Το προσχέδιο του Προϋπολογισμού που κατατέθηκε στην Βουλή στηρίζεται στους ευσεβείς πόθους ότι η ανάπτυξη θα φτάσει το 2,8 % (ποσοστό που αμφισβητείται από τους πάντες), αλλά και σε μέτρα που πρέπει να ληφθούν σε περίπτωση που δεν υλοποιηθούν οι προβλέψεις.

Συγκεκριμένα ο προϋπολογισμός στηρίζεται σε αυξήσεις εσόδων 1,9 δις που θα εισπραχθούν από καταπολέμηση της φοροδιαφυγής μέσω διεύρυνσης της φορολογικής βάσης.  Προβλέπεται δηλαδή ότι η αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων και η φορολογία για βραχυχρόνιες μισθώσεις (airbnb) θα αυξήσει τα φορολογικά έσοδα για να υλοποιηθούν οι προβλεπόμενοι στόχοι.

Σε περίπτωση όμως μη υλοποίησης του στόχου των εσόδων προβλέπεται η λήψη μέτρων  1,2 δις από περιορισμό των δαπανών, κάτι που αποφεύγεται να λεχθεί με σαφήνεια.

Ουσιαστικά προβάλλεται ως δεδομένη η υλοποίηση των στόχων της ανάπτυξης και της αύξησης των φορολογικών εσόδων και αποκρύπτονται τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν σε περίπτωση μη υλοποίησής τους.

Συνολικά ο προϋπολογισμός κινείται στα ίδια μνημονιακά πλαίσια με πρωταρχικό στόχο την διαμόρφωση πρωτογενούς πλεονάσματος σε ποσοστό 3,53% ή 7,02 δις ευρώ και λήψη μέτρων για την επίτευξή του.

 Ακολουθείται λοιπόν η ίδια μέθοδος των προηγούμενων μνημονιακών κυβερνήσεων, «πώληση» ελπίδας και προσπάθεια εφησυχασμού του λαού για να αμβλυνθούν οι όποιες αντιστάσεις.

Ο Ελληνικός λαός όμως ο οποίος υφίσταται τις πολιτικές λιτότητας επί σειρά ετών δεν θα εξαπατηθεί για άλλη μια φορά.

Η ανάπτυξη αγώνων ενάντια στην συνέχιση των μνημονιακών πολιτικών που εξαθλιώνουν την κοινωνία και διαλύουν την οικονομία και τον παραγωγικό ιστό της χώρας είναι αδήριτη ανάγκη.