Του Αντώνη Νταβανέλου

Πριν 100 χρόνια, κάτω από το φως της πρώτης νικηφόρας σοσιαλιστικής επανάστασης τον Οκτώβρη του 1917, αλλά και κάτω από την πρωτοπόρα επιµονή του κόµµατος αυτής της επανάστασης, των Μπολσεβίκων, ιδρύθηκε η 3η Διεθνής.

Η Κοµιντέρν ερχόταν από µακριά.

Στα χρόνια τους, οι Μαρξ και Ένγκελς επέµειναν στην ίδρυση της Πρώτης Διεθνούς (1864), υπογραµµίζοντας την ανάγκη πολιτικού συντονισµού και αλληλεγγύης για την ανάπτυξη του εργατικού κινήµατος. Με την ακροτελεύτια φράση του Κοµουνιστικού Μανιφέστου («Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε!») εγκατέστησαν το διεθνισµό ως βασικό γνώρισµα του κοµουνιστικού κινήµατος. Η Πρώτη Διεθνής κατέρρευσε (το 1876) µετά το κύµα καταστολής που ακολούθησε την ήττα της Παρισινής Κοµούνας (1871).

Μια νέα εποχή είχε αρχίσει. Η έµφαση δόθηκε στον πολιτικό αγώνα και στη συγκρότηση µεγάλων εργατικών κοµµάτων. Σε αυτή τη βάση ιδρύθηκε η Δεύτερη Διεθνής (1889). Όπως αργότερα έγραψε ο Λένιν, η ίδρυσή της «σηµάδευε µια περίοδο µέσα στην οποία προετοιµάστηκε το έδαφος για την πλατιά, µαζική εξάπλωση του κινήµατος σε µια σειρά χώρες». Όµως οι κατακτήσεις αυτής της περιόδου, που τις απεικονίζει η γιγάντια ανάπτυξη του SPD στη Γερµανία, έκρυβαν ένα καινούργιο πρόβληµα: Μέσα στις γραµµές των µεγάλων εργατικών κοµµάτων αναπτυσσόταν ο οπορτουνισµός που σταδιακά αναπτύχθηκε σε συγκροτηµένο µεταρρυθµισµό. Αυτός ο παράγοντας οδήγησε στην κατάρρευση του «µεγάλου οικοδοµήµατος» της Δεύτερης Διεθνούς, µε τη στάση των µεγάλων τµηµάτων της –και κύρια του SPD– υπέρ του πολέµου, το 1914. Ήταν, όπως υπογραµµίζει ο Λένιν, ένα βαθιά «ντροπιαστικό» γεγονός.

Όπως σωστά δείχνει η ανακοίνωση της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 100 χρόνια της Τρίτης Διεθνούς, τότε «ο ρεφορµισµός γέννησε το σοσιαλσοβινισµό». Αν και στις µέρες µας οφείλουµε να υπογραµµίζουµε και τον αντίστροφο κίνδυνο: οι σοσιαλσοβινιστικές θέσεις οδηγούν σε (επι)στροφή στο ρεφορµισµό.

Σε αυτόν τον εκφυλισµό αντιστάθηκε η αντιπολεµική Αριστερά που για πρώτη φορά συγκεντρώθηκε στη Συνδιάσκεψη του Τσίµερβαλντ. Η αριστερή πτέρυγα του Τσίµερβαλντ –κυρίως οι Ρώσοι Μπολσεβίκοι και οι Γερµανοί Σπαρτακιστές– µπορούν να θεωρηθούν οι «πρόδροµοι» της Τρίτης Διεθνούς. Όµως η τοµή που επιτάχυνε την εξέλιξη ήταν η νίκη της επανάστασης του 1917.

Η ίδρυση

Το 1919 είναι µέσα στο κύµα µεγάλης αισιοδοξίας που εξαπέλυσε η νίκη του Οκτώβρη παγκόσµια. Η επανάσταση στη Γερµανία έχει αρχίσει, η νίκη της θεωρούνταν όχι απλώς εφικτή, αλλά πιθανή και αυτό φαινόταν να δικαιώνει την µπολσεβίκικη πρόβλεψη για γρήγορη επέκταση της εργατικής-σοσιαλιστικής επανάστασης στο κέντρο της Ευρώπης.

Σε αυτές τις συνθήκες οι Μπολσεβίκοι επιµένουν –και σωστά– στην ανάγκη ταχύτατης συγκρότησης των δυνάµεων που διεθνώς υποστηρίζουν τη νίκη των εργατικών συµβουλίων, το κεντρικό σύνθηµα «Όλη η Εξουσία στα Σοβιέτ», σε ρήξη µε τους οπαδούς της ρεφορµιστικής στρατηγικής, που ήδη στη Γερµανία, δια του SPD παίρνουν ανοιχτά τον αντεπαναστατικό δρόµο.

Το κάλεσµα για το 1ο Συνέδριο, µε συγγραφέα τον Τρότσκι, θέτει τους προγραµµατικούς όρους της ρήξης µε τη Δεύτερη Διεθνή, συνοψίζοντας την πείρα του Οκτώβρη. Οι αποδέκτες δεν είναι πολλοί: Στη Μόσχα προσέρχονται 51 αντιπρόσωποι, από 35 οργανώσεις, σε 22 χώρες.

Το συνέδριο οργανώνεται µε µια δηµοκρατική ευαισθησία που αργότερα εξαλείφθηκε από την Κοµιντέρν. Προσκαλούνται αναρχοσυνδικαλιστές (π.χ. το IWW από τις ΗΠΑ), οι «αριστεριστές» που είχαν προηγουµένως συγκρουστεί µε τους Μπολσεβίκους στα πλαίσια της διαδικασίας Τσίµερβαλντ (Ρούτγκερς, Πάνεκουκ, Γκόρτερ), προσκαλείται –αν και δεν µπόρεσε να παραστεί λόγω συλλήψεων της αντιπροσωπείας της– η επαναστατική «φράξια» της Νεολαίας της Δεύτερης Διεθνούς που την καθοδηγούσε ο Βίλυ Μύντσεµπεργκ.

Όταν οι Σπαρτακιστές, δια του Ούγκο Εµπερλάιν (Άλµπερτ), δηλώνουν ότι δεν αποδέχονται την ίδρυση της Τρίτης Διεθνούς, που τη θεωρούν αναγκαία, αλλά πρόωρη, ο Ζινόβιεφ απαντά εκ µέρους των Μπολσεβίκων: «Διαφωνούµε µε τους Γερµανούς συντρόφους. Για να µην τραυµατιστεί η σχέση µας µε την Ένωση Σπάρτακος, αποσύρουµε την επιµονή µας και δεχόµαστε να µην ονοµαστεί ιδρυτικό Συνέδριο η σηµερινή διαδικασία, αλλά Συνδιάσκεψη, όπως πρότεινε ο σ. Άλµπερτ». Στις συζητήσεις που ακολούθησαν, οι αντιρρήσεις κάµφθηκαν και οι αποφάσεις πάρθηκαν σε κλίµα γενικής συναίνεσης.

Την προγραµµατική «πλατφόρµα» του Συνεδρίου συνέταξε ο Μπουχάριν. Εκ µέρους των Μπολσεβίκων παρέµβηκαν οι Λένιν, Τρότσκι, Ζινόβιεφ, Οσίνσκι. Η Κολοντάι παρουσίασε το ψήφισµα «Για την ανάγκη να κερδηθούν οι γυναίκες στον αγώνα για τον σοσιαλισµό». Ήταν η µοναδική «θεµατική» απόφαση του Συνεδρίου.

Όπως έγραψε ο Λένιν στο άρθρο του «Η Τρίτη Διεθνής και η θέση της στην ιστορία»: Μια νέα εποχή στην παγκόσµια ιστορία είχε αρχίσει.

Συγκρότηση

Στη βάση της κατεύθυνσης που έδινε το 1ο Συνέδριο, άρχισε η σκληρή επιτόπου δουλειά για τη συγκέντρωση των επαναστατικών δυνάµεων για τη συγκρότηση των Κοµουνιστικών Κοµµάτων σε κάθε χώρα.

Τη δουλειά αυτή συνόψισε το 2ο Συνέδριο (1920), που είχε ως κέντρο την έγκριση των «21 όρων» για την προσχώρηση στην Τρίτη Διεθνή. Βασικοί όροι ήταν η ρήξη µε τη σοσιαλδηµοκρατική στρατηγική και πολιτική, η καταδίκη του σοσιαλσοβινισµού, η υποστήριξη των αντι-ιµπεριαλιστικών εξεγέρσεων στις αποικίες, η αποδοχή του δηµοκρατικού συγκεντρωτισµού ως οργανωτικής αρχής, η αποδοχή της διεθνούς πειθαρχίας στις αποφάσεις της Κοµιντέρν.

Στην πράξη, αυτή η σύνθεση αποδείχτηκε πολύ πιο δύσκολη απ’ ό,τι στα χαρτιά. Στη Γερµανία, π.χ., απαιτήθηκε πολύ πιο ευέλικτη και σύνθετη τακτική των Σπαρτακιστών και της Διεθνούς, για να κερδηθούν στο συνέδριο της Χάλε τα ριζοσπαστικά µέλη του «Ανεξάρτητου» SPD (USPD) και να δηµιουργηθεί το µαζικό ΚΚ Γερµανίας. Στην Ιταλία, αντίστροφα, η βιασύνη του Αµαντέο Μπορντίγκα στη ρήξη µε το Σοσιαλιστικό Κόµµα άφησε πίσω χιλιάδες µέλη, κατά τον Λένιν «καλούς φίλους της Κοµιντέρν», στην επιρροή των «κεντριστών».

Τα προβλήµατα αυτής της «ενδιάµεσης» φάσης συγκέντρωσε ο Λένιν στην µπροσούρα πολιτικής πολεµικής «Αριστερισµός, η παιδική αρρώστια του κοµµουνισµού». Στη βάση των προβληµάτων βρισκόταν η υποχώρηση του επαναστατικού κύµατος διεθνώς. Η Κοµιντέρν βρισκόταν µπροστά στην υποχρέωση να απαντήσει στο ερώτηµα τι σηµαίνει επαναστατική πολιτική µέσα σε συνθήκες όπου η επανάσταση δεν βρίσκεται άµεσα στην ηµερήσια διάταξη.

Την απάντηση άρχισε να δίνει το 3ο Συνέδριο (1921) µε το σύνθηµα «Προς τις Μάζες!» και το ξεκίνηµα της συζήτησης για το Ενιαίο Εργατικό Μέτωπο. Τη συζήτηση ολοκλήρωσε το 4ο Συνέδριο της Διεθνούς (1922), που πήρε τις αποφάσεις για το Ενιαίο Μέτωπο, το Μεταβατικό Πρόγραµµα και τη µεταβατική πολιτική, συνδέοντας αυτές τις αποφάσεις µε το ζήτηµα των «εργατικών κυβερνήσεων» (ή κυβερνήσεων της Αριστεράς») όπου, υπό αυστηρές προϋποθέσεις, καθοριζόταν µια τακτική για τα ΚΚ που περιλάµβανε την ανοχή, την υποστήριξη ή και τη συµµετοχή. Στο 4ο Συνέδριο το Ενιαίο Μέτωπο διευρύνθηκε ως τακτική «µιας ολόκληρης περιόδου, πιθανώς µιας εποχής» και συνδυάστηκε µε την αναβάθµιση της πάλης ενάντια στην καταπίεση (απελευθέρωση των γυναικών) και τη διακήρυξη για την «ενότητα σκοπών» µεταξύ του εργατικού κινήµατος στη Δύση και των αντιιµπεριαλιστικών εξεγέρσεων στην Ανατολή.

Αυτή είναι η απάντηση της Τρίτης Διεθνούς στο πώς οι κοµουνιστές οφείλουν να διεκδικήσουν την ηγεµονία µέσα στην εργατική τάξη στις χώρες του ανεπτυγµένου καπιταλισµού, στο πώς οι κοµουνιστές «κάνουν πολιτική» σε συνθήκες που δεν είναι άµεσα (ή δεν είναι ακόµα) επαναστατικές.

Είναι όµως και το τέλος της εποχής του Λένιν (όπως και του Τρότσκι) µέσα στις διεργασίες της Τρίτης Διεθνούς. Η συνέχεια απέδειξε ότι η Κοµιντέρν καθορίστηκε από το ξέσπασµα της διαπάλης στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ και του κόµµατος των Μπολσεβίκων.

Αντιστροφή

Μετά το θάνατο του Λένιν και µέχρι την οριστική επικράτηση του Στάλιν (στα 1928), η Διεθνής έµεινε στον έλεγχο του Γκρ. Ζινόβιεφ. Ήταν ένα σύντοµο διάλλειµα ανερµάτιστου «αριστερισµού» που ως αποτέλεσµα είχε να συντρίψει την κληρονοµιά του 3ου και του 4ου Συνεδρίου και µαζί τους να κατεδαφίσει τις αυτόχθονες ηγεσίες στα ΚΚ, που µε πολύ κόπο είχαν αναδειχθεί την προηγούµενη περίοδο.

Στο 5ο και στο 6ο Συνέδριο, το Ενιαίο Μέτωπο συρρικνώνεται, οι εργατικές κυβερνήσεις ορίζονται ως συνώνυµα της δικτατορίας του προλεταριάτου. Η αντιστροφή ολοκληρώνεται µε τη «θεωρία της τρίτης περιόδου», όπου εκτιµάται ότι ο καπιταλισµός παγκόσµια έχει µπει άµεσα σε επαναστατική κρίση, τα πολιτικά καθήκοντα ταυτίζονται µε τα επαναστατικά, ενώ τα σοσιαλδηµοκρατικά κόµµατα περιγράφονται ως «σοσιαλφασιστικά». Στη Γερµανία αυτή η «ανάλυση» οδήγησε σε παθητική στάση απέναντι στους Ναζί και στην αυτοκτονική υποτίµηση του κινδύνου του Χίτλερ.

Στο έδαφος αυτής της καταστροφής, το 7ο Συνέδριο (1935, όταν ο Στάλιν έχει πλήρως σταθεροποιηθεί) ολοκλήρωσε τη στροφή που προετοίµασε ο ζηνοβιεφισµός: Το δίληµµα πλέον τοποθετείται ως «αστική δηµοκρατία ή φασισµός;», τα ΚΚ οφείλουν να δεχθούν ότι «στο παρόν στάδιο δεν καλούµε σε ανατροπή του καπιταλισµού, ούτε σε παγκόσµια επανάσταση», ενώ οι συµµαχίες στρέφονται στα «πλατιά» Λαϊκά Μέτωπα, όπου µαζί µε «δηµοκρατικές» αστικές πολιτικές δυνάµεις µπαίνει το ζήτηµα της αντίστασης στον φασισµό. Τα τµήµατα της Διεθνούς, που προηγούµενα είχαν κληθεί να απορρίψουν τη συζήτηση για τις «Εργατικές κυβερνήσεις», τώρα καλούνται να συµµετάσχουν σε αστικές-δηµοκρατικές κυβερνήσεις διαχείρισης, χωρίς την προοπτική της ανατροπής του καπιταλισµού και της διεκδίκησης της εξουσίας από τις εργατικές και λαϊκές µάζες.

Η Τρίτη Διεθνής είχε πια ολοκληρωτικά ταυτιστεί µε τα κρατικά-διπλωµατικά συµφέροντα της νέας εξουσίας στην ΕΣΣΔ. Η πολιτική της πληρώθηκε µε νέες βαριές ήττες στην Ισπανία και στη Γαλλία. Μπροστά στον επερχόµενο Δεύτερο Παγκόσµιο Πόλεµο, οι διαδοχικές στροφές, οι αλληλοσυγκρουόµενες οδηγίες και εντολές, πάντα µε κριτήριο τους διπλωµατικούς προσανατολισµούς της Μόσχας, προκάλεσαν χάος και σύγχυση στα ΚΚ σε όλη την Ευρώπη.

Το κριτήριο της προτεραιότητας της παγκόσµιας επανάστασης, που ορίζει µε σαφήνεια η «Πλατφόρµα» του 1ου Συνεδρίου της Κοµιντέρν, είχε πλέον απωθηθεί στην ιστορία του επαναστατικού κινήµατος.

Διάλυση

Έχοντας πάρει αυτόν το δρόµο, η Διεθνής βάδιζε αναπόφευκτα προς το τελευταίο σκαλοπάτι. Στις 15/5/1943, στη µέση του δεύτερου ιµπεριαλιστικού σφαγείου, µέσα σε συνθήκες σαν αυτές όπου ο Λένιν και η Λούξεµπουργκ αναζητούσαν τη νέα Διεθνή στο Τσίµερβαλντ, οι κοµουνιστές όλου του κόσµου εµβρόντητοι πληροφορήθηκαν την αυτοδιάλυση της Τρίτης Διεθνούς. Ήταν ένα άδοξο τέλος, µια «ντροπιαστική» πράξη ανάλογη µε την κατάρρευση της Δεύτερης Διεθνούς το 1914.

Οι δικαιολογίες που προβλήθηκαν, είναι κυριολεκτικά αστείες. Λες και «η άνοδος και η πολιτική ωριµότητα των ΚΚ» έκανε αχρείαστη τη Διεθνή ή λες και η αυτοδιάλυσή της θα καθησύχαζε «τις ψευτιές των χιτλερικών µηχανισµών» για τον κίνδυνο της εξάπλωσης του κοµουνισµού στην Ευρώπη.

Οι πραγµατικοί λόγοι της διάλυσης της Κοµιντέρν ήταν άλλοι.

Αφενός να απελευθερωθεί πλήρως η ρωσική διπλωµατία, ακόµα και από τα τυπικά «βαρίδια» της εκπροσώπησης των ΚΚ, ώστε να µπορέσει να διαπραγµατευτεί απρόσκοπτα µε τους Αγγλοαµερικανούς συµµάχους το µέλλον του µεταπολεµικού κόσµου. Η Κοµιντέρν διαλύθηκε για να ανοίξει ο δρόµος προς τη Γιάλτα.

Αφετέρου, διαλύθηκε για να απελευθερωθεί το έδαφος της στροφής των ΚΚ, σε κάθε χώρα, προς τον «εθνικό και δηµοκρατικό» δρόµο, τάχα, προς τον σοσιαλισµό. Οι Τολιάτι και Τορέζ γνώριζαν από το 1943 τη γραµµή που θα ακολουθούσαν το 1945-1947 και όφειλαν να διαµορφώσουν τις προϋποθέσεις γι’ αυτήν. Η συµµετοχή στις κυβερνήσεις «Εθνικής Ενότητας» µαζί µε τη Δεξιά, που αναστήλωσαν τον καπιταλισµό στο κέντρο της Ευρώπης, ήταν ασύµβατη µε τη συµµετοχή σε µια, έστω στα χαρτιά, Κοµουνιστική Διεθνή.

Στην περιοχή µας, είναι γνωστό ότι οι Γιουγκοσλάβοι παρτιζάνοι πρότειναν εκείνη την εποχή το συντονισµό των αντάρτικων δυνάµεων αντίστασης στους Ναζί, επαναφέροντας την παλιά πρόταση της Βαλκανικής Κοµουνιστικής Οµοσπονδίας (ΒΚΟ) για µια οµοσπονδιακή ένωση των χωρών όπου θα νικούσαν τα κινήµατα. Μια αυθεντική Διεθνής θα συντόνιζε και θα συστηµατοποιούσε τέτοιες προτάσεις, που ενίσχυαν σηµαντικά τις προοπτικές νίκης όλων µαζί και καθενός χωριστά. Η αυτοδιάλυση της Κοµιντέρν, έστω κι αν αυτή είχε καταντήσει σκιά Διεθνούς, διευκόλυνε το σκαιό «όχι» του σταλινικού µηχανισµού απέναντι στους Γιουγκοσλάβους, αλλά και στον Ντιµιτρόφ, επιλέγοντας να έχει απέναντί της µικρές, διασπασµένες κι αδύναµες ηγεσίες, που θα ήταν εύκολο να χειραγωγηθούν ή να αποµονωθούν.

Το ΚΚΕ σήµερα λέει κοµψές φράσεις όπως: «(κρίσιµες αποφάσεις) επηρεάζονταν από τις επιδιώξεις της εξωτερικής πολιτικής της ΕΣΣΔ», αποφεύγοντας να αγγίξει το ερώτηµα για το χαρακτήρα του καθεστώτος που (ζώντος του Στάλιν) πήρε αποφάσεις σαν τη ντροπιαστική διάλυση της Διεθνούς.

Αντίστροφα, σωστά λέει η ΚΕ του ΚΚΕ ότι: «η διαδικασία της επαναστατικής ανασυγκρότησης θα είναι αργόσυρτη, βασανιστική, ευάλωτη…». Και τούτο ισχύει, γιατί ο εκφυλισµός και η διάλυση της Τρίτης Διεθνούς ήταν µια βαριά ήττα για το παγκόσµιο επαναστατικό κίνηµα.

*Αναδημοσίευση από την Εργατική Αριστερά