκεται στο επίκεντρο του ενεργειακού παραδείγματος που συνοδεύει τη σύγχρονη καπιταλιστική παραγωγή. Η κατανάλωση ορυκτών καυσίμων προσφέρει ιδανικό ενεργειακό μοντέλο για τις ανάγκες της καπιταλιστικής συσσώρευσης καθώς αυτά, στο βαθμό που μεταφέρονται, αποθηκεύονται και συντηρούνται, προσφέρουν καταρχήν απεριόριστη ανεξαρτησία για την καπιταλιστική παραγωγή  στο χώρο και στο χρόνο, εξασφαλίζοντας τη διαρκή τροφοδοσία της. Επίσης παρέχουν σημαντική ενεργειακή και οικονομική απόδοση.

Το ενεργειακό αυτό παράδειγμα γενικεύτηκε με το μοντέλο καπιταλιστικής συσσώρευσης της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου κάτω από την ηγεμονία του αμερικάνικου καπιταλισμού (οργάνωση της παραγωγής με τις αρχές του ταιηλορισμού/φορντισμού, ψηλοί ρυθμοί εκβιομηχάνισης και μεγέθυνσης, σε συνδυασμό με μορφές μαζικής κατανάλωσης). Η αποδοτική και σταθερά διαθέσιμη ενέργεια προσέφερε επίσης την υλική βάση για την επέκταση των κρατικών υποδομών και δικτύων μεταφοράς του εμπορεύματος. Η καπιταλιστική συσσώρευση αποδεικνύεται έτσι, από την περίοδο εκείνη, εξαιρετικά εντατική σε κατανάλωση πόρων και σε εκπομπές αερίων.

Οι νεοφιλελεύθερες στρατηγικές που αναπτύχθηκαν μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’70, οδήγησαν σε επέκταση και γενίκευση του παραγωγικού αυτού υποδείγματος. Ο χρηματιστικοποιημένος καπιταλισμός είναι κάθε άλλο παρά άυλος: Η ηγεμονία του χρηματιστικού κεφαλαίου και η νεοφιλελεύθερη ρύθμιση, έχουν οδηγήσει σε πρωτόγνωρη ένταση της παραγωγικής δραστηριότητας, ενώ παράλληλα, ως αποτέλεσμα τις διεύρυνσης των διεθνών αγορών και της  διεθνούς κυκλοφορίας των κεφαλαίων, οι σύγχρονες καπιταλιστικές μορφές και η εντατική παραγωγική δραστηριότητα έχουν επεκταθεί σε περισσότερα κράτη και τομείς (βιομηχανία, αγροτικός τομέας, μεταφορές). Επιπλέον, η κυριαρχία των χρηματιστικών μορφών του κεφαλαίου αύξησε την πίεση στην πραγματική οικονομία, προεξοφλώντας μεσοπρόθεσμα διαρκώς μεγαλύτερη παραγωγική απόδοση.

Ο τομέας της βιομηχανικής παραγωγής έχει βασική συμμετοχή στην κλιματική αλλαγή, καθώς καταλαμβάνει το σημαντικότερο μερίδιο στην συνολική εκπομπή αερίων του θερμοκηπίου (ανερχόμενο σε 46%, από το οποίο 25% αφορά την παραγωγή ηλεκτρικής και θερμικής ενέργειας[xi]).

 

ΙΙ.           Στρατηγικές επέκτασης και εντατικοποίησης της αγροτικής παραγωγής

Αυτό το μοντέλο καπιταλιστικής ανάπτυξης επεδίωξε στη φάση του νεοφελελευθερισμού να υπάγει στο κεφάλαιο ολοένα και περισσότερους τομείς της οικονομίας. Στον πρωτογενή τομέα και συγκεκριμένα στη γεωργία, την κτηνοτροφία και την αλιεία αναπτύσσεται μια προσπάθεια πλήρους εκμηχάνισης της παραγωγής με την ανάπτυξη του αγροτοβιομηχανικού συμπλέγματος, δηλαδή την ολοένα και πιο στενή σύνδεση με τον δευτερογενή τομέα. Απώτερος σκοπός είναι ο προσανατολισμός της παραγωγής σε συγκεκριμένα προϊόντα και με συγκεκριμένους όρους που θα καλύπτουν ανάγκες του κεφαλαίου για την αναπαραγωγή του. Αφενός αφορούσαν τις αυξανόμενες ανάγκες του αστικοποιημένου πληθυσμού που πρέπει να συντηρηθεί επαρκώς ώστε να συνεχίσει να συμμετέχει στην παραγωγική διαδικασία και αφετέρου την προώθηση ενός διαφορετικού μοντέλου υπερ-κατανάλωσης (που παίρνει οξυμένη μορφή στο νεοφελελευθερισμό) και απαιτεί τη συνέχιση της παραγωγής με συγκεκριμένες τροφές μονοκαλλιέργειας που προορίζονται αποκλειστικά για τον άνθρωπο. Ένα μοντέλο υπερκαταναλωτισμού που έχει και ιδεολογικές προεκτάσεις δομώντας τις διατροφικές συνήθειες μαζικών εργατικών και μικροαστικών στρωμάτων με τρόπο που να συμβαδίζει πλήρως με έναν καταναλωτικό τρόπο ζωής σε όλες τις πτυχές της καθημερινότητας[xii].

Επιπλέον, οι νεοφιλελεύθερες στρατηγικές έχουν διαμορφώσει ένα διευρυμένο διεθνές πλαίσιο εμπορικών ανταλλαγών και για την αγροτική παραγωγή. Η ανάπτυξη των νέων αγορών επικυρώθηκε και ρυθμίστηκε από διεθνείς συμφωνίες, που περιόρισαν δραστικά τον κρατικό προστατευτισμό και ενίσχυσαν τον εξαγωγικό χαρακτήρα της αγροτικής παραγωγής (βλ.  GATT/WTO κ.ά.). Η διαμόρφωση του διεθνούς αυτού πλαισίου έχει οδηγήσει σε γεωμετρική κλιμάκωση της εμπορευματοποίησης, σε τάσεις συγκέντρωσης, σε εξάρτηση από τον τραπεζικό δανεισμό και, ως αποτέλεσμα των παραπάνω, σε πίεση για επέκταση και ένταση των παραγωγικών πρακτικών. Το δόγμα της κυκλοφορίας φτηνών και άφθονων διατροφικών προϊόντων, διαθέσιμων στην παγκόσμια αγορά ανά πάσα στιγμή, έχει οδηγήσει έτσι σε ένα ιδιαίτερα ασταθές σύστημα και σε πρωτόγνωρη εντατικοποίηση και εκβιομηχάνιση του αγροτοκτηνοτροφικού τομέα. Παράλληλα, έχει αυξηθεί η πίεση για αύξηση της αποδοτικότητας με την εφαρμογή επιστημονικών και μηχανικών κανόνων οργάνωσης της παραγωγής, που επίσης έχουν υπαχθεί σε κανόνες εμπορικού ελέγχου και έχουν γεννήσει μια κερδοφόρα αγορά προϊόντων της γεωργικής βιομηχανίας (μηχανήματα, λιπάσματα, παρασιτοκτόνα, σπόροι).

Ο αγροτοκτηνοτροφικός τομέας γίνεται έτσι και αυτός εξαιρετικά ρυπογόνος και καταλαμβάνει σημαντικό μερίδιο στην αποσταθεροποίηση του κλίματος.

Κατά την περίοδο 2007-2016, ποσοστό περίπου 23% της εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου αποδίδονται στον αγροτικό τομέα, την δασοκομία και άλλες συναφείς χρήσεις της γης[xiii].  Σημαντικό μέρος από αυτά (περίπου 80%) αφορά την εκπομπή υποξειδίου του αζώτου, το οποίο συνδέεται με την πλατιά χρήση αζωτούχων λιπασμάτων.

Στην διεθνή εξαγωγική παραγωγή κυριαρχούν οι πρακτικές της μονοκαλλιέργειας, ώστε να επιτευχθούν οικονομίες κλίμακας και κυριαρχεί η τάση αύξησης της καλλιεργούμενης γης, ειδικά στις αναπτυσσόμενες οικονομίες, τάση που συνδέεται με την αποψίλωση δασών και την καταστροφή σημαντικών βιοτόπων. Οι μεγάλες καλλιεργητικές μονάδες μεταβάλλονται σε παράγοντες υπερεκμετάλλευσης και εξάντλησης των υδάτινων πόρων, σε ανεξέλεγκτη πηγή αποβλήτων, ενώ επίσης η εντατική καλλιέργεια και η μαζική  χρήση χημικών λιπασμάτων οδηγούν σε εξάντληση και αποπτώχευση του εδάφους. Η στρατηγική αυτή, της εντατικής καλλιέργειας, οδηγεί έτσι μακροπρόθεσμα σε περιορισμό των αξιοποιήσιμων γαιών και σε συνθήκες κρίσης για τον αγροτικό τομέα.

Σε όμοια πλαίσια κινείται και η μαζική βιομηχανοποιημένη εκτροφή ζώων, της οποίας οι όροι έχουν τροποποιηθεί, και η οποία πλέον πραγματοποιείται σε ελεγχόμενες και μη φυσικές συνθήκες, με συνωστισμό των ζώων, με υπερβόσκηση και πρακτικές εκτροφής οι οποίες αποδυναμώνουν το ανοσοποιητικό των ζώων που εκτρέφονται με αποτέλεσμα την ανάπτυξη υβριδικών ασθενειών.

Οι μεγάλες κτηνοτροφικές μονάδες έχουν σημαντικό μερίδιο στην κλιματική αλλαγή, καθώς ευθύνονται με εκτεταμένες αλλαγές χρήσης γης και αποψιλώσεις εδαφών, που διατίθενται για την εκτροφή βοοειδών και αιγοπροβάτων, όπως επίσης ευθύνονται για σημαντικές εκπομπές μεθανίου, προερχόμενου από την πέψη των ζώων, οι οποίες αποτελούν ποσοστό περίπου 40% των συνολικών εκπομπών του αγροτικού τομέα (περίοδος 1990-2017)[xiv].  Επιπλέον, η μεγέθυνση της κτηνοτροφικής δραστηριότητας έχει επιφέρει αντίστοιχα μεγάλη αύξηση της καλλιέργειας και παραγωγής σιτηρών προοριζόμενων για ζωοτροφές.

 

Για να επανέλθουμε στην τρέχουσα πανδημική κρίση, ο μετασχηματισμός της αγροτικής παραγωγής και κατ’ επέκταση της διατροφής με την έντονη παρέμβαση του ανθρώπου υλοποιείται με μεθόδους που αυξάνουν τον κίνδυνο για καλλιέργεια βακτηρίων επικίνδυνων για τον άνθρωπο. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 60% των νέων παθογόγων μεταδίδονται από τα ζώα στους ανθρώπους μέσω της σύγχρονης εφοδιαστικής αλυσίδας τροφίμων, η οποία έχει λάβει παγκόσμιες διαστάσεις διευκολύνοντας σε μεγάλο βαθμό τη διάδοσή τους με ταχύτητα. Το κεφάλαιο επιδιώκει να προωθήσει την παραγωγή αυτή σε χώρες με χαμηλό εργατικό κόστος προχωρώντας παράληλλα σε επιβλαβείς χρήσεις γης και εντατική καλλιέργεια με αποτέλεσμα την αλλοίωση της πρώτης ύλης και συνεπώς διαταραχές στην τροφική υγεία.             Στην υποβάθμιση της τροφής συμβάλλει και το γεγονός της αυξημένης χρήσης φυτοφαρμάκων που αυξάνουν την παραγωγικότητα αλλά καταστρέφουν μακροπρόθεσμα τους φυσικούς πόρους.

Είναι βέβαια μία επίπτωση η οποία και για λόγους ιδεολογικής ηγεμονίας δε χρεώνεται στο κεφάλαιο και τους οικονομικούς φορείς αυτής της διαδικασίας, αλλά ανάγεται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τις υποτίθεται αντισυμβατικές πολιτιστικές πρακτικές κάποιων λαών (όπως και τον Covid-19 και τη δαιμονοποίηση των διατροφικών συνηθειών του κινέζικου πληθυσμού).

Συνολικά, η επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων και η παραγωγική μεγέθυνση, συνοδεύεται από την ανάπτυξη ενός εκτεταμένου δικτύου ανταλλαγών, που αφορά την κυκλοφορία προϊόντων, είτε για τις ανάγκες της βιομηχανικής παραγωγής (ειδικά λαμβάνοντας υπόψη τον συχνό κατακερματισμό της), είτε την εφοδιαστική αλυσίδα. Η εξυπηρέτηση της διακίνησης των εμπορευμάτων, στα πλαίσια της διεθνούς αγοράς, αναδεικνύεται σε πηγή τεράστιας περιβαλλοντικής επιβάρυνσης και είναι ιδιαίτερα απαιτητική, ιδιαίτερα σε ορυκτά καύσιμα.

 

IΙΙ.          Για την καπιταλιστική εκμετάλλευση του φυσικού χώρου

Μία άλλη σημαντική τάση που εγγράφεται στις στρατηγικές του κεφαλαίου είναι η αναζήτηση νέων πεδίων κερδοφορίας στο φυσικό περιβάλλον. Σε αυτές περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων εξορυκτικές δραστηριότητες, έλεγχος των υδάτινων πόρων, διαχείριση και απόθεση αποβλήτων, τουριστική και οικοδομική αξιοποίηση, εγκατάσταση υποδομών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ).

Συγκεκριμένα στην Ελλάδα πραγματοποιείται μια μεγάλη παρέμβαση αλλαγής χρήσεων γης και παράδοσής της στην καπιταλιστική κερδοφορία, μέσω του ΤΑΙΠΕΔ και των διάδοχων εταιριών, παρέμβαση που λαμβάνει τα χαρακτηριστικά τομής. Εκατοντάδες ακίνητα, πολλά από τα οποία έχουν περιβαλλοντικό  ενδιαφέρον, έχουν περιέλθει στα χαρτοφυλάκια των εταιρειών προς αξιοποίηση.

Οι στρατηγικές αυτές εντείνουν και επεκτείνουν την φυσική καταστροφή. Επίσης, τείνουν να μετασχηματίζουν τον φυσικό χώρο στη σχέση του με τις βιοτικές συνθήκες των λαϊκών τάξεων. Παραδείγματα όπως εκείνο της εξόρυξης στις Σκουριές προδιαγράφουν τις συνέπειες της στρατηγικής αυτής: αφενός καταγράφονται οι προφανείς καταστροφικές συνέπειες της αποψίλωσης του δάσους, της εκσκαφής και αλλοίωσης του φυσικού τοπίου, της χρήσης και απόρριψης τεράστιου όγκου επιβλαβών χημικών ουσιών. Αφετέρου, η καπιταλιστική εκμετάλλευση του φυσικού χώρου επιχειρεί τον συνολικό μετασχηματισμό και επαναδιατύπωση της σχέσης των εργαζομένων με τον φυσικό χώρο, κάτω από την κυριαρχία της καπιταλιστικής παραγωγής.

Το εμβληματικό κίνημα των κατοίκων της Χαλκιδικής συμπυκνώνει έτσι και αναδεικνύει τις μορφές αντίστασης στις επιθετικές παρεμβάσεις του κεφαλαίου με επίκεντρο τον φυσικό χώρο. Η ανάπτυξη κινημάτων με αυτή την εμβέλεια και αποφασιστικότητα θα πρέπει να αποτελέσει κομβική κοινωνική και πολιτική πρακτική την επόμενη περίοδο.

Η καπιταλιστική ανάπτυξη δημιουργεί επίσης καταστροφικές τομές και μετασχηματισμούς του χώρου και του φυσικού περιβάλλοντος επίσης μέσα στους μεγάλους οικιστικούς ιστούς ή στις παρυφές τους. Η αλλαγή χρήσεων της γης αναδεικνύεται και εδώ σε σημαντικό όχημα για την επέκταση της κερδοφορίας του κεφαλαίου, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Ελληνικού, της Ν. Φιλαδέλφειας, της μεταφοράς του Καζίνο της Πάρνηθας και άλλων περιπτώσεων όπου ελεύθεροι χώροι και θύλακες πρασίνου παραδίνονται σε ιδιωτικά κεφάλαια. Αυτές οι παρεμβάσεις έχουν πολλαπλά αποτελέσματα: την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, τον περιορισμό των ελεύθερων χώρων και την αλλαγή της φυσιογνωμίας της πόλης, με απώτερο συνολικό αποτέλεσμα την υποβάθμιση της ζωής των εργαζομένων. Η μετατροπή των μεγάλων ελεύθερων χώρων της πόλης σε κέντρα εμπορικής δραστηριότητας και μαζικών καταναλωτικών πρακτικών, σε συνδυασμό με την ανεξέλεγκτη δόμηση, απηχούν ακριβώς την καταστροφική δυναμική της καπιταλιστικής ανάπτυξης σε σχέση με το περιβάλλον.

 

ΙV.          Η καπιταλιστική ανάπτυξη δεν αυξάνει το μερίδιο των εργαζομένων

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η μεγέθυνση της καπιταλιστικής οικονομίας και του όγκου των παραγόμενων αγαθών δεν σηματοδοτεί αντίστοιχη αύξηση της ευημερίας των λαϊκών τάξεων, αλλά οικοδομείται πάνω στην εκμετάλλευση της εργασίας, την κοινωνική διαίρεση και την διεύρυνση της κοινωνικής ανισότητας. Στον καπιταλισμό η εργασία και η φύση ενσωματώνονται ως παράγοντες της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής. Έτσι λοιπόν οι περιβαλλοντικές συνέπειες της καπιταλιστικής παραγωγής θα πρέπει να αντιμετωπίζονται πρωταρχικά ως πρόβλημα κοινωνικών σχέσεων και όχι ως τεχνικό ερώτημα.

Οι εργατικοί αγώνες προηγούμενων δεκαετιών απέσπασαν σημαντικές κατακτήσεις και συμβιβασμούς, ιδίως στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, τόσο στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων, όσο και στη σφαίρα της διανομής των παραγόμενων προϊόντων, ειδικά την περίοδο της κεϋνσιανής ρύθμισης (όπου η σταθερότητα των μισθών αντιστοιχούσε στη δυνατότητα μαζικής κατανάλωσης). Ωστόσο μακροπρόθεσμα, οι στρατηγικές του κεφαλαίου γενίκευσαν και αναπαράγουν νέες κοινωνικές αντιθέσεις. Έτσι, η περίοδος του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού έχει πετύχει την σημαντική αναίρεση κατακτήσεων της προηγούμενης περιόδου και το μερίδιο των εργαζομένων στο συνολικό παραγόμενο προϊόν έχει περιοριστεί δραστικά. Παράλληλα, η έκρηξη των κοινωνικών αντιθέσεων που παράγει ο σύγχρονος καπιταλισμός είναι ιδιαίτερα εμφανής στην περίπτωση αναδυόμενων οικονομιών, στις οποίες υλοποιήθηκαν νεοφιλελεύθερα μοντέλα ανάπτυξης και εκβιομηχάνισης, με αποτέλεσμα τη φτωχοποίηση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού (όπως σε κράτη της Ν. Αμερικής και της ΝΑ Ασίας). Είναι επίσης εμφανές σε σειρά περιφερειακών χωρών, στις οποίες έχουν κατευθυνθεί μεγάλα κεφάλαια με τη μορφή άμεσων επενδύσεων, είτε για την άντληση φυσικών πόρων, είτε για την παραγωγή βιομηχανικών και αγροτικών αγαθών προορισμένων για την διεθνή αγορά.

Η καπιταλιστική ανάπτυξη συνδέεται έτσι αναγκαία τόσο με την κοινωνική ανισότητα όσο και με την περιβαλλοντική κρίση. Κατά συνέπεια, από πολιτική άποψη τα περιβαλλοντικά αιτήματα αποτελούν αναγκαίο κομμάτι των λαϊκών διεκδικήσεων.

 

  1. V. Η πρόσφατη οικονομική κρίση του 2008

               Η πρόσφατη οικονομική κρίση του 2008, η οποία έλαβε δομικά χαρακτηριστικά, αποτέλεσε μια κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και σε συγκεκριμένες χώρες, όπως η Ελλάδα, συνδυάστηκε και με την κρίση χρέους. Ήταν η κρίση ενός ολόκληρου μοντέλου συσσώρευσης, του νεοφιλελευθερισμού, κρίση η οποία ήταν αποτέλεσμα της καπιταλιστικής δυναμικής που το ίδιο ανέπτυξε. Η χρηματιστική -κυρίως- και παραγωγική επέκταση την περίοδο του νεοφιλελευθερισμού πήρε ανεξέλεγκτες διαστάσεις αίροντας οποιαδήποτε προστατευτική ρύθμιση μπορεί να αφορούσε αφενός τα εργασιακά δικαιώματα και αφετέρου τους όποιους περιορισμούς στο ίδιο το κεφάλαιο.

Δεν αποτελεί αντικείμενο του παρόντος κειμένου η ανάλυση των αιτιών της κρίσης του 2008, ωστόσο έχει μια σημασία να αναλύσουμε τον τρόπο με τον οποίο το κεφάλαιο επιδίωξε, και ως ένα βαθμό κατόρθωσε, να σταθεροποιηθεί μετά από αυτήν και να μπει σε μια τροχιά σχετικής ανάκαμψης συγκροτώντας παράλληλα και μηχανισμούς θωράκισής του για την αποσόβηση μελλοντικών κρίσεων. Αν πριν την κρίση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου συσσώρευσης το κεφάλαιο δεν ακολουθούσε παρά ελάχιστους κανόνες «αυτοπεριορισμού» στην επέκτασή του, στην πορεία προς την ανάκαμψη από την κρίση άρθηκε κάθε πτυχή οριοθέτησης. Η ελευθερία στις κινήσεις εμπορευμάτων και κεφαλαίου διατηρήθηκε και επεκτάθηκε, νέα πεδία κερδοφορίας ”δημιουργήθηκαν” και αξιοποιήθηκαν, οι όροι διαβίωσης των λαϊκών στρωμάτων ήταν το τελευταίο θέμα στην καπιταλιστική ατζέντα.

Η ανάκαμψη λοιπόν περνούσε αναγκαστικά για το κεφάλαιο μέσα από την ανορθόδοξη οικιστική και πολεοδομική ανάπτυξη (σε κλάδους που ήταν απαραίτητο για την παραγωγή), τη λεηλασία του φυσικού περιβάλλοντος με σκοπό το κέρδος, το προχώρημα επενδύσεων με το πρόσχημα της ανάπτυξης αμφίβολων οικονομικών ωφελημάτων ακόμα και για το ίδιο το κεφάλαιο και με παράλληλη άρση οποιαδήποτε περιβαλλοντικής και πολεοδομικής νομοθεσίας. Η στρατηγική για αύξηση της παραγωγικότητας των συντελεστών της παραγωγής υπαγόρευε την ασταμάτητη παραγωγική δραστηριότητα με άμεσες αρνητικές επιπτώσεις: την κλιματική αλλαγή, τη ρύπανση της ατμόσφαιρας, τον πολλαπλασιασμό των ασθενειών για τα εργατικά στρώματα, την υποβάθμιση των όρων διαβίωσης των λαϊκών στρωμάτων γενικά.

 

  1. VI. Είναι δυνατός ένας «πράσινος» καπιταλισμός;

Το παραγωγικό/ενεργειακό μοντέλο καπιταλιστικής ανάπτυξης, όπως περιγράφηκε, χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις και μπορεί προοπτικά να αποτελέσει το υπόβαθρο κρίσεων.

Η πετρελαϊκή κρίση των αρχών της δεκαετίας του ’70 είχε άλλωστε σημαντική συμμετοχή στο ξέσπασμα της μεγάλης οικονομικής κρίσης της ίδιας περιόδου. Η κυρίαρχη χρήση ορυκτών καυσίμων, δεν είναι ανεξάντλητη: Αφενός διότι με την υπερεκμετάλλευση και σταδιακή εξάντληση των κοιτασμάτων, η οδηγείται σε στρώματα του υπεδάφους που την καθιστούν οικονομικά ασύμφορη. Αφετέρου διότι οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της χρήσης τους (υπερθέρμανση, υποβάθμιση της ποιότητας του αέρα και γενικότερες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής) την καθιστούν μακροπρόθεσμα μη βιώσιμη. Επίσης, στο βαθμό που τα ορυκτά καύσιμα κυκλοφορούν τα ίδια ως εμπόρευμα, υπόκειται σε μεταβολές των διεθνών συσχετισμών, σε άλλες συνθήκες της συγκυρίας και γενικότερα στη διακύμανση των τιμών (βλ. την πρόσφατη κατακρήμνιση του αμερικανικού αργού).

Η χρήση των ορυκτών καυσίμων συνεχίζει ωστόσο να αποτελεί κυρίαρχη ενεργειακή επιλογή για την καπιταλιστική παραγωγή, κυρίως λόγω των πλεονεκτημάτων που παρέχει, δηλαδή την εξασφάλιση αδιάκοπης παραγωγικής δραστηριότητας και διακίνησης των εμπορευμάτων, χωρίς τοπικούς και χρονικούς περιορισμούς. Η έως τώρα διατήρηση του ενεργειακού υποδείγματος, παρά τις εγγενείς αντιφάσεις του, οφείλεται επιπλέον στις δυσχέρειες ανάπτυξης ενός ικανοποιητικού εναλλακτικού μοντέλου βασισμένου αποκλειστικά σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ). Οι εναλλακτικές πηγές εμφανίζονται προς το παρόν μόνο ως δευτερεύοντα και συμπληρωματικά στοιχεία στην παγκόσμια κατανάλωση ενέργειας, παρά το γεγονός ότι μια σειρά από κεφάλαια επιχειρούν να προσανατολιστούν προς την κατεύθυνση της ανάπτυξής τους και ήδη, η συμμετοχή τους στην παραγωγή ενέργειας έναντι των ορυκτών καυσίμων εμφανίζεται αυξανόμενη[xv].

Στην αφήγηση για έναν οικολογικό μετασχηματισμό του καπιταλισμού, κυριαρχούν τα τεχνοκρατικά ιδεολογικά στοιχεία. Νέες τεχνικές παραγωγής ενέργειας, μειωμένων ρύπων, υποτίθεται ότι θα αμβλύνουν τις επιπτώσεις της καπιταλιστικής παραγωγής στο περιβάλλον. Ακόμα όμως και έχοντας πετύχει, με τη χρήση των ΑΠΕ, ένα τεχνικά επαρκές ενεργειακό υπόδειγμα, δεν μπορεί να ελπίζει κανείς ότι θα περνούσαμε σε μια περίοδο «πράσινου» καπιταλισμού: κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο όσο διατηρούνται οι καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις και η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής.

Η ανάδυση ενός καπιταλισμού των ΑΠΕ, όχι μόνο δεν θα επέλυε την περιβαλλοντική κρίση, αλλά θα οδηγούσε στην αναπαραγωγή της με ακόμα πιο καταστροφικούς ρυθμούς. Ο ανταγωνισμός των κεφαλαίων και οι στρατηγικές της μεγέθυνσης θα αναπτύσσονταν σε νέο έδαφος, αποδεσμευμένες από τις αντιφάσεις που παράγει η μη ανανεώσιμη ενέργεια. Το τελικό αποτέλεσμα θα ήταν το αντίθετο από εκείνο που διακηρύσσεται: μεγαλύτερη παραγωγική και καταναλωτική δυναμική, καταστροφή ”απάτητων” δασών, αξιοποίηση των δρόμων για εγκατάσταση επιπλέον οικονομικών δραστηριοτήτων (πχ εξορύξεις). Είναι ενδεικτικό ότι και η ίδια η εγκατάσταση μονάδων παραγωγής ΑΠΕ (όπως τα αιολικά πάρκα), εξελίσσεται ήδη σε ένα νέο σημαντικό παράγοντα επιβάρυνσης του περιβάλλοντος.

 

Η ιδέα ότι είναι δυνατός ένας οικολογικός μετασχηματισμός της οικονομίας, καθοδηγούμενος από τους μηχανισμούς της αγοράς και του αστικού κράτους, είναι έτσι απολύτως ανεδαφική.

Είναι, ωστόσο, εφικτή και αναγκαία η ανάπτυξη νικηφόρων κινημάτων αντίστασης στην εντεινόμενη καταστροφή του περιβάλλοντος, υπεράσπισης του δημόσιου χώρου και βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης των λαϊκών τάξεων.

 

Για τη σημερινή συγκυρία

Παρά τις προφανείς ενδείξεις για τις συνέπειες της περιβαλλοντικής κρίσης στην υγεία του πληθυσμού, η κυβέρνηση της ΝΔ ακολουθώντας απαρέγκλιτα την κατεύθυνση της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης και της καπιταλιστικής αξιοποίησης του χώρου κατέθεσε και ψήφισε εν μέσω πανδημίας το νέο νομοσχέδιο για το περιβάλλον παρά τις κινητοποιήσεις συλλογικών φορέων και περιβαλλοντικών ενώσεων.

Κατεύθυνση του νέου νόμου είναι ο επί της ουσίας περιορισμός της περιβαλλοντικής προστασίας προς όφελος των επενδυτικών δραστηριοτήτων.

Μεταξύ άλλων: Τροποποιείται και απλοποιείται η διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης, τμήματα της οποίας θα μπορούν να ανατίθενται σε ιδιώτες αξιολογητές. Ορίζονται χρήσεις γης και εισάγονται τέσσερις ζώνες κλιμακούμενης προστασίας (Ζώνη απόλυτης προστασίας της φύσης – Ζώνη προστασίας της φύσης – Ζώνη διαχείρισης οικοτόπων και ειδών – Ζώνη βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων), αντιμετωπίζοντας επί της ουσίας τις προστατευόμενες περιοχές ως επέκταση του αστικού χώρου. Σε τμήματα των προστατευόμενων περιοχών θα επιτρέπονται πλέον ακόμη και χρήσεις που συνδέονται με τις πιο επιθετικές για το περιβάλλον επενδύσεις, όπως εξορυκτικές δραστηριότητες (Ορυχεία – Λατομεία – Μεταλλεία, Αμμοληψία, Ζώνες αναζήτησης, έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων). Ο νέος νόμος καταλύει έτσι απροσχημάτιστα την περιβαλλοντική προστασία των περιοχών NATURA, αντιμετωπίζοντας το φυσικό περιβάλλον ως πεδίο καπιταλιστικής κερδοφορίας.

Είναι σαφές πως τέτοιες εγκληματικές πολιτικές είναι μια από τις βασικές αιτίες που οδηγούν σήμερα στις καταστροφικές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής. Ακόμα και εν μέσω πανδημίας, που τα μηνύματα για τις αιτίες του ξεσπάσματος έχουν αναδειχθεί, οι νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις εντείνουν την περιβαλλοντική καταστροφή διαμορφώνοντας εκρηκτικούς κινδύνους για τα λαϊκά στρώματα μέσα από την εκτεταμένη αποσταθεροποίηση των οικοσυστημάτων.

 

VII.         Για ένα άλλο παράδειγμα.

Σήμερα δεν υπάρχει κάποιος δρόμος μέσα στα δεσμά των ιμπεριαλιστικών ολοκληρώσεων που να συγκροτεί μια περιβαλλοντικά βιώσιμη προοπτική και να διασφαλίζει τα συμφέροντα των λαϊκών στρωμάτων. Οι επιπτώσεις της υγειονομικής κρίσης είναι απόρροια των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων τις τελευταίες δεκαετίες, είτε αυτό αφορά αποκλειστικά και μόνο την περικοπή των δαπανών για κοινωνικές παροχές είτε αφορά το φυσικό περιβάλλον και τις συνθήκες διαβίωσης των εργαζομένων μέσα και σε σύνδεση με αυτό. Οι όροι με τους οποίους δομείται η καπιταλιστική παραγωγή, η βίαιη αστικοποίηση και η επιβολή ενός συγκεκριμένου μοντέλου ζωής και κατανάλωσης αναπαράγουν την ιδεολογική κυριαρχία της αστικής τάξης και την υποβάθμιση των όρων διαβίωσης του λαού. Επιπλέον, οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές ευνοούν και προωθούν τις βίαιες παρεμβάσεις του κεφαλαίου στο φυσικό περιβάλλον, όπως αποδείχθηκε στις Σκουριές, στο Ελληνικό και αλλού και ήδη τώρα με το νομοσχέδιο Χατζηδάκη για τις χρήσεις γης.

Ένας άλλος δρόμος και ένα άλλο παράδειγμα οργάνωσης της καθημερινότητας των λαϊκών τάξεων περνάει μέσα από τη ρήξη με τους μηχανισμούς της ΕΕ και της ΟΝΕ, μια ρήξη η οποία θα συνοδεύεται και από ένα διαφορετικό τρόπο οργάνωσης της παραγωγής και της οικονομίας. Σε μια διαδικασία ρήξης με τις ιμπεριαλιστικές πολιτικές κατευθύνσεις είναι εφικτός ένας συνολικότερος αναπροσανατολισμός της οικονομίας όχι προς όφελος της κερδοφορίας του κεφαλαίου αλλά προς όφελος του λαού, με έμφαση στην υγεία, την κοινωνική πρόνοια, τη διατροφική επάρκεια και την ελεύθερη πρόσβαση σε χώρους πρασίνου και στον δημόσιο χώρο στην πόλη.

Η επιβολή ενός συγκεκριμένου μοντέλου παραγωγής με σεβασμό προς τη φύση και χωρίς υπέρμετρες παρεμβάσεις στο φυσικό περιβάλλον θα αναβαθμίσει συνολικά το επίπεδο διαβίωσης. Απ’ την άλλη θα συγκρούεται ευθέως με τα μεγάλα κεφαλαιοκρατικά συμφέροντα και θα πλήξει τομείς της οικονομίας που είναι νευραλγικοί για την αστική τάξη, αλλά όχι για το λαό.

Η σημαντική μείωση της παραγωγικής δραστηριότητας κατά την περίοδο της επιδημίας, ευνόησε τους μηχανισμούς ανόρθωσης του περιβάλλοντος. Επιπλέον, αναδείχθηκε κατά την περίοδο αυτή ότι είναι εφικτός ο σημαντικός περιορισμός της παραγωγής χωρίς να θίγονται τα λαϊκά συμφέροντα, εφόσον η παραγωγή προσανατολιστεί στην καθολική κάλυψη των βασικών αναγκών και εφόσον διασφαλιστεί η εργασιακή και μισθολογική θέση των εργαζομένων.

Σήμερα είναι αναγκαία η ανάπτυξη μαζικών αντιστάσεων και μετωπικής δράσης απέναντι στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές και στη ληστρική εκμετάλλευση του περιβάλλοντος και του δημόσιου χώρου από το κεφάλαιο. Πρέπει επίσης να διεκδικηθεί ο ελεύθερος και δημόσιος χώρος στην πόλη.

Είναι επίσης πολιτικά αναγκαία μια αριστερή ριζοσπαστική πολιτική πρόταση ήπιας αποανάπτυξης, με προτεραιότητα στα βασικά βιοτικά αγαθά και με δημοκρατικό έλεγχο των αποφάσεων που αφορούν το περιβάλλον. Η πολιτική αυτή πρόταση συνδέεται με το αίτημα για ένα μεταβατικό πολιτικό πρόγραμμα εξόδου από την καπιταλιστική κρίση, που θα διασφαλίζει τα συμφέροντα και τις συνθήκες ζωής των λαϊκών στρωμάτων.

 

[1]    Μολυσματικών ασθενειών μεταδιδόμενων από τα ζώα στον άνθρωπο.

[i]     https://www.theguardian.com/commentisfree/2020/mar/21/medicare-for-all-coronavirus-covid-19-single-payer

[ii]    https://www.theguardian.com/world/2020/mar/25/coronavirus-nature-is-sending-us-a-message-says-un-environment-chief

[iii]   UNEP (2016). UNEP Frontiers 2016 Report: Emerging Issues of Environmental Concern. United Nations Environment Programme, Nairobi. Συνοπτική επικαιροποιημένη παρουσίαση εδώ: http://wedocs.unep.org/handle/20.500.11822/32064

[iv]            Πηγή WHO. https://www.who.int/gho/phe/en/

[v]    Πηγή NOAA. https://www.ncdc.noaa.gov/sotc/global/202003/supplemental/page-1

[vi]            Πηγή IPCC

[vii]           Πηγή: BBC, https://www.bbc.com/news/science-environment-46384067

[viii]          https://www.theguardian.com/environment/2019/sep/20/the-climate-crisis-explained-in-10-charts

[ix]            Πηγή World Bank

[x]    Πηγή IPCC

[xi]            Πηγή U.S.-E.P.A., στοιχεία από IPCC 2010/2014.

[xii]  https://monthlyreview.org/2020/05/01/covid-19-and-circuits-of-capital/

[xiii] Πηγή IPCC. Climate Change and Land, Special Report, 2019

[xiv] Πηγή UN/FAO

[xv]  Πηγή World Bank