Του Δημήτρη Σαραφιανού, υποψήφιου βουλευτή Α’ Αθήνας

 

Στις ευρωεκλογές επιβεβαιώθηκαν τα αποτελέσματα της λογικής του μονόδρομου: αν ακολουθείς δεξιά πολιτική θα έρθουν στην εξουσία οι αυθεντικοί εκφραστές της πολιτικής αυτής για να την εφαρμόσουν.

Όταν μια δύναμη κυβερνά στο όνομα της Αριστεράς και εφαρμόζει νεοφιλελεύθερη πολιτική ακολουθώντας τις επιταγές των «θεσμών», τότε η νεοφιλελεύθερη πολιτική απενεχοποιείται.

Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής είναι γνωστά: λόγω της επέκτασης των ελαστικών εργασιακών σχέσεων έχουν τετραπλασιασθεί στις 250.000 οι εργαζόμενοι των 250 ευρώ και τριπλασιάστηκαν στις 570.000 οι εργαζόμενοι των 500-600 ευρώ. Ετσι ναι μεν καταργήθηκε ο υποκατώτατος μισθός αλλά η κατάργηση αυτή δεν είχε αντίκτυπο στις εργασιακές σχέσεις και η μετανάστευση των νεων συνεχίστηκε.

Οι ελαστικές εργασιακές σχέσεις,  η εγκαθίδρυση της ΤΙΝΑ ως κυρίαρχου ιδεολογικού ρεύματος, το άγχος για την καθημερινότητα της επιβίωσης και βέβαια ο κίνδυνος της έξωσης επέδρασαν και στη δυνατότητα ανάπτυξης κοινωνικών αντιστάσεων.  

Ετσι, εξαιτίας της λιτότητας, της κατεδάφισης εργασιακών σχέσεων και μισθών, αλλά και της έλλειψης κοινωνικών αντιστάσεων ωφελήθηκαν και αύξησαν την κερδοφορία τους οι μεγάλες επιχειρήσεις: μόνο το 2017 τα κέρδη των 1100 μεγαλυτερων επιχειρήσεων αυξήθηκαν κατά 97%, άλλων δε 16.000 κατά 65%. Τα κέρδη αυτά δεν επανεπενδύονται, ούτε οδηγούν σε αύξηση της παραγωγικότητας, αλλά είτε αποθησαυρίζονται, είτε καταναλώνονται σε εισαγόμενα πολυτελή αγαθά.

Ταυτόχρονα, η νεοφιλελεύθερη πολιτική ακολουθήθηκε κατά γράμμα σε μια σειρά άλλους τομείς: ιδιωτικοποιήσεις, υποθήκευση της δημόσιας περιουσίας για την αποπληρωμή του δημοσίου χρέους, απελευθέρωση πλειστηριασμών, μείωση συντάξεων ιδίως για τους νέους συνταξιούχους, υπερφορολόγηση λαϊκών στρωμάτων μέσω έμμεσων και άμεσων φόρων κλπ. κλπ.

Η πολιτική που προτείνει η ΝΔ (μείωση της φορολογίας των μερισμάτων, κίνητρα και φοροαπαλλαγές για το κεφάλαιο, πλήρη αποδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων και περαιτέρω υποβάθμιση των ΣΣΕ, fast truck έγκριση επενδύσεων ακόμα και αν είναι καταστροφικές για το περιβάλλον, κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα τύπου Πινοσέτ, παράδοση της δημόσιας υγείας και παιδείας στο κεφάλαιο, ένταση του αυταρχισμού και της καταστολής), αποτελεί συνέχεια και επέκταση προς το χειρότερο της πολιτικής που ακολούθησε ο ΣΥΡΙΖΑ (διατήρηση των ελαστικών μορφών απασχόλησης και του μνημονιακού καθεστώτος για τις ΣΣΕ, συρρίκνωση της δημόσιας χρηματοδότησης σε υγεία και παιδεία προκειμένου να επιτευχθούν πρωτογενή πλεονάσματα, εισαγωγή κεφαλαιοποιητικού μοντέλου στην κοινωνική ασφάλιση με τον ν. Κατρούγκαλου, περαιτέρω αποδιάρθρωση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, διατήρηση των ειδικών δυνάμεων καταστολής, κατασκευή δικογραφιών ενάντια σε κινητοποιήσεις από το διαβόητο Τμήμα Προστασίας του Κράτους και του Δημοκρατικού Πολιτεύματος), αλλά και της πολιτικής που επιθυμεί να συνεχίσει, όπως φαίνεται από τον διαγωνισμό του με τη ΝΔ στις προτάσεις φοροαπαλλαγών για το μεγάλο κεφάλαιο.

Η δε πολιτική αυτή παραμένει πάντα αντιφατική και αδιέξοδη, ιδίως για τις γενιές που έρχονται. Η επιτροπεία είναι εδώ όπως αποδεικνύεται περίτρανα από τις ώρες διαπραγμάτευσης που καταναλώνονται με τους «θεσμούς» για κάθε νόμο (ακόμα και αν καταργεί την προστασία της πρώτης κατοικίας). Η κυβέρνηση έχει δεσμεύσει και τις επόμενες κυβερνήσεις για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5 % ετησίως μέχρι το 2022 και 2,2% ετησίως μέχρι το 2060, δηλαδή για συνέχιση των πολιτικών λιτότητας. Το δημόσιο χρέος όχι μόνο δεν κουρεύτηκε ούτε ένα ευρώ, αλλά αυξάνεται συνέχεια (το 2018 κατά 30 δις στα 358 δις) και μαζί με το ιδιωτικό χρέος προς τράπεζες, ξένα funds, δημόσιο και ασφαλιστικούς οργανισμούς ξεπερνούν το 322% του ΑΕΠ. Από το 2022 τα τοκοχρεωλύσια που πρέπει να πληρώσει η Ελλάδα αυξάνονται και υπάρχει ο κίνδυνος για νεα μνημονιακά μέτρα.

Ταυτόχρονα απενεχοποιήθηκε ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός, καθώς η κυβέρνηση ακολούθησε πλήρως τη λογική της προώθησης των συμφερόντων της αστικής τάξης για επέκταση στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο κάτω από τις φτερούγες των ΗΠΑ (εξομάλυνση των σχέσεων με την Βορεια Μακεδονία, άξονας Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ-Αιγύπτου). Κατεύθυνση που δεν οδηγεί στη σταθεροποίηση, αλλά στην περαιτέρω δημιουργία εντάσεων στην περιοχή.

Με τον τρόπο μάλιστα που προωθήθηκε η ψήφιση της νατοϊκής συμφωνίας των Πρεσπών και την προσπάθεια να ξεχαστούν τα κοινωνικά ζητήματα με την ανάδειξη άλλων θεμάτων ως κυρίαρχων (εθνικά, σκάνδαλα κλπ), στην κατεύθυνση οικοδόμησης της «προοδευτικής συμμαχίας», αφέθηκε ελεύθερο το πεδίο για την ενίσχυση ακροδεξιών λογικών και πρακτικών (με αποκορύφωμα τις εθνικιστικές καταλήψεις στα σχολεία). Αλλωστε και οι ακροδεξιές λογικές και πρακτικές απενοχοποιήθηκαν αφού η κυβέρνηση ακολούθησε πιστά τις πολιτικές της Ευρώπης-φρούριο (στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκετοποίηση των προσφύγων στα νησιά, παράνομες επαναπροωθήσεις και φράχτες στον Εβρο, καμία διαδικασία νομιμοποίησης μεταναστών κλπ κλπ). Περαιτέρω, οι λογικές αυτές ενισχύθηκαν και με τον ευτελισμό της έννοιας της Αριστεράς: όταν το όραμα για ένα καλύτερο μέλλον σκοτεινιάζει, όταν επιδιώκεται η συρρίκνωση και η καταστολή των κοινωνικών αντιστάσεων, όταν μια κυβέρνηση που επικαλείται την Αριστερά δεν βασίζεται στην κινητοποίηση των μαζών, αλλά στην εικόνα του ηγέτη, τότε ο ανορθολογισμός, ο σκοταδισμός, ο αρχηγισμός βρίσκουν ελεύθερο πεδίο να εξαπλωθούν στην κοινωνία. Αποτέλεσμα: 16% τα ακροδεξιά, ανορθολογικά, συνωμοσιολογικά ψηφοδέλτια στις ευρωεκλογές, χώρια η αναπαραγωγή αυτών των αντιλήψεων στο εσωτερικό της ΝΔ

Ας μην απορούν λοιπόν για την ήττα του ΣΥΡΙΖΑ ακόμα και όσες/όσοι τον στήριξαν ή ετοιμάζονται να τον ξαναστηρίξουν με τη λογική του μικρότερου κακού, (παρά το ότι είναι προφανές ότι η αυτοδυναμία της ΝΔ δεν εξαρτάται στο παραμικρό από τη διαφορά των δυο κομμάτων και δεν αποτρέπεται παρά μόνο αν το ποσοστό της πέσει κάτω από 35% ή προκύψει οκτακομματική Βουλή). Αν αντί για την κινητοποίηση των μαζών σε μια αριστερή κατεύθυνση, στηρίζεσαι στη διαχείριση ενός κρατικού μηχανισμού για να προωθήσεις δεξιές πολιτικές είναι φυσικό να παραδίδεις όλον αυτό το μηχανισμό (κράτος, περιφέρειες, δήμους) στη δεξιά. Αυτό το οποίο όντως διακυβεύεται στις επόμενες εκλογές είναι το πόσο ακόμα κακό στην υπόθεση της υπεράσπισης των συμφερόντων των λαϊκών στρωμάτων θα κάνει η λογική του ενδομνημονιακού ψευδοδιπολισμού.

Μόνο οι εργαζόμενοι, τα λαϊκά στρώματα, η νεολαία με τον αγώνα τους μπορούν να βάλουν φρένο στην πορεία καταλήστευσης του λαϊκού μόχθου και υποθήκευσης της δημόσιας περιουσίας.

Στις βουλευτικές εκλογές της 7-7 το πραγματικό διακύβευμα είναι να βγει ενισχυμένη η Αριστερά, προκειμένου να παίξει το ρόλο της στην οργάνωση κοινωνικών αγώνων, και παράλληλα να αποτελέσει φορέα προβολής και προώθησης μεταβατικού φιλολαϊκού προγράμματος διεξόδου από την κρίση, για να μεταβληθεί ο κοινωνικός και πολιτικός συσχετισμός και να ανοίξει ο δρόμος στους αναγκαίους παραγωγικούς, οικολογικούς και κοινωνικούς μετασχηματισμούς, που θα μετατρέπουν τη σοσιαλιστική προοπτική, από ουτοπικό όραμα σε ρεαλιστική κατεύθυνση

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να παίξει αυτό το ρόλο ούτε από τη θέση της αντιπολίτευσης, γιατί η πολιτική του αξιοπιστία είναι αντικειμενικά μειωμένη εξ’ αιτίας της μνημονιακής πολιτικής που εφάρμοσε, αλλά και εξαιτίας του προσανατολισμού του προς μια κεντροαριστερή «προοδευτική» συμμαχία με σοσιαλφιλελεύθερα χαρακτηριστικά

Το ΚΚΕ έδειξε την περίοδο 2010-2015 ότι έχει επιλέξει μια πρακτική απόσυρσης από τις μεγάλες πολιτικές μάχες (κίνημα πλατειών, δημοψήφισμα κ.α.), εξακολουθεί να αρνείται συνεργασίες στα κοινωνικά κινήματα, συκοφαντεί τις προτάσεις άμεσης σύγκρουσης με τους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς (ΟΝΕ, ΕΕ) και παραπέμπει την πολιτική διαπάλη στο απώτερο μέλλον της λαϊκής εξουσίας

Το ΜΕΡΑ25 προτείνει ένα φιλοΕΕ πρόγραμμα που αρνείται πεισματικά να απαντήσει στο ερώτημα που τέθηκε ανάγλυφα τον Ιούνιο του 2015: τι θα γίνει στην περίπτωση που οι θεσμοί αρνηθούν να συναινέσουν σε τέτοιες προτάσεις και ιδίως όσον αφορά τον τρόπο πληρωμής του χρέους. O τρόπος μάλιστα που προτείνει το ΜΕΡΑ 25 (αναγνωρίζουμε το χρέος, αλλά το πληρώνουμε ανάλογα με την αύξηση του ΑΕΠ) οδηγεί απευθείας σε άρνηση των δανειστών (ας φαντασθούμε τι θα γινόταν, αν κάποιος πήγαινε στην τράπεζα και έλεγε αναγνωρίζω το δάνειο μου, αλλά θα πληρώνω ανάλογα με τα εισοδήματά μου). Η εμπειρία της πρώτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ έδειξε ότι αν δεν είσαι προετοιμασμένος για αυτή τη σύγκρουση, η μόνη λύση είναι η κωλοτούμπα και τα νέα μνημόνια. Περαιτέρω μετά τις ευρωεκλογές εμφανίζει πιο έντονα μια αρχηγοκεντρική, αλλά και αλαζονική συμπεριφορά (καμία συνεργασία -όποιος θέλει ας προσχωρήσει κατά μόνας), ενώ την ίδια στιγμή προβάλλει πολιτικές όπως ήπιες ιδιωτικοποιήσεις και ιδιωτικά πανεπιστήμια αλλά και συνεργασίες με πρόσωπα τα οποία βρίσκονται στον αντίποδα της αριστερής πολιτικής. Η επαμφοτερίζουσα αυτή λογική ήταν που οδήγησε και στις αντιφάσεις της πολιτικής Βαρουφάκη το πρώτο εξάμηνο του 2015: επέκταση δανειακής σύμβασης, ξύσιμο του πάτου των αποθεματικών για την αποπληρωμή του χρέους, αποδοχή μνημονιακών μέτρων την 20η Φλεβάρη, υπερψήφιση μετά το δημοψήφισμα 2ου πακέτου προαπαιτουμένων, μεταξύ των οποίων και του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας που κατέστησε τις τράπεζες κύριους προτιμησιούχους δανειστές από το εκπλειστηρίασμα (σε βάρος των εργαζομένων και του Δημοσίου) και κατήργησε το βασικό εργαλείο του οφειλέτη (αίτηση αναστολής) κατά των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης που παίρνουν οι τράπεζες.

Η Πλεύση Ελευθερίας επέλεξε να εγκαταλείψει το δίλημμα αριστερά/δεξιά και  ακολουθεί και αυτή ένα δρόμο αρχηγοκεντρικό και ενάντια στις συνεργασίες, βέβαια έχει ως αποτέλεσμα να μην μπορεί να διαδραματίσει κανένα ρόλο στην οργάνωση κοινωνικών αντιστάσεων

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά και άλλες δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς ακολουθούν ένα μοναχικό δρόμο αυτοεπιβεβαίωσης, που δεν έχει καμία σχέση με τις ανάγκες του σήμερα, η κύρια δε δύναμη της ως προμετωπίδα της έχει την κατασυκοφάντηση όλων των υπολοίπων (ακόμα και συμμαχικών της δυνάμεων) στα πλαίσια της γνωστής τακτικής «να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα και βλέπουμε»

Η ΛΑΕ όλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα έκανε σοβαρά λάθη, τα οποία πλήρωσε με την ήττα της στις ευρωεκλογές, όπως η εκλογικίστικη προσμονή γρήγορων πολιτικών ανακατατάξεων, ο υπέρμετρα κατά στιγμές καταγγελτικός λόγος, ή η απεύθυνση σε ένα διαταξικό ακροατήριο στη βάση της προσβεβλημένης εθνικής υπερηφάνειας και η ανάδειξη εθνικών κινδύνων από γειτονικές χώρες ή η καθ’υπερβολή κινδύνων για τη δημοκρατία, που εκφραζόταν κυρίαρχα στο δημόσιο λόγο της ΛΑΕ από ηγετικά της στελέχη (χωρίς αυτή η κατεύθυνση να έχει επικυρωθεί από κάποια συλλογικό όργανο) και θόλωνε το πολιτικό στίγμα και την κοινωνική απεύθυνση της ΛΑΕ. Αυτή η απεύθυνση ήταν απολύτως αδιέξοδη, αφού έκλεινε την πόρτα σε ένα κόσμο της Αριστεράς που απογοητευόταν από την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ ο κόσμος που κινητοποιήθηκε ενεργητικά με μια τέτοια ατζέντα δεν θα μπορούσε να εκφρασθεί από ένα κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς.

  Η απόφαση του Πολιτικού Συμβουλίου της 9-6 έβαλε τέλος σε αυτές τις    λογικές.

Παρά όμως τα λάθη της, από τα οποία διδάχθηκε, η ΛΑΕ αποτελεί  πρωτοπόρα αριστερή, αντιμνημονιακή δύναμη με ενιαομετωπική λογική, συνέπεια,  ειλικρίνεια, ανιδιοτέλεια και αγωνιστικότητα και δικαιούται να ζητά την πολιτική και εκλογική στήριξη.

Η ΛΑΕ έφερε στο δημόσιο βίο πρωτόγνωρα χαρακτηριστικά. Δεν υπάρχει άλλο παράδειγμα υπουργών και βουλευτών που να εγκατέλειψαν θώκους και καρέκλες για να μην προδώσουν τις ιδέες τους και την στράτευσή τους για την υπεράσπιση λαϊκών συμφερόντων. Δεν υπάρχει άλλο παράδειγμα ηγετικών στελεχών που να είναι μπροστάρηδες στις κινητοποιήσεις και να σωρεύουν στην πλάτη τους τη μια δικογραφία μετά την άλλη.

Η ΛΑΕ είναι η δύναμη που έχει επεξεργασθεί και καταθέσει την πιο πλήρη προσπάθεια προγραμματικής απάντησης στο ερώτημα τι χρειάζεται να γίνει εφόσον χρειαστεί (που θα χρειαστεί) να έρθουμε σε ρήξη με τους δανειστές και τους ευρωατλαντικούς θεσμούς για να ακολουθήσουμε ένα δρόμο προς όφελος των εργαζομένων, του λαού, της νεολαίας.

Η ΛΑΕ συμμετείχε σταθερά στην πρώτη γραμμή στους λαϊκούς αγώνες ενάντια στην αρπαγή της λαϊκής κατοικίας και στο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, για τους μισθούς, συντάξεις, εργασιακά, κοινωνικά και δημοκρατικά δικαιώματα, για το περιβάλλον για τα δικαιώματα της νεολαίας στην εργασία και στις σπουδές.

Η ΛΑΕ προσπάθησε και προσπαθεί με επιμονή για την ενότητα των δυνάμεων στην Αριστερά και στο κίνημα.

Δεν επιδιώκουμε καμία αυτοεπιβεβαίωση. Θέλουμε με τις δυνάμεις μας να συμβάλλουμε στην οργάνωση των κοινωνικών αγώνων, θέλουμε να συμβάλλουμε στη συγκρότηση της Αριστεράς που έχουν ανάγκη οι καιροί. Δεν απευθυνόμαστε μόνο σε όσους έχουν πεισθεί για την εναλλακτική μας πρόταση, αλλά και σε όσους/ες αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να ακολουθηθεί άμεσα ένας άλλος δρόμος ενάντια στη διαρκή ποδηγέτηση των εργαζομένων, της νεολαίας και των λαϊκών στρωμάτων από τη χρεοκρατία, το νεοφιλελευθερισμό και τα μνημόνια διαρκείας. Δεν χαιρόμαστε με τα αποτελέσματα που έχει η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ για την Αριστερά, αλλά και για τον ίδιο τον κόσμο που τον στήριξε και τον στηρίζει. ‘Οσα λέμε, τα λέμε γιατί αυτή η πολιτική είναι αδιέξοδη και καταστροφική και πρέπει όσοι και όσες διατηρούν αριστερά αντανακλαστικά, αν δεν θέλουν να εκπασοκισθούν, αν δεν θέλουν να καταλήξουν άβουλοι και λοβοτομημένοι στον καναπέ, πρέπει να ακολουθήσουν και να ακολουθήσουμε μαζί έναν άλλο δρόμο. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε, όσοι επικαλούμαστε ένα καλύτερο μέλλον, αλλά και τις θυσίες και τους αγώνες της Αριστεράς που αντιπάλεψαν την απόλυτη κυριαρχία του κεφαλαίου, ότι οι ήρωες που παλέψανε δεν είναι εικόνες για να κοσμούν τους τοίχους των υπουργείων. Είναι δίπλα μας, ζούνε μέσα από τους αγώνες μας και πεθαίνουν όταν εμείς το βάζουμε κάτω.

Ενίσχυση της ΛΑΕ στην κοινωνία, στα κινήματα, στο πολιτικό προσκήνιο, είναι η καλύτερη εγγύηση για ενωτικό μέτωπο της ριζοσπαστικής αριστεράς, για δυναμική αντιπολίτευση, για ανατροπή και για να μείνει ζωντανή η ελπίδα για εναλλακτική λύση.