Από τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις μέχρι τις εξελίξεις στη Συρία, όλα τα μέτωπα είναι ανοιχτά για την Τουρκία

Μερικά χρόνια πριν θα φάνταζε εντελώς απίθανο. Όμως, την 1η Αυγούστου οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν την επιβολή κυρώσεων σε δύο υπουργούς της τουρκικής κυβέρνησης, τον υπουργό Δικαιοσύνης Αμπντουλχαμίτ Γκιουλ και τον υπουργό Εσωτερικών Σουλεϊμάν Σοϊλού, εξαιτίας της συνεχιζόμενης κράτησης του Άντριου Μπράνσον, παρότι λίγο πριν η προφυλάκιση του αμερικανού πάστορα είχε μετατραπεί σε κατ’ οίκον περιορισμό.

Είχε προηγηθεί ένα οργισμένο μήνυμα στο twitter του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και ανάλογες σκληρές δηλώσεις του αντιπροέδρου Μάικ Πενς.

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, την ίδια μέρα η Γερουσία ενέκρινε νομοσχέδιο που απαγορεύει την πώληση των μαχητικών αεροσκαφών F35 στην Τουρκία για 90 μέρες μέχρις ότου το Πεντάγωνο παρουσιάσει μια έκθεση που να αποτιμά τη συμμετοχή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F35 και να εκτιμά τον κίνδυνο από την τουρκική απόφαση για προμήθεια συστοιχιών S-400 από τη Ρωσία.

Παρότι η αντίδραση στο εσωτερικό της Τουρκίας δείχνει ομόθυμη κατά των αμερικανικών κινήσεων, με κοινή δήλωση του AKP, του εθνικιστικού MHP, του κεμαλικού CHP και του ΙΥΙ της Μεράλ Ακσενέρ ότι λένε «όχι» στις αμερικανικές απειλές και απαντούν με αλληλεγγύη και αποφασιστικότητα, και με τον ηγέτη του CHP Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου να ζητά αντίποινα από τη μεριά της τουρκικής κυβέρνησης, εντούτοις είναι σαφές ότι η όλη εξέλιξη επιτείνει τα προβλήματα για τη Τουρκία σε μια αντιφατική και μεταβατική περίοδο.

Παρότι τόσο οι τουρκικές υποψίες ότι οι ΗΠΑ έπαιξαν ρόλο ή συναίνεσαν στο πραξικόπημα του 2016, όσο –και κυρίως– η επιλογή των ΗΠΑ να ενισχύσουν τις κουρδικές δυνάμεις στη Συρία, είχαν ούτως ή άλλως επιδεινώσει τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, η Άγκυρα δεν θα ήθελε την πλήρη ρήξη με τις ΗΠΑ, ιδίως από τη στιγμή που η βασική τακτική της για την κατοχύρωση θέσεων σε σχέση με τη συριακή κρίση στηριζόταν ακριβώς στο να μπορεί να χρησιμοποιεί τις αμερικανορωσικές αντιθέσεις, παίζοντας πότε με τον έναν και πότε με τον άλλο πόλο.

Θα χάσουν τον σύμμαχο;

Από τη μεριά τους οι ΗΠΑ, επίσης, δεν θα ήταν διατεθειμένες να χάσουν μια χώρα που αποτέλεσε ιστορικά κρίσιμο κόμβο της ατλαντικής συμμαχίας.

Μάλιστα, οι θετικές αναφορές του αμερικανού πρόεδρου Ντόναλντ Τραμπ κατά την πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στον Τούρκο ομόλογό του ως προς τη συνεισφορά της Τουρκίας στις αμυντικές δαπάνες της συμμαχίας, όπως και οι παρεμβάσεις της αμερικανικής κυβέρνησης υπέρ της πώλησης F35 στην Τουρκία παρά την αντίδραση μελών του Κογκρέσου, είχαν δώσει στοιχεία βελτίωσης των διμερών σχέσεων. Σε αυτό είχαν συντελέσει και δηλώσει του αμερικανού υπουργού Άμυνας Τζιμ Μάτις για το καλό επίπεδο αμυντικής συνεργασίας των δύο χωρών, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις κοινές αμερικανοτουρκικές περιπολίες στην Μπανμπίζ στη Συρία.

Όμως, φαίνεται ότι τώρα ξαναμπαίνουμε σε μια φάση όξυνσης, ιδίως από τη στιγμή που μερίδες του αμερικανικού πολιτικού κατεστημένου θεωρούν ότι η Τουρκία θα πρέπει να δώσει πολύ περισσότερες εγγυήσεις ότι συμπαρατάσσεται με τις ΗΠΑ και δεν δοκιμάζει έστω και προσεγγίσεις σε επίπεδο τακτικής προς την Ρωσία, για να μπορεί να έχει απολαμβάνει της ίδιας θετικής μεταχείρισης.

Μια παγίωση της επιδείνωσης των αμερικανοτουρκικών σχέσεων θα σημαίνει ότι η Τουρκία θα πρέπει να στραφεί ακόμη περισσότερο στη Ρωσία για να μπορέσει να έχει εγγυήσεις ότι η επόμενη μέρα στη Συρία δεν θα συνεπάγεται και αρνητικές εξελίξεις για την ίδια και κύρια το ενδεχόμενο ύπαρξης μιας ντε φάκτο κουρδικής κρατικής οντότητας.

Μόνο που και οι Ρωσοτουρκικές σχέσεις κινούνται σε μια λεπτή ισορροπία. Δύο είναι τα κρίσιμα σημεία. Το ένα φορά την ενδεχόμενη επαναπροσέγγιση των Κούρδων με την κυβέρνηση Άσαντ, με αφορμή και την συνάντηση Κούρδων και κυβερνητικών αξιωματούχων στη Δαμασκό πριν από μερικές μέρες.

Κούρδοι

Παρότι η Ρωσική θέση είναι σαφώς υπέρ της γεωγραφικής και πολιτικής ακεραιότητας της Συρίας εντούτοις δεν έχει αποκλείσει και μορφές τοπικής αυτονομίας. Οι Κούρδοι από τη μεριά τους προφανώς και δεν θα θέλουν να χάσουν όσα κέρδισαν ακόμη και εάν σταδιακά οι ΗΠΑ απεμπλακούν από τη Συρία. Όλα αυτά γεμίζουν ανησυχία την τουρκική πλευρά ως προς το ποια θα είναι η μεταπολεμική κατάσταση.

Το δεύτερο σημείο αφορά την αλλαγή συσχετισμού υπέρ των κυβερνητικών δυνάμεων και το ερώτημα τι θα γίνει με την Ιντλίμπ. Οι νίκες των κυβερνητικών δυνάμεων κατά των ένοπλων ισλαμιστικών δυνάμεων σε μια σειρά από μέτωπα, σημαίνουν ότι η ζώνη της Ιντλίμπ είναι ουσιαστικά η τελευταία από τις ζώνες «από-κλιμάκωσης» που είχαν διαμορφωθεί με την συμφωνία της Αστάνα ανάμεσα σε Τουρκία, Ρωσία και Ιράν το 2017.

Με περίπου 50.000 ισλαμιστές μαχητές, αρκετοί από αυτούς προερχόμενοι από το εξωτερικό, η περιοχή της Ιντλίμπ (με 2,5 εκατομμύρια κατοίκους) είναι για την συριακή κυβέρνηση η επόμενη μεγάλη μάχη στην πορεία για την ανάκτηση του ελέγχου της χώρας.

Επίσης, ενδιαφέρει τη Ρωσία γιατί η πλειοψηφία των αντι-Ρώσων μαχητών από τον Βόρειο Καύκασο βρίσκονται εκεί, ενώ από την Ιντλίμπ ξεκινούν και οι επιθέσεις μη επανδρωμένων αεροσκαφών κατά ρωσικών θέσεων.

Νέοι πρόσφυγες

Όμως, για την Τουρκία μια τέτοια εξέλιξη θα σήμαινε το ενδεχόμενο νέου κύματος προσφύγων και κυρίως θα διακύβευε την προσπάθειά της να διατηρήσει στρατιωτική παρουσία εντός της Συρίας και ως διαπραγματευτικό χαρτί και ως πίεση ενάντια στους σχεδιασμούς των Κούρδων.

Γι’ αυτό και ο Τούρκος πρόεδρος προειδοποίησε ότι τυχόν επίθεση στη Ιντλίμπ θα «κατέστρεφε την συμφωνία της Αστάνα», την ώρα που η Συριακή κυβέρνηση κατηγορούσε την Τουρκία ότι παραβιάζει τη συμφωνία.

Ωστόσο, είναι πιθανό ότι και στο συγκεκριμένο θέμα η Ρωσία να προσπαθήσει να αποφύγει να διαμορφώσει αρνητικά τετελεσμένα για την Τουρκία ακολουθώντας το δρόμο της αναζήτησης συμβιβασμών που επέλεξε και στη διαχείριση των σχέσεων Ισραήλ και Ιράν ως προς την κατάσταση στα υψίπεδα του Γκολάν. Με αυτό τον τρόπο μπορεί να ερμηνευτεί και η δήλωση του Αλεξάντερ Λεβρέντιεφ, ειδικού απεσταλμένου του Ρώσου προέδρου για τη Συρία, ότι «δεν τίθεται θέμα μεγάλης επιχείρησης στην Ιντλίμπ».

*Πηγή: in.gr