Του Δημήτρη Σαραφιανού, δικηγόρος, πρώην μέλος ΔΣ του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών

Της Αναστασίας Σταυροπούλου, δικηγόρος

Με το πρόσφατο νομοσχέδιο για τις δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις επιχειρείται μια αντιδραστική τομή στην κοινωνική και πολιτική συγκρότηση του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού που, όμως, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη συνταγματική και ευρύτερη έννομη τάξη. Στην ουσία πρόκειται για κατάλυση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι με το εύρος και τους συγκεκριμένους περιορισμούς που κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα (άρθρο 11 Σ), η οποία δεν δύναται να πραγματοποιηθεί με νόμο.

Οι βασικές αλλαγές που επιφέρει το νομοσχέδιο αφορούν τα άρθρα 2, 3 και 9 που εισάγουν τις εξής «καινοτομίες»:

  1. Υποχρεωτική γνωστοποίηση εκ των προτέρων και εγκαίρως προς την αστυνομία, εγγράφως ή ηλεκτρονικά μέσω της διαδικτυακής πλατφόρμας της Ελληνικής Αστυνομίας για τη σκοπούμενη πραγματοποίηση της δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης. Η γνωστοποίηση περιλαμβάνει οπωσδήποτε τα στοιχεία ταυτότητας και επικοινωνίας του οργανωτή, τον ακριβή τόπο, τον χρόνο έναρξης και τον εκτιμώμενο χρόνο λήξης, τον σκοπό καθώς και το προτεινόμενο δρομολόγιο της συνάθροισης. Αυτή η υποχρέωση αφορά το σύνολο των υπαίθριων συναθροίσεων, σταθερών (συγκεντρώσεων) ή κινούμενων (πορειών), με την εξαίρεση των διαδηλώσεων της Πρωτομαγιάς και της 17ης Νοεμβρίου.
  2. Καταρχήν απαγόρευση των αυθόρμητων υπαίθριων συναθροίσεων, ενώ δύνανται κατ’ εξαίρεση να επιτραπούν από την αστυνομική αρχή εφόσον δεν διαφαίνονται κίνδυνοι διασάλευσης της δημόσιας ασφάλειας ή σοβαρής διατάραξης της κοινωνικοοικονομικής ζωής, με την επιβολή των ειδικά προβλεπόμενων περιορισμών (περιορισμός σε συγκεκριμένο τμήμα του οδοστρώματος, αλλαγή δρομολογίου κ.ά.).
  3. Υποχρεωτικός ορισμός Οργανωτή, δηλαδή υπεύθυνου προσώπου για την πραγματοποίηση εκάστης διαδήλωσης ο οποίος φέρει τις υποχρεώσεις της προσήκουσας γνωστοποίησης και αποτελεί το πρόσωπο στο οποίο γνωστοποιούνται οι αποφάσεις της αστυνομίας για απαγόρευση ή εισαγωγή περιορισμών σε δημόσια υπαίθρια συνάθροιση.
  4. Πρόβλεψη για αστική ευθύνη στο πρόσωπο του οργανωτή για πράξεις τρίτων που θα λάβουν χώρα στο πλαίσιο της συνάθροισης.

 

  1. Επαναφορά της χουντικής διάταξης για διαδήλωση κατόπιν αδείας

 Με την εισαγωγή της προϋπόθεσης προγενέστερης γνωστοποίησης για την πραγματοποίηση νόμιμης συνάθροισης, κατ’ ουσίαν επαναφέρεται δια νόμου η διάταξη του άρθρου 18 του Συντάγματος της χούντας 1968/73 σύμφωνα με  την οποία «Αι δημόσιαι συναθροίσεις πρέπει να γνωστοποιούνται δεόντως εις την αστυνομικήν αρχήν τεσσαράκοντα οκτώ ώρας πρό της πραγματοποιήσεώς των. Αι εν τω υπαίθρω συναθροίσεις δύνανται να απαγορευθούν αν εκ τούτων επίκειται κίνδυνος για την δημόσιαν τάξιν και ασφάλειαν».

Ωστόσο, ο συντακτικός νομοθέτης σαφώς απέστη από τις ρυθμίσεις του άρθρου 18 του Συντάγματος του 1968/73 της χούντας, ρητά καταργώντας την υποχρέωση προηγούμενης γνωστοποίησης, η οποία στο βαθμό που αποσκοπεί στην άσκηση του δικαιώματος της αστυνομικής αρχής σε απαγόρευση ή μη της γνωστοποιηθείσας συνάθροισης, εισάγει σύστημα προηγούμενης έγκρισης για τη νόμιμη πραγματοποίηση διαδήλωσης.

Συνεπώς, η υποχρέωση προηγούμενης έγκαιρης γνωστοποίησης της συνάθροισης είναι πρόδηλα αντισυνταγματική. Η υπαίθρια δημόσια συνάθροιση δεν μπορεί να τεθεί υπό σύστημα αδείας. Προηγούμενη γνωστοποίηση δεν απαιτείται, ούτε μπορεί να συναχθεί λογικά από το συνταγματικό κείμενο, αφού υπό τη συνταγματική προστασία του τίθενται και οι αυθόρμητες συναθροίσεις, υπό την απολύτως κρατούσα άποψη.

Αντίθετα, με το νομοσχέδιο οι αυθόρμητες διαδηλώσεις μπορούν να επιτραπούν μόνο υπό προϋποθέσεις, δηλαδή καταρχήν απαγορεύονται. Όμως, το Σύνταγμα δεν διακρίνει μεταξύ οργανωμένων και αυθόρμητων συναθροίσεων. Η μόνη διάκριση που αναγνωρίζει το Σύνταγμα είναι αυτή των υπαίθριων και μη συναθροίσεων, προκειμένου να απαγορεύσει συγκεκριμένα την παρουσία της αστυνομίας στις μη υπαίθριες. Αντίθετα κατοχυρώνει το δικαίωμα στη δημόσια συνάθροιση χωρίς άλλες επιφυλάξεις.

Η διάταξη του νομοσχεδίου είναι επανάληψη των §4 και 5 του άρθρου 3 του ν.δ. 794/71 και  είναι αντισυνταγματική, επαναφέροντας διατάξεις νόμου που ανήκαν στο ρητά καταργηθέν, «ανώμαλο» συνταγματικό καθεστώς που επέβαλε η χούντα με το γνωστό «δημοψήφισμα» παρωδία του 1968 και μάλιστα με πιο αντιδραστικές διατάξεις από το χουντικό εφαρμοστικό νομοθετικό διάταγμα 794/71!

Υπό το ισχύον καθεστώς, υφίστανται συγκεκριμένοι περιορισμοί στο δικαίωμα συναθροίσεως, με την έννοια ότι δημόσια συνάθροιση δύναται κατ’ εξαίρεση να απαγορευθεί με αιτιολογημένη απόφαση της αστυνομικής αρχής, αν εξαιτίας τους επίκειται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια, σε ορισμένη δε περιοχή, αν απειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής. Με άλλα λόγια, η αστυνομία αφ’ ης στιγμής πληροφορηθεί την πραγματοποίηση συνάθροισης με οποιοδήποτε τρόπο (π.χ. μέσω αφίσας, δελτίου τύπου, που δεν απαιτείται να της γνωστοποιηθεί) μπορεί να την απαγορεύσει εφόσον συντρέχουν οι σχετικές συνταγματικές προϋποθέσεις.

Έτσι, η δια νόμου εισαγωγή της πρόσθετης προϋπόθεσης της προηγούμενης γνωστοποίησης, όχι απλώς εισάγει πρόσθετους του συντάγματος περιορισμούς και προϋποθέσεις, αλλά κατ’ ουσίαν αντιστρέφει τον συνταγματικά θεμιτό τρόπο κατοχύρωσης των ατομικών δικαιωμάτων. Τα ατομικά δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος του συνέρχεσθαι, έχουν στην κρατούσα συνταγματική τάξη αρνητικό περιεχόμενο, με την έννοια ότι διασφαλίζουν τη νομική κατάσταση αρνητικά και θεμελιώνουν αξίωση για αποχή της κρατικής εξουσίας (status negativus). Η ιδιότητα των πολιτών ως φορέων των δικαιωμάτων αυτών απορρέει ευθέως από το Σύνταγμα που επιβάλλει στην κρατική εξουσία την υποχρέωση αποχής ώστε η άσκησή τους θεωρείται εγγυημένη και κατ’ επέκταση καταρχήν επιτρεπτή. Συνεπώς, η καταληκτική διατύπωση «όπως νόμος ορίζει» στο άρθρο 11 του Συντάγματος δεν συνεπάγεται δικαίωμα του (κοινού) νομοθέτη να εισάγει την προϋπόθεση διοικητικής έγκρισης ή αδείας, που καταλύει την ανωτέρω συνταγματική φύση του ατομικού δικαιώματος, όπως αντίστοιχα δεν νοείται η δυνατότητα εισαγωγής προηγούμενης διοικητικής άδειας για το σύνολο των συνταγματικά κατοχυρωμένων ατομικών δικαιωμάτων, όπως της ζωής, της ελευθερίας, την πρόσβασης στο νόμιμο δικαστή, της ιδιοκτησίας, της ελευθερίας έκφρασης γνώμης.

 

  1. Οργανωτής – υπεύθυνος για αποζημίωση για πράξεις αόριστου αριθμού τρίτων προσώπων

 Εξίσου αντισυνταγματική είναι και η πρόβλεψη περί υποχρεωτικής ύπαρξης οργανωτή και ο οποίος θα φέρει αστικές- αποζημιωτικές ευθύνες για πράξεις που λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο της συνάθροισης.

Η συνταγματική διάταξη δεν προβλέπει ως εννοιολογικό στοιχείο της συνάθροισης (που μπορεί να είναι και αυθόρμητη) την ύπαρξη ηγετών ή προέδρων της συνάθροισης. Συνεπώς, η υποχρέωση γνωστοποίησης στις αρχές του προέδρου ή των οργανωτών της συνάθροισης και η συνακόλουθη πολλαπλή νομική προσωπική ευθύνη αυτών, είναι εκτός των συνταγματικών ορίων. Πρόκειται για επαναφορά επί τα χείρω των διατάξεων των άρθρων 3 και 9 του ν.δ. 794/71.

Αντίστοιχα ξένη είναι η διάταξη με το ισχύον σύστημα αστικής ευθύνης, που δε γνωρίζει αποζημιωτικές ευθύνες για πράξεις τρίτων και δη για αόριστο αριθμό προσώπων, παρά μόνο σε περιορισμένες περιστάσεις που επουδενί δεν πληρούνται στην συγκεκριμένη περίσταση όπως λχ στη σχέση εργοδότη – εργαζόμενου. Η όλη σύλληψη της αστικής ευθύνης για πράξεις αόριστου αριθμού προσώπων που συμμετέχουν στη διαδήλωση είναι αντίθετη με τη φύση της συνάθροισης ως πραγματοποιούμενης κατ’ ενάσκηση του ατομικού δικαιώματος του συνέρχεσθαι από κάθε έναν συμμετέχοντα ατομικά, και όχι ως ενέργεια που πραγματοποιεί ο οργανωτής (φυσικό ή νομικό πρόσωπο)  με τη συμμετοχή ατόμων που βρίσκονται υπό την εποπτεία του, όπως ένας υπάλληλος ή αντιπρόσωπος.

Σύμφωνα με το νομοσχέδιο, από την ευθύνη αυτή απαλλάσσεται ο οργανωτής, εάν είχε γνωστοποιήσει εγκαίρως τη διεξαγωγή της συνάθροισης και αποδεικνύει ότι είχε λάβει όλα τα πρόσφορα και αναγκαία μέτρα για την πρόληψη και αποτροπή της ζημίας. Ουσιαστικά, το νομοσχέδιο αναθέτει στον οργανωτή την άσκηση αστυνομικών αρμοδιοτήτων, ενώ είναι σαφές ότι ουδέποτε μπορεί στην πράξη να εφαρμοστεί η εν λόγω διάταξη περί απαλλαγής του από την ευθύνη, αφού οποιαδήποτε πράξη «αποτροπής» βιαιοπραγιών μπορεί κανείς να συλλάβει θα συνιστά κατά κανόνα με τη σειρά της παράνομη πράξη για την οποία και πάλι δύναται να συλληφθεί και η συγκέντρωση με  τη σειρά της να διαλυθεί. Αυτή η νομική «παγίδευση» συμπληρώνει την εξωφρενική αυτή διάταξη που στο σύνολό της αποσκοπεί να εισαγάγει έναν αποτρεπτικό μηχανισμό διοργάνωσης διαδηλώσεων.

Κατά κανόνα δε ο νομοθέτης καθιερώνει με εξαιρετικές ρυθμίσεις σύστημα αντικειμενικής ευθύνης για πράξεις τρίτων σε περιπτώσεις εγγενώς επικίνδυνων δραστηριοτήτων (όπως χ η πτώση κτίσματος, εποπτεία ανηλίκου, ή κατοχή πυρηνικού σταθμού!). Με άλλα λόγια, το προτεινόμενο νομοθέτημα επί της ουσίας επιφέρει εν κρυπτώ συνταγματική τροποποίηση, στο μέτρο που μετατρέπει το δικαίωμα του συνέρχεσθαι από ατομικό δικαίωμα σε εγγενώς «επικίνδυνη» δραστηριότητα.

  1. Απεριόριστη εξουσία της αστυνομίας για διάλυση διαδηλώσεων με κάθε μέσο

Επιπλέον, αποτελεί κοινό κτήμα της συνταγματικής θεωρίας και της νομολογίας ότι η διάλυση μιας διαδήλωσης αποτελεί το έσχατο καταφύγιο για την αποτροπή προσβολής της δημόσιας ασφάλειας και πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Διάλυση λόγω μη γνωστοποίησης απαγορεύεται όπως έχει κρίνει και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για  τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Με τη συγκεκριμένη διάταξη όχι απλώς θεσμοθετείται η σε κάθε περίπτωση δυνατότητα διάλυσης της συνάθροισης από την αστυνομία, αλλά προβλέπεται επιπλέον η άσκηση κάθε μέσου για τη διάλυσή της. Έτσι το άρθρο 12 του νομοσχεδίου προβλέπει ότι για την διάλυση δημόσιας συνάθροισης η αστυνομική αρχή μπορεί να χρησιμοποιεί απεριόριστη εξουσία και κάθε νόμιμο μέσο, ενώ ακόμη και το χουντικό νομοθέτημα προσδιόριζε τουλάχιστον συγκεκριμένα ενδεικτικά μέσα διάλυσης συναθροίσεων.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η αστυνομία με το καθεστώς προηγούμενης έγκρισης αλλά και την (αυτό)αξιολόγηση των αναγκαίων μέτρων διάλυσης μετατρέπεται σε οιονεί συνταγματικό δικαστήριο! Η εξουσία της αστυνομίας να αποφασίζει για την διεξαγωγή ή μη συναθροίσεων καθίσταται απεριόριστη. Το νομοσχέδιο προβλέπει δήθεν δυνατότητα προσφυγής στη δικαιοσύνη με αίτηση ακύρωσης και αίτηση αναστολής ενώπιον της Επιτροπής Αναστολών του ΣτΕ κατά αναιτιολόγητων ή εσφαλμένων αποφάσεων απαγόρευσης. Επαφίεται, δηλαδή η μη εφαρμογή της αστυνομικής απαγόρευσης σε μία χρονοβόρα και δυσκίνητη δικαιοδοτική διαδικασία, καθιστώντας άνευ ουσίας τη σχετική δυνατότητα.

  1. Ποινική αντιμετώπιση της διαδήλωσης και ιδιώνυμο αδίκημα

Το νομοσχέδιο εισάγει αυστηρή ποινική μεταχείριση της ανυπακοής, δηλαδή της συμμετοχής σε απαγορευθείσα από την αστυνομία συνάθροιση με  φυλάκιση μέχρι ενός (1) έτους.

Μάλιστα εισάγει ιδιώνυμο αδίκημα που κολάζει ποινικά αυτοτελώς την «πρόθεση», με τη διάταξη σύμφωνα με την οποία «Στην περίπτωση που παρεισφρέουν σε αυτήν πρόσωπα με σκοπό να αλλοιώσουν με βιαιοπραγίες τον ειρηνικό χαρακτήρα της συνάθροισης, τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών, εκτός αν οι πράξεις τους τιμωρούνται βαρύτερα με άλλη διάταξη». Ρητά η διάταξη αποσυνδέει την ποινική τιμωρία από οποιαδήποτε πράξη, προβλέποντας φυλάκιση μέχρι 2 ετών σε περίπτωση απλώς μετάβασης σε διαδήλωση με σκοπό αλλοίωσης του ειρηνικού χαρακτήρα! Τέτοια διάταξη δεν υφίστατο ούτε στο σχετικό χουντικό νομοθετικό πλαίσιο.

  1. Αναγκαία η παλλαϊκή καταδίκη και αντίσταση ενάντια στο θεσμικό πραξικόπημα!

Όλα τα παραπάνω αναδεικνύουν το μέγεθος της τομής που θα αποτελέσει, εφόσον εισαχθεί στην έννομη τάξη, το σύνολο των διατάξεων του επίμαχου νομοσχεδίου. Ο πρόδηλα αντισυνταγματικός χαρακτήρας του αποκαλύπτει το βαθιά αντιδραστικό χαρακτήρα του νομοσχεδίου που κατατείνει στην κατάλυση του δικαιώματος στη διαδήλωση, το οποίο πλέον κατ’ εξαίρεση μόνο θα επιτρέπεται, εξαρτώμενο αποκλειστικά από τις σταθμίσεις της ελληνικής αστυνομίας, ως προς τις αόριστες έννοιες της «διατάραξης» ή του «κινδύνου».

Το νομοσχέδιο έρχεται σε συνέχεια μια σειράς αντιδραστικών νομοθετημάτων, όπως η προηγηθείς Ποινικός Κώδικας, οι νέες διατάξεις του οποίου στόχευσαν συγκεκριμένα στην ποινικοποίηση συγκεκριμένων αγωνιστικών συλλογικών πρακτικών, που κατά τα περασμένα έτη πέτυχαν όταν υιοθετήθηκαν μαζικά από τους κοινωνικούς αγώνες, να ασκήσουν πίεση στις μνημονιακές κυβερνήσεις και να αναδείξουν δρόμους υπεράσπισης των λαϊκών συμφερόντων  (όπως οι αγώνες ενάντια στους πλειστηριασμούς).

Η κυβέρνηση από την αρχή της εκλογής της έχει επενδύσει την «επιτυχία» της διακυβέρνησής της στην αυταρχική θωράκιση του κρατικού μηχανισμού και του κρατικού οπλοστασίου και την όξυνση της κρατικής καταστολής και της αστυνομικής βίας. Το επιβαλλόμενο δόγμα του «νόμου και της τάξης» εφαρμόζεται με την όξυνση ακραίας κατασταλτικής βίας απέναντι σε εργαζόμενους, φοιτητές και μαθητές, στους κατοίκους των νησιών, και την κανονικοποίηση των αυθαιρεσιών και παραβιάσεων δικαιωμάτων, των μαζικών «προληπτικών» συλλήψεων που απειλούν κάθε πολίτη.

Όμως, αυτό το νομοσχέδιο βαίνει πολύ πέρα από την αποκρυστάλλωση από την κυβέρνηση της ΝΔ ενός αντιδραστικού συσχετισμού δύναμης, αλλά επιχειρεί να θεσμοθετήσει την κατάλυση του θεμελιώδους δικαιώματος στη διαδήλωση μέσα από την εισαγωγή αποτρεπτικών μηχανισμών, όπως η ποινική αντιμετώπιση της συμμετοχής σε απαγορευμένη διαδήλωση ή η αστική ευθύνη του οργανωτή, αλλά και μηχανισμών «νόμιμης» απαγόρευσης ή διάλυσης κατά το δοκούν διαδηλώσεων που δεν είναι πολιτικά επιθυμητές. Εξάλλου, η ίδια η έννοια της «αυθόρμητης διαδήλωσης» αποτελεί το βασικό εγγυητή της δυνατότητας αποτελεσματικής άσκησης του συνταγματικού δικαιώματος, στο βαθμό που η κοινωνική διαμαρτυρία δύναται να εκφραστεί μέσα από διαδηλώσεις κατά τον κρίσιμο χρόνο που συμβαίνουν τα γεγονότα που την προκαλούν και όχι σε χρόνο ή σε τόπο που θα ορισθεί από την αστυνομική αρχή.

Με αυτό το νομοσχέδιο η ΝΔ αποκαλύπτει τον πραγματικό, μακροπρόθεσμο, σκοπό της πολιτικής της που είναι να τεθεί εκτός νόμου και προληπτικά το ίδιο το δικαίωμα της διεκδίκησης και της κοινωνικής διαμαρτυρίας. Πατώντας στην ευρύτερη απογοήτευση της κοινωνίας και την ύφεση των κοινωνικών αγώνων, η ΝΔ επιχειρεί ένα αποφασιστικό, θεσμικό, χτύπημα στους κοινωνικούς αγώνες. Εφόσον ένα τέτοιο νομοθέτημα περάσει και εφαρμοστεί, θα σημάνει καταλυτικό περιορισμό της δυνατότητας του κοινωνικού κινήματος να συγκροτείται αποφασιστικά και μαχητικά και σε αυτό ακριβώς αποσκοπεί. Συνεπώς, οι εν λόγω ρυθμίσεις εντάσσονται στην λογική της αντιδραστικής τροποποίησης του θεσμικού – κρατικού μηχανισμού, κάτι που αποτελεί ένα μακροπρόθεσμο στοίχημα του ελληνικού κεφαλαίου που τα προηγούμενα χρόνια των μεγάλων αντιμνημονιακών και νεολαιίστικων αγώνων είδε συχνά να κλονίζονται κυβερνήσεις και στρατηγικές επιλογές του.

Το βάθος του αντιδραστικού και αντισυνταγματικού χαρακτήρα του νομοσχεδίου πρέπει να βρει απέναντί του όλη την κοινωνία, όχι μόνο το σύνολο της αριστεράς, των συνδικάτων και συνδικαλιστικών φορέων, αλλά και το σύνολο των νομικών επιστημόνων, ακαδημαϊκών, κάθε πολιτικό χώρο με στοιχειώδεις δημοκρατικές ευαισθησίες, και τελικά κάθε ανθρώπου που αξιολογεί την ίδια τη συνταγματική νομιμότητα πάνω από την «Τάξη» που αποτελεί το κεντρικό σλόγκαν της ΝΔ για την αντιδραστική εκτροπή που επιχειρεί.

Αυτό το νομοσχέδιο δεν πρέπει να ψηφιστεί. Το πλατύτερο δυνατό εύρος κοινωνικών δυνάμεων πρέπει να σταθεί απέναντι καταγγέλλοντας αυτό το αντιδραστικό νομοσχέδιο – θεσμικό πραξικόπημα χωρίς χρονοτριβή. Παλλαϊκός ξεσηκωμός και πλατιά μαζική ανυπακοή πρέπει να είναι η απάντηση. Είναι καθήκον μας να υπερασπιστούμε, τα θεμέλια και τις εγγυήσεις της δημοκρατικής έννομης τάξης που κερδήθηκαν με την αντιδικτατορική πάλη και τους αγώνες της κοινωνίας.