Στον Αλέξη Τσίπρα ένα πρέπει να αναγνωρίσουμε. Ο πρωθυπουργός έχει μεγάλη ικανότητα να «ρίχνει τη μπάλα στην εξέδρα». Τη στιγμή που η κοινωνία στενάζει κάτω από τα συνεχιζόμενα μνημονιακά μέτρα, ο κ. Τσίπρας επιλέγει να ανοίγει διαρκώς νέα θέματα (όπως της υπόθεσης Novartis) χωρίς, όμως, ουσιαστικό αντίκρισμα, παρά μόνο για να στρέφει την προσοχή του κόσμου και των άλλων πολιτικών δυνάμεων μακριά από τα μείζονος σημασίας ζητήματα της καθημερινότητας, της παγιωμένης λιτότητας, της υπερφορολόγησης και της ανεργίας.

Της Δέσποινα Σπανού, υπεύθυνη Γραφείου Τύπου και μέλος Π.Γ. της Λαϊκής Ενότητας (ΛΑΕ)

Ο κ. Αλ. Τσίπρας το ίδιο έκανε και με το θέμα της Συνταγματικής Αναθεώρησης. Ο ίδιος γνωρίζει πολύ καλά ότι απαιτούνται 180 ψήφοι για να ψηφιστούν τα προς αναθεώρηση άρθρα, ούτως ώστε να μπορεί η επόμενη βουλή να τα αναθεωρήσει με 151 ψήφους. Εξίσου καλά ξέρει ότι οι 180 ψήφοι είναι πολύ δύσκολο να βρεθούν για οποιοδήποτε άρθρο, παρά μόνο για το άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών, για να μην αναλάβει κανείς την ευθύνη για την μη τροποποίηση του.

Πολύ απλά, όλα τα άλλα, πέραν του άρθρου 86, προς αναθεώρηση άρθρα, όπως τα ανέφερε ο Αλέξης Τσίπρας, όχι μονό είναι κενά περιεχομένου αλλά και αδύνατον να υπερψηφιστούν με 180 ψήφους. Είναι ένας στόχος – «φούσκα» που το μόνο που εξυπηρετεί είναι να αποπροσανατολίζεται η κοινωνία από τα μεγάλα, «καυτά» καθημερινά ζητήματα που υπονομεύουν συνεχώς και σε δραματικό βαθμό το βιοτικό επίπεδο της μεγάλης πλειονότητας των πολιτών.

Στο ίδιο πλαίσιο, τοποθετείται και η «πρόθεση συμφωνίας» Τσίπρα – Ιερώνυμου. Η πρόταση για τις, δήθεν, αλλαγές στις σχέσεις εκκλησίας – κράτους προκάλεσε τον μεγαλύτερο θόρυβο και τις περισσότερες αντιδράσεις, παρά την εικόνα συναίνεσης που επιχειρήθηκε αρχικά να παρουσιαστεί από το Μέγαρο Μαξίμου. Μάλιστα, όσο περνά ο καιρός αποδεικνύεται ότι αποτελεί μια «πρόθεση συνδιαλλαγής» και «υπόγειων διαπραγματεύσεων» με στόχο την εξαπάτηση και την πλάνη του ελληνικού λαού.

Καταρχήν, ο Αλέξης Τσίπρας παρουσίασε σαν, τάχα, «τομή» την πρόταση προς την εκκλησία, επειδή, όπως υποστήριξε, αναγνωρίζει την ουδετερότητα του Κράτους. Κάτι το οποίο είναι εντελώς αναληθές και αποτελεί κενό γράμμα.

Ο επιβεβλημένος διαχωρισμός Κράτους – Εκκλησίας (μια διακήρυξη του ΣΥΡΙΖΑ από την ίδρυση του) δεν υλοποιείται. Αντιθέτως το άρθρο 3 του Συντάγματος που προβλέπει την σχέση πολιτείας και εκκλησίας παραμένει ως έχει.

Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα ίσως πανευρωπαϊκά (με εξαίρεση το Βατικανό) που υπάρχουν τόσο στενοί δεσμοί εκκλησίας και κράτους. Είναι η μοναδική χώρα που υφίστασται τόσο έντονη παρέμβαση της Εκκλησίας στα θέματα της Πολιτείας.

Άλλες χώρες -και μάλιστα με έντονο καθολικισμό, όπως η Ισπανία ή η Ιταλία- έχουν πετύχει τον πλήρη διαχωρισμό. Η Πολιτεία και η Εκκλησία είναι ανεξάρτητες και λειτουργούν η κάθε μια εντός της δικής της σφαίρας εξουσίας.

Στην Ελλάδα αυτό δεν συμβαίνει. Αντιθέτως, θυμόμαστε όλοι την πρόσφατη παρέμβαση της Εκκλησίας στο πρόγραμμα των σχολείων, την παλαιότερη διεκδίκηση πολιτικού ρόλου από τον μακαριστό Χριστόδουλο, με σκηνές που παρέπεμπαν σε καταστάσεις που συνέβαιναν αιώνες πριν.

Η ίδια «πρόθεση συμφωνίας» με την Εκκλησία, αποτελεί μια προσπάθεια του Αλέξη Τσίπρα, να αλλάξει την ατζέντα και να παρουσιάσει, τάχα, ότι υλοποιεί -έστω και μερικώς- τη δέσμευση του για διαχωρισμό Κράτους – Εκκλησίας. Φυσικά, όπως προαναφέρθηκε, κάτι τέτοιο δεν υφίσταται καν σαν θέμα στο τραπέζι των συζητήσεων. Από την «παγίδα» δεν ξέφυγε ούτε η Αξιωματική Αντιπολίτευση, η οποία μοιάζει να σέρνεται πίσω από τα επικοινωνιακά παιχνίδια της κυβέρνησης, να άγεται και να φέρεται, με τον κ. Τασούλα αρχικά να υποδέχεται θετικά την «πρόθεση συμφωνίας» και στη συνέχεια η ΝΔ να κάνει στροφή (άγνωστο γιατί) μόνο και μόνο για να δείξει ότι ασκεί αντιπολίτευση.

Ωστόσο, πέρα λοιπόν από το γεγονός ότι ο «νούμερο ένα στόχος» του κ. Τσίπρα (ο αποπροσανατολισμός της κοινής γνώμης από τα πραγματικά κοινωνικά προβλήματα) ήδη επιτυγχάνεται, εάν η συμφωνία εν τέλει επιτευχθεί, τότε μεγάλος κερδισμένος θα είναι μόνο ο Ιερώνυμος και η Ιεραρχία, που θα κερδίσουν τεράστια οφέλη από την αξιοποίηση της αμφισβητούμενης περιουσίας.