Της Δέσποινας Σπανού

 

Όλοι γνωρίζουν ότι η συμβολή της τέχνης στην καταγραφή της πραγματικότητας και ιδιαίτερα της απάνθρωπης καπιταλιστικής πραγματικότητας έχει πολύ μεγάλη σημασία.

Δυστυχώς, στην εποχή που ζούμε, ελάχιστοι καλλιτέχνες, ιδιαίτερα του κινηματογράφου που έχει μεγαλύτερη ευρύτητα, κάνουν κοινωνική τέχνη. Υπάρχει ο μεγάλος Κεν Λόουτς που ακόμη και σε αυτήν την ηλικία, ό,τι κάνει αποτελεί κραυγή διαμαρτυρίας αλλά και ουσιαστική πολιτική παρέμβαση και διάφοροι άλλοι, βέβαια, με έναν πιο επικεκαλυμμένο τρόπο.

Στην εποχή που ζούμε όμως απαιτούνται σαφέστερα μηνύματα. Ένα τέτοιο σαφές μήνυμα μας δίνει ο Γάλλος σκηνοθέτης Στεφάν Μπριζέ, ένας δημιουργός που μπορεί να διαφοροποιεί το σκηνοθετικό του στυλ κατά περίπτωση και μας έχει δώσει εξαιρετικές ταινίες («Η ζωή μιας γυναίκας», «Ο νόμος της αγοράς»).

Γενικά, όμως, μένει πιστός χωρίς ακρότητες στην πολιτική προσέγγιση της καθημερινότητας. Στην ταινία «Σε πόλεμο» παρουσιάζει μία πραγματικότητα, πολύ συνηθισμένη πλέον, μέσα από μία στρατευμένη μεν, αποστασιοποιημένη δε ματιά, μία ματιά που παρουσιάζει τα πράγματα όπως είναι, τις δυσκολίες, τους ανθρώπους, τις θυσίες.

Μία γαλλική εταιρεία, η οποία έχει εργοστάσιο στη νοτιοδυτική Γαλλία αλλά εξαγοράζεται από τους Γερμανούς, αποφασίζει να κλείσει το εργοστάσιο. Είχε προηγηθεί, όμως, μία διετής συμφωνία με τους εργαζόμενους, που είχαν αποδεχθεί να εργάζονται πέντε ώρες περισσότερο χωρίς να αμείβονται, προκειμένου να μην κλείσει το εργοστάσιο.

Οι Γερμανοί ιδιοκτήτες όμως αποφασίζουν να το κλείσουν, παρά το γεγονός πως το εργοστάσιο είναι κερδοφόρο. Ακολουθούν κινητοποιήσεις, πιέσεις προς τη γαλλική κυβέρνηση και προσωπικά προς τον Γάλλο Πρόεδρο για να παρέμβουν, προσφυγή στη δικαιοσύνη και ανάδειξη της ωμής πραγματικότητας.

Οι νόμοι της αγοράς και το καπιταλιστικό κέρδος πάνω από όλα. Η γαλλική δικαιοσύνη αποδέχεται ότι υπήρχε συμφωνία από την οποία υπαναχώρησε η επιχείρηση ενώ τη σεβάστηκαν οι εργαζόμενοι αλλά υπάρχει και η ελευθερία του επιχειρείν και είναι δικαίωμα του ιδιοκτήτη να κάνει ό,τι θέλει. Τα κέρδη των Γερμανών ιδιοκτητών προέχουν.

Ο Γάλλος Πρόεδρος, ο οποίος κατ’ αρχήν έκανε δηλώσεις υπέρ των εργαζομένων (και μόνο δηλώσεις), καλεί τα ΜΑΤ εναντίον τους όταν πηγαίνουν να τον συναντήσουν. Αποδεικνύεται, φυσικά, ότι μέσα στα πλαίσια της καπιταλιστικής παγκοσμοποίησης, οι θεσμικοί παράγοντες είναι απλώς υπάλληλοι και θέλουν να είναι υπάλληλοι των μεγάλων εταιρειών. ο Γερμανός ιδιοκτήτης εκφράζει την πλήρη αδιαφορία του, για να μην πούμε περιφρόνηση, προς τους θεσμικούς παράγοντες της Γαλλίας.

Οι κινητοποιήσεις, όμως, συνεχίζονται, οι εργαζόμενοι δεν υποχωρούν και η πλειοψηφία τους δεν δέχεται το αυξημένο μπόνους για να αναστείλουν την απεργία. Και καταφέρνουν να επιβάλουν την συνάντησή τους με τον Γερμανό ιδιοκτήτη ενώ παράλληλα έχει βρεθεί Γάλλος αγοραστής για το εργοστάσιο, προκειμένου να συνεχίσει το εργοστάσιο να λειτουργεί.

Εδώ αποδεικνύεται όλη η σκληρότητα του καπιταλιστικού συστήματος στη διεκδίκηση του μεγαλύτερου δυνατού καπιταλιστικού κέρδους. Ο ιδιοκτήτης όχι μόνο αρνείται την οποιαδήποτε υποχώρηση και επιμένει στη μεταφορά του εργοστασίου στη Ρουμανία, όπου είναι φθηνότερα τα ημερομίσθια, αλλά αρνείται και την πώληση προκειμένου να μην έχει ανταγωνιστή στη Γαλλία!

Η σύγκρουση ήταν τρομακτική. Έγινε πραγματική συμπλοκή. Ο ιδιοκτήτης, τραυματισμένος, κυριολεκτικά φυγαδεύτηκε από τους μπράβους του. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και η κυβέρνηση βρήκαν ευκαιρία να πουν ότι αποσύρονται από τις διαπραγματεύσεις μετά τα γεγονότα, η δε εταιρεία ότι απολύει τους συλληφθέντες ως υπαίτιους χωρίς καμμία αποζημίωση.

Η συνέχεια ήταν δραματική, ένα κομμάτι των εργαζομένων επέρριψε την ευθύνη στον αναδειχθέντα ως ηγέτη τους (Λοράν) για τους χειρισμούς αλλά ο ίδιος και η πλειοψηφία των εργατών επέμειναν ότι ο αγώνες έπρεπε να συνεχιστεί και ορθώς έγιναν οι κινήσεις που αποφασίστηκαν.

Ο επικεφαλής Λοράν εισπράττει από κάποιους δυσαρέσκεια και επιθετικότητα ως ο μόνος υπεύθυνος της ήττας, εννοώντας ότι αν είχαν συμβιβαστεί, μπορεί να εισέπρατταν μεγαλύτερο μπόνους.

Το τέλος συγκλονίζει. Ο Λοράν αυτοπυρπολείται έξω από τα γραφεία της εταιρείας στη Γερμανία, σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Μία πράξη που συντάραξε τους συναδέλφους του και τη γαλλική κοινή γνώμη και είχε ως αποτέλεσμα την επαναπρόσληψη των απολυμένων και την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων.

Κάποιοι θεατές μπορεί να εκλάβουν τη θυσία του Λοράν ως μία πράξη απελπισίας και μόνο. Ωστόσο, υπάρχει και μία άλλη προσέγγιση, αυτή που θεωρώ ότι ήθελε να δώσει ο σκηνοθέτης, που δίνει στην πράξη του Λοράν έναν ιδιαίτερο συμβολισμό που δεν αφορά την αυτοκτονία. Αφορά τη θυσία γενικότερα.

Δηλαδή, αγωνιστές που επέλεξαν να συνεχίσουν τη μάχη μέχρι τέλους γνωρίζοντας πως θα πεθάνουν, προσφέροντας την ίδια τους τη ζωή σε μία προσπάθεια αφύπνισης της υπόλοιπης κοινωνίας. Εξαιρετικός στον ρόλο του Λοράν ο Βενσάν Λιντόν.

Είναι πραγματικά πολύ παρήγορο ότι στην εποχή που ζούμε, πολιτική ηγεσία, οικονομικοί παράγοντες, μέσα μαζικής ενημέρωσης και διανοούμενοι προσπαθούν να μας πείσουν ότι δεν υπάρχει άλλη λύση, ότι ο νεοφιλελευθερισμός είναι μόνοδρομος, υπάρχουν σκηνοθέτες όπως ο Κεν Λόουτς και ο Στεφάν Μπριζέ που επιμένουν σε ταινίες με καθαρά κοινωνικό περεχόμενο.

Είναι χαρακτηριστικοί οι στίχοι του Μπρεχτ με τους οποίους ξεκινάει η ταινία:

«Όποιος αγωνίζεται μπορεί να χάσει, αλλά όποιος δεν αγωνίζεται, θα τα χάσει όλα».

Η ταινία όχι μόνο συγκινεί αλλά και αφυπνίζει και εμάς τους ίδιους. Την προτείνουμε ανεπιφύλακτα.