του Θέμη Τζήμα

Συμβαίνει εδώ και πολλά χρόνια, για δεκαετίες στην πραγματικότητα: η αριστερά, σοσιαλιστική και κομμουνιστική, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς, στο μεγαλύτερο μέρος της, έχει καταληφθεί είτε από νεοφιλελεύθερους δήθεν σοσιαλδημοκράτες, είτε από μικροαστούς διανοουμένους, που στην καλύτερη περίπτωση είναι αφελείς ιδεαλιστές- δηλαδή συντηρητικοί- στη χειρότερη, συνειδητοί υπέρμαχοι των επιδιώξεων του ιμπεριαλισμού, ενδύοντάς τις με «αριστερό» μανδύα. Κάτω από αυτήν τη διπλή κατάληψη της αριστεράς, που ακυρώνει άμεσα ή έμμεσα τις βασικότερες αρχές του μαρξισμού, κοινωνικές δυνάμεις και στελέχη που θα μπορούσαν να αναζωογονήσουν την αριστερά και να την καταστήσουν ηγεμονική δύναμη, «καίγονται» είτε παρασυρμένες/-α, είτε εκπαραθυρωνόμενες/-α.

Στην Ελλάδα το ζούμε εδώ και μια δεκαετία εμφατικά. Σε κάθε φάση της πολύπλευρης κρίσης, σε κάθε στιγμή δυνατότητας βαθύτερης συνειδητοποίησης ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων γύρω από τους πραγματικούς υπευθύνους της κρίσης και την ανάγκη αλλαγής κοινωνικού μοντέλου, οι περισσότερες εκδοχές αριστεράς συνέβαλαν- σε διαφορετικό βαθμό και χρονική στιγμή– στον αποπροσανατολισμό, στην κατάπνιξη της κοινωνικής δυναμικής, στην προδοσία και στην άτακτη υποχώρηση. Έτσι, η αποτυχία της αριστεράς καθίσταται ο καλύτερος χορηγός της δεξιάς και της ακροδεξιάς.

Εύκολα τσιτάτα, μικροαστοί οικονομολόγοι και διανοούμενοι, γραφειοκρατίες, αποτυχημένα οργανωτικά σχήματα, εξουσιολαγνεία, ανύπαρκτες αναλύσεις, έλλειψη ζύμωσης αποθέωση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, απόσταση από το λαό και από τις αγωνίες του, αλαζονεία, ιστορική άγνοια, τεράστια θεωρητικά κενά από μαρξικής άποψης-χωρίς καν να υπάρχει συνειδητοποίηση της ύπαρξής τους- είναι μερικά από εκείνα τα στοιχεία που συνέθεσαν μια αριστερά η οποία κατά τρόπο δραματικό για την κοινωνία εν μέσω κρίσης παρήκμασε.

Όσο μεγαλύτερη μάλιστα η αποτυχία αυτής της αριστεράς- και στην πραγματικότητα «αριστεράς»- τόσο μεγαλύτερη η αλαζονεία, η συλλήβδην απόδοση του τίτλου του ακροδεξιού- ώστε να ξεπλένονται οι πραγματικοί ακροδεξιοί εν τέλει- ο ελιτισμός, η εσωστρέφεια, το αγκάλιασμα κάθε βολικής φήμης ή είδησης και η εγκατάλειψη των θεμελιακών αρχών και διδαγμάτων, της σοσιαλιστικής και της κομμουνιστικής θεωρίας και της παράδοσης.

Το ίδιο και σήμερα: ενώ το παραμύθι της προστασίας της Ελλάδας από την ΕΕ, από τις ΗΠΑ, από το ΝΑΤΟ, από το Ισραήλ σβήνει, ενώ η ηγεμονευόμενη από την ακροδεξιά, δεξιά κυβέρνηση εκθέτει την Ελλάδα διεθνώς και δεν τολμά να τα βάλει με εκείνον που όντως δρα επιθετικά προς την Ελλάδα- την Τουρκία- η αριστερά, υπό την ηγεμονία νεοφιλελεύθερων και δικαιωματιστών, «πνίγεται» στα νερά του Έβρου και ξεκόβει από τις λαϊκές μάζες χαρίζοντάς τις χαιρέκακα στην ακροδεξιά. Ευτυχώς που ο λαός σε μεγάλο βαθμό είναι πολύ καλύτερος από ό,τι αυτό το στελεχιακό δυναμικό νομίζει, αλλιώς θα έπρεπε να έχουμε ήδη ναζιστική δικτατορία.

Είναι να αναρωτιέσαι με αυτήν την «αριστερά»: Έχει λησμονηθεί ότι από το γενικό πηγαίνουμε στο ειδικό και όχι το αντίστροφο, άραγε;

Όταν κανείς στα όσα διαδραματίζονται στον Έβρο και στο Αιγαίο επιλέγει να βλέπει μόνο το ανθρωπιστικό σκέλος- αγνοώντας τη γενική εικόνα, η οποία συμπεριλαμβάνει και το ανθρωπιστικό ζήτημα αλλά σε συνδυασμό με και ως μέρος των ευρύτερων διεθνοπολιτικών επιδιώξεων της Τουρκίας- ακολουθεί μια στρεβλή μεθοδολογία που δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε λανθασμένα συμπεράσματα. Μπορεί να βλέπει κανείς μόνο το ανθρωπιστικό ζήτημα αν είναι καλός Χριστιανός και άρα έχει μια αντί- ιστορική ανάλυση αλλά όποιος μιλά στο όνομα της αριστεράς και πράττει τέτοια λάθη απλώς αφοπλίζεται και χαρίζει τον λογικά, ανήσυχο κόσμο, στη δεξιά και στην ακροδεξιά.

Έχει εγκαταλειφτεί η ανάγκη εντοπισμού της πρωτεύουσας αντίθεσης, πάντα στη βάση της πραγματικής ζωής, των πραγματικών ανθρώπων;

Οι συντηρητικοί ιδεαλιστές- που παριστάνουν τους αριστερούς- βασιζόμενοι σε αφαιρέσεις, δηλαδή έχοντας πάρει διαζύγιο με την πραγματικότητα, αναμασούν τα περί αντίθεσης κεφαλαίου και εργασίας- χωρίς βάθος και συχνά χωρίς καν να τα πιστεύουν- ακόμα και εκεί που –στη δεδομένη στιγμή- δεν μπορούν να προσαρμοστούν, παρά μόνο αν συγχέουμε το «επί της αρχής», με το «εν τέλει» και με το «στη δεδομένη στιγμή». Πράττουν από την ανάποδη, ό,τι και η επίσημη δεξιά αλλά λιγότερο πειστικά.

Με άλλα λόγια, όταν η Τουρκία ανακοινώνει επισήμως ότι θα χρησιμοποιήσει και θα ενισχύσει πληθυσμούς σε κίνηση, προκειμένου να διαρρήξουν τα σύνορα ενός άλλου κράτους, όταν στέλνει στρατιωτικές μονάδες για να πραγματοποιήσουν επιχειρήσεις- στην πράξη- ελέγχου των συνόρων του γειτονικού της κράτους και όταν όλα αυτά εντάσσονται στο πλαίσιο της στρατηγικής της Τουρκίας, που ενεργεί τρεις εισβολές –Κύπρο, Συρία και Ιράκ- και συμμετέχει σε έναν επιπλέον πόλεμο στη Λιβύη, η επιλογή να μιλάς για υπό- ιμπεριαλισμούς που συγκρούονται- θέση θεωρητικά λανθασμένη έτσι κι αλλιώς– ή να καλείς σε ανοιχτά σύνορα, παραγνωρίζει τα «γιατί», τα «πώς», το υποκείμενο και τους «σκοπούς» της προκληθείσης κρίσης. Επομένως όχι μόνο αντικειμενικά τοποθετείσαι λανθασμένα αλλά επιπλέον χάνεις την όποια επιρροή στο λαό και άρα ούτε στην ανθρωπιστική διάσταση της κρίσης μπορείς να βοηθήσεις, αφού πλέον δεν ακούγεσαι.

Έχουμε ξεχάσει ότι η ποσότητα επηρεάζει την ποιότητα;

Είναι άλλα τα αισθήματα του κόσμου απέναντι σε αιτουμένους ασύλου όταν για παράδειγμα οι τελευταίοι είναι 80.000 και αναλογικά διασκορπισμένοι σε όλη την επικράτεια και θα είναι άλλα αν φτάσουν τις 500.000. Μπορεί σε κάποιους να φαντάζει ακροδεξιό αλλά αν αντιλαμβάνονταν την ιστορικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και την παραπάνω αρχή θα το κατανοούσαν απολύτως. Όσο λοιπόν εμείς υποτιμούμε όσους ανησυχούν- χωρίς ποτέ να χαριζόμαστε στους ακροδεξιούς τραμπούκους- χαρίζουμε τον κόσμο στους ακροδεξιούς και στους ναζί, εισαγόμενους και ντόπιους.

Έχουμε βαρεθεί να κάνουμε δουλειά εσωτερικά και στον κόσμο, δουλειά ιδεολογικής ζύμωσης και πιάσαμε τα πληκτρολόγια και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να αναπαράγουμε τα πιο εύπεπτα τσιτάτα;

Σταχυολογώντας μερικές από τα πιο διαδεδομένες μόνο «λύσεις» της «αριστεράς» εξ όσων κυκλοφορούν βλέπει κανείς το μακρόχρονο έλλειμμα συζήτησης και ζύμωσης. Όχι σύντροφοι, δε γίνεται να δώσουμε σε όλους τους αλλοδαπούς «χαρτιά» προκειμένου να φύγουν από την Ελλάδα, γιατί οι Ευρωπαίοι δεν είναι κουτόφραγκοι. Απλώς θα αναστείλουν τη συνθήκη Σένγκεν. Επίσης, πώς και θα φύγουμε από την ΕΕ και θα μείνουμε στο Σένγκεν και θα δέχονται οι Ευρωπαίοι, όποιον φεύγει από την Ελλάδα με το όποιο ταξιδιωτικό έγγραφο; Αν επρόκειτο η ΕΕ να τα κάνει όλα αυτά δε θα μπορούσε πολύ ευκολότερα να υιοθετήσει ένα σύστημα μετεγκατάστασης προσφύγων;

Αν ανοίξουν ολότελα, δηλαδή αν καταργηθούν τα σύνορα της Ελλάδας, πού θα πάνε εκείνοι που θα βρίσκουν γύρω- γύρω κλειστά σύνορα; Θα είναι για κάποιο λόγο πιο ευτυχισμένοι από ό,τι είναι στην Τουρκία επειδή ρέει εδώ το μέλι και το γάλα;

Από πότε επίσης, η αριστερά μάχεται για καπιταλιστικό κόσμο- το λέω επειδή καπιταλισμό θα συνεχίσουμε να έχουμε ακόμα κι αν ανοίξουμε τα σύνορα εδώ– χωρίς σύνορα; Ο καπιταλιστικός κόσμος με ανοιχτά πάντα σύνορα- δηλαδή ο κόσμος χωρίς σύνορα- είναι ο κόσμος που οι ιμπεριαλιστές και οι καπιταλιστές ολιγάρχες θα πηγαίνουν πολύ ευκολότερα όπου θέλουν προκειμένου να κάνουν ό,τι θέλουν. Για αυτό στήνουν κρίσεις. Κάθε καπιταλιστική κρίση χρησιμοποιείται για να πέφτουν σύνορα. Και τα σύνορα δεν είναι σύντροφοι μόνο ο έλεγχος διαβατηρίων στα μεθοριακά περάσματα και στα αεροδρόμια. Σύνορα και μάλιστα σημαντικότερα είναι το εθνικό σύστημα υγείας, παιδείας, συντάξεων, εργατικής και περιβαλλοντικής νομοθεσίας και ασφάλισης. Θέλετε σίγουρα να πέσουν; Γιατί από αριστερές προθέσεις, εύκολα φτάνεις στην νεοφιλελεύθερη κόλαση. Εκτός κι αν κάποιοι φιλελεύθεροι που κάνουν το «αγροτικό» τους στην αυτονομία ή στην αριστερά μπερδεύουν τα ταξίδια τους ανά τον κόσμο, με τα «ανοιχτά», δηλαδή με τα μη- σύνορα.

Βεβαίως δε θέλουμε ερμητικά κλειστά σύνορα γιατί δε θέλουμε τείχη. Θέλουμε σύνορα και χρειαζόμαστε σύνορα, δηλαδή ελεγχόμενες διαβάσεις για τους ανθρώπους, με βάση δημοκρατικές και άρα λαϊκές αποφάσεις. Αλλά ο λαός μας είναι λαός σε αυτό το κράτος. Άρα αυτό το κράτος πρέπει να υπάρχει για να αλλάξει και επομένως πρέπει και να οριοθετείται. Αλλιώς, γίνεσαι σαντζάκι, γερμανικό κρατίδιο, πολιτεία των ΗΠΑ, γαλλική αποικία νέου τύπου ή ό,τι άλλο φαντάζεται ο οποιοσδήποτε αλλά παύεις να είσαι λαός.

Πότε θα διεξάγουμε στην αριστερά συγκροτημένα αυτές τις συζητήσεις; Και κυρίως πότε θα πάμε οργανωμένα να συζητήσουμε με τον κόσμο που αγωνιά, Έλληνες και ξένους, εκεί που ζουν και αγωνιούν; Δεν είναι μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ που κρύβεται από τον Έβρο και από τα νησιά. Κρύβονται όλες οι δυνάμεις της αριστεράς, εμπεδώνοντας ένα κλίμα ακατανόητης ενοχής ακόμα και από πλευράς εκείνων των αριστερών που εγκαίρως μίλησαν για όσα σήμερα συμβαίνουν.

Επίσης, τα όσα γίνονται στον Έβρο δε μοιάζουν σε τίποτα με όσα γίνονται μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστινίων- τα ακούσαμε και αυτά- γιατί εκεί σκοτώνονται, βασανίζονται, στερούνται τη γη τους και την κρατική τους υπόσταση χιλιάδες και εκατομμύρια, υπό κατοχή, Παλαιστίνιοι.

Πρέπει να υπάρχουν κανόνες εμπλοκής στον Έβρο; Δηλαδή όταν το τουρκικό τεθωρακισμένο προσπαθεί να ρίξει τα ελληνικά σύνορα ή όταν ρίχνονται χημικά, πέτρες και ό,τι άλλο στην ελληνική πλευρά, δεν υπάρχει η δυνατότητα χρήσης βίας, αναλογικής βεβαίως, όπως θα έκανε όποιο μοντέλο κράτους και εξουσίας, σε όποια ιστορική περίοδο; Ή επειδή έχουμε αστικό κράτος πρέπει να γίνουμε έρμαια ενός άλλου αστικού κράτους, πολύ πιο επιθετικού μάλιστα; Και η αναλογική απάντηση δεν είναι να πυροβολείς αμάχους αλλά να αμύνεσαι εναντίον των κρατικών οργάνων- σωμάτων ασφαλείας κλπ- που δρουν επιθετικά εις βάρος σου.

Σημαίνουν όλα τα παραπάνω ότι πρέπει να κλείσουμε τα μάτια στην ακροδεξιά που πάει να πάρει κεφάλι, στα βασανιστήρια, στην κατάργηση δικαιωμάτων και συνθηκών και να καταπίνουμε αμάσητη την προπαγάνδα από τα ελληνικά ΜΜΕ και από την ελληνική κυβέρνηση; Το αντίθετο. Η Εθνική ομοψυχία περνά μέσα από τον εξοβελισμό της ακροδεξιάς, όχι από τη συνεργασία την ακροδεξιά που εγκαινίασε ο ΣΥΡΙΖΑ- βλ. ταξίδια στα ακριτικά νησιά. Περνά μέσα από την αλήθεια και όχι μέσα από την προπαγάνδα.

Για να νικήσεις όμως την ακροδεξιά πρέπει να διεκδικήσεις από εκείνη, με επιτυχία το «εθνικό», όχι να το βρίζεις, να το χλευάζεις, να το υποτιμάς και εν τέλει να το χαρίζεις. Να μπορείς να διακρίνεις μεταξύ υπεράσπισης της πατρίδας απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα και ανθρωπιστικού καθήκοντος που αποτελεί υποχρέωσή μας. 

Το έκαναν κάποιοι στην κατοχή, στο κυπριακό, στη χούντα, στη μεταπολίτευση. Έδειξαν τι θα πει λαϊκός πατριωτισμός και τι νέα εθνικοφροσύνη και νέος ραγιαδισμός. Το έκαναν όλοι οι γνήσιοι επαναστατημένοι, σε κάθε εποχή και όπου γης. Εμείς θα αποτύχουμε αν συνεχίσουμε να αφήνουμε (νέο-) φιλελεύθερους και συντηρητικούς ιδεαλιστές, γραφειοκράτες και δικαιωματικούς, ανύποπτους και ύποπτους να παριστάνουν τους καθοδηγητές της αριστεράς. Αν απολογούμαστε σε απίθανες ομάδες και σε οργανικούς διανοουμένους, αντί να κάνουμε μια πραγματική δουλειά, με τον πραγματικό κόσμο. Δεν παίζεται η προσωπική πορεία του καθενός. Παίζεται εδώ και χρόνια το μέλλον και η ύπαρξη ενός ολοκλήρου λαού.