Της Αλεξάνδρας Θεοδωρίδου*

Οι αλλαγές που συντελούνται τα τελευταία χρόνια στην ελληνική αγορά εργασίας με αφορμή την οικονομική κρίση και τα μνημόνια, τα οποία εφαρμόσθηκαν δήθεν για τη στήριξη της ελληνικής οικονομίας, έχουν ως αποτέλεσμα μια εκτεταμένη απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων. Πρόκειται για αλλαγές στο εργασιακό πεδίο, με άξονα την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και τη μείωση του εργασιακού κόστους και με βασικό εργαλείο την ενθάρρυνση και την ανάπτυξη της ευελιξίας της εργασίας. Οι πολιτικές αυτές μην ξεχνάμε ότι εντάσσονται στο πλαίσιο της σημερινής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία υιοθετεί την ανάγκη της ριζικής μεταρρύθμισης της ευρωπαϊκής αγοράς εργασίας, με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας. Στο πλαίσιο της νέας αυτής αντίληψης για τη λειτουργία της αγοράς εργασίας και των εργασιακών σχέσεων, η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων ανάγεται σε κυρίαρχη αξία σε βάρος των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Βασική συνέπεια της νέας αντίληψης αποτελεί το γεγονός της ενίσχυσης της θέσης του εργοδότη σε σχέση με τον αδύνατο πόλο της εργασιακής σχέσης που είναι ο εργαζόμενος. Οι αλλαγές στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων εκδηλώνονται σε πολλά επίπεδα:

1)Στην υποβάθμιση-συρρίκνωση του ρόλου της πλήρους και σταθερής εργασίας υπέρ των ευέλικτων μορφών εργασίας που αυτό συνεπάγεται μικρότερες αμοιβές και δικαιώματα,

2)Στην αποδιάρθρωση του τρόπου διαμόρφωσης των συλλογικών συμβάσεων και του τρόπου καθορισμού των αποδοχών των εργαζομένων,

3)Στην ελαστικοποίηση του εργασιακού χρόνου έτσι ώστε να υπάρχει απόλυτη προσαρμογή του στις ανάγκες της επιχείρησης και

4)Στη διευκόλυνση των απολύσεων.

Ειδικότερα στο χώρο των ασφαλιστικών επιχειρήσεων:

1)Ευέλικτες μορφές εργασίας:

Πολλές εταιρίες και εσχάτως και μικρά πρακτορεία παραγωγής ασφαλειών, απασχολούν ενοικιαζόμενους εργαζομένους, με συνέπεια αυτοί οι εργαζόμενοι να μην θεωρούνται ασφαλιστικοί υπάλληλοι, να μην έχουν κανένα απ τα όποια εργασιακά δικαιώματα απολαμβάνουμε οι υπόλοιποι και να μην καλύπτονται απ τις επιχειρησιακές συμβάσεις που έχουν καταφέρει οι κατά τόπους σύλλογοι και έχουν υπογράψει με τους εργοδότες τους. Οι «ενοικιαζόμενοι» εργαζόμενοι έχουν από πάνω τους ταυτόχρονα δύο μεγαλοεργοδότες: Το «δουλεμπορικό» με το οποίο υπογράφουν σύμβαση, αλλά και την εργοδοσία της εταιρίας  στην οποία κάθε φορά καλούνται να δουλέψουν στην πραγματικότητα, με πλήρη «ευελιξία». Οι εργαζόμενοι αυτοί βρίσκονται «όμηροι», δουλεύοντας με συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Ανάμεσα στις ανανεώσεις συχνά μεσολαβούν διαστήματα ανεργίας για ενάμιση περίπου μήνα, είτε εμφανίζεται κάθε φορά διαφορετικός εργοδότης. Έτσι, ακόμα κι αν ο εργαζόμενος δουλεύει στην ίδια επιχείρηση και κάνει την ίδια δουλειά για χρόνια, στερείται το δικαίωμα να μετατραπεί η σύμβασή του σε αορίστου χρόνου.

Ένα πολύ μικρό παράδειγμα εκμετάλλευσης αυτών των εργαζομένων είναι ότι αυτή την εποχή δίνουν εξετάσεις στην Τράπεζα της Ελλάδος προκειμένου να πιστοποιηθούν οι εργαζόμενοι οι οποίοι εκτελούν ασφαλιστικές εργασίες και ενώ στο μόνιμο προσωπικό έχει καλυφθεί απ την εταιρία το κόστος των εξετάσεων που είναι 80 ευρώ, στους ενοικιαζόμενους δεν τα κάλυψε κανείς, με αποτέλεσμα να βάλουν το χέρι στην τσέπη οι ίδιοι οι εργαζόμενοι.   Ένα ακόμα πρόβλημα που είναι ακόμα στον κλάδο μας σε μικρό βαθμό, με συνεχείς όμως τάσεις αύξησης είναι  η απομακρυσμένη απασχόληση ή αλλιώς τηλεργασία δηλ. η παροχή εργασίας χωρίς να είναι απαραίτητη η φυσική παρουσία του εργαζομένου στον χώρο εργασίας καθ’ όλη τη διάρκεια του ωραρίου του. Άλλη μια μορφή ευέλικτης εργασίας στην οποία δεν υπάρχει κανένας έλεγχος ούτε για τον όγκο της δουλειάς που σου αναθέτει ο εργοδότης ούτε για το ωράριο το οποίο θα χρειαστεί να δουλέψει ο εργαζόμενος.

2)Συλλογικές συμβάσεις: να επισημανθεί ότι οι αλλαγές στο σύστημα των συλλογικών συμβάσεων δεν επιδρούν μόνο στους κατώτατους μισθούς αλλά σε συνδυασμό με τα μέτρα των μνημονίων, συντελούν στη διολίσθηση του μέσου μισθού προς κατώτερα επίπεδα και αυτό έχει γίνει με τη νομοθετική καθιέρωση του παγώματος των αυξήσεων και με την αναστολή της επέκτασης της εφαρμογής των κλαδικών συμβάσεων στο σύνολο των εργαζόμενων του κλάδου. Σ αυτό το πλαίσιο οι εργοδότες μας που είναι η Ένωση Ελληνικών Ασφαλιστικών Εταιριών αρνείται να προσέλθει σε διάλογο για υπογραφή νέας σύμβασης (η τελευταία κλαδική μας σύμβαση με τη μετενέργειά της έληξε το 2010), με κυριότερο και χρονοβόρο για την επίλυσή του πρόβλημα, την αλλαγή του καταστατικού τους ώστε να μην θεωρούνται εργοδοτική οργάνωση, πράγμα μου μας στερούσε μέχρι σήμερα τη δυνατότητα της προσφυγής στον ΟΜΕΔ για διαιτησία. Αυτό σημαίνει ότι σήμερα στο χώρο έχουμε εργαζομένους 3 ταχυτήτων: τους παλαιούς εργαζομένους, τους νέους που έχουν μπει στον κλάδο μετά το 2010 και άρα δεν τους κάλυπτε καμία σύμβαση και τους ενοικιαζόμενους.

3)Τα πλάνα αναδιάρθρωσης που επιβλήθηκαν στις τράπεζες, έπληξαν σε σημαντικό βαθμό τους εργαζόμενους και στον δικό μας κλάδο. Έτσι από 3 ασφαλιστικές επιχειρήσεις-θυγατρικές τραπεζών, (της EFG, της Αγροτικής και της Εθνικής) σήμερα έμεινε μόνο η ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ, η οποία είναι εδώ και καιρό σε διαδικασία πώλησης. Δύο χρόνια παράταση, δηλαδή μέχρι το τέλος του 2020, εξασφάλισε η Εθνική Τράπεζα ώστε να προχωρήσει στην πώληση του 75% της θυγατρικής της, μετά από τρεις «αρραβώνες» (με το σχήμα CALAMOS-EXIN και στη συνέχεια με τις κινεζικές FOSUN και GONGBOA) που ευτυχώς δεν είχαν καλή κατάληξη και ναυάγησαν. Η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Ε.Ε (DGcom) έκανε δεκτό το αίτημα που υπέβαλε η διοίκηση της Εθνικής τράπεζας (ΕΤΕ) να προχωρήσει στην αποεπένδυση που προβλέπει το Σχέδιο Αναδιάρθρωσης μέχρι το τέλος του 2020 ωστόσο μέχρι το τέλος του 2019 θα πρέπει να έχει αποφασίσει με ποιον τρόπο θα συμβεί αυτό. Αν δηλαδή θα πάει σε δημόσια προσφορά των μετοχών της ασφαλιστικής μέσω χρηματιστηρίου, διαδικασία που δεν διασφαλίζει εγγυημένο τίμημα ή αν θα επανεκκινήσει τον διαγωνισμό για την εύρεση αγοραστή.

4)Τα τελευταία χρόνια μειώθηκε ο συνολικός αριθμός εργαζομένων στο χώρο σε μεγάλο βαθμό, κυρίως λόγω των “εθελούσιων”, που μέχρι και σήμερα γίνονται όπως αυτή που γίνεται αυτές τις μέρες στην ΕΘΝΙΚΗ και σε πολλές περιπτώσεις δεν είχε καθόλου “εθελοντικό” χαρακτήρα. Στη μείωση επίσης βοήθησε ο περιορισμός των υποκαταστημάτων των εταιριών τόσο αυτών που λειτουργούσαν στην Αθήνα αλλά κυρίως αυτών που λειτουργούσαν στην επαρχία και βέβαια και το outsourcing.       Τέλος η σκληρή πραγματικότητα της υπερωριακής αμισθί απασχόλησης είναι πια ένα συνηθισμένο φαινόμενο, στην αντίσταση του οποίου ο μεμονωμένος εργαζόμενος δεν έχει κανένα περιθώριο αντίστασης και οι Σύλλογοι Εργαζομένων με την αποσάθρωση του ΣΕΠΕ έχουν πολύ περιορισμένες δυνατότητες.

Κλείνοντας θα ήθελα να επισημάνω ότι η αλλαγή της πορείας υποβάθμισης του περιεχομένου των εργασιακών σχέσεων προϋποθέτει την υιοθέτηση μιας άλλης οικονομικής και αναπτυξιακής πολιτικής που να βρίσκεται στην αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που ασκούνταν τόσο πριν, όσο και κατά την περίοδο της κρίσης και των μνημονίων, την οποία αλλαγή και άλλη πρόταση συζητάμε εμείς εδώ σήμερα.

*μέλος του Γ.Σ. της Ομοσπονδίας Ασφαλιστικών Συλλόγων Ελλάδας – ΟΑΣΕ