Από Παρέμβαση:

Η συζήτηση για την Αριστερά σήμερα γίνεται κάτω από την πίεση των αρνητικών εξελίξεων και του αδιεξόδου. Τροφοδοτείται αντικειμενικά από την απογοήτευση, τη διάλυση, τις μικροδιασπάσεις, την αναξιοπιστία. Το μεγάλο ερώτημα είναι αν μπορεί η συζήτηση αυτή να είναι γόνιμη και αποτελεσματική και να βάζει, ή έστω να προδιαγράφει ένα τέλος, σε αυτή την πολύ δύσκολη και άσχημη στιγμή για τους αριστερούς και την Αριστερά, που συμπίπτει με την επέτειο των εκατό χρόνων από την ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος στη χώρα μας. Αυτή η κακή εικόνα, η διάχυτη απογοήτευση και οι χαμηλές προσδοκίες τροφοδοτούν μια ανοργάνωτη, χωρίς πρόγραμμα και διαδικασίες συζήτηση μεταξύ των αριστερών, καθώς τα οργανωμένα υποκείμενα όλων των ιστορικών ρευμάτων, είτε απουσιάζουν είτε στέκονται φοβισμένα, είτε αναμένουν θεωρώντας πως υπάρχει πολύς χρόνος.

Δύο ερωτήματα βρίσκονται στην καρδιά αυτής της «συζήτησης». Το πρώτο είναι το προαιώνιο «Τι να κάνουμε». Το δεύτερο -και ίσως κρισιμότερο- είναι το ποιοι θέλουν και μπορούν να ανταποκριθούν. Η ενασχόληση με το πρώτο ερώτημα είναι δίχως αντίκρισμα αν δεν ανιχνεύονται απαντήσεις και στο δεύτερο ερώτημα.

Μια αναγκαία παρένθεση: Είναι αυτονόητο ότι αυτή η συζήτηση δεν αφορά όσους «δικαιώθηκαν» άκοπα και χωρίς να κάνουν τίποτα, ή όσους επένδυαν σε βολικά σχήματα παντός καιρού. Το ακίνδυνο επί οκτώ χρόνια κρίσης ΚΚΕ, είναι ένα βολικό απάγκιο στη σημερινή απογοήτευση. Η ηγεσία του επενδύει στην κούραση και στην απογοήτευση, στη διάψευση και στην αναποτελεσματικότητα, για να δικαιώσει τη δική της στάση, στάση στήριξης στην αστική πολιτική. Το ΚΚΕ όπως το 74 επέλεξε να προσχωρήσει στο εθνικό και κοινωνικό συμβόλαιο της μεταπολίτευσης ως τρίτος εταίρος με ΝΔ και ΠΑΣΟΚ ενσωματώνοντας τον ριζοσπαστισμό, έτσι και το 2010 «αποχώρησε» από τα άμεσα καθήκοντα και να προσέφυγε στη γενική αντικαπιταλιστική κριτική. Η πρόσκαιρη ροπή αποκαρδιωμένου και εν συγχύσει δυναμικού προς το ΚΚΕ θα αξιοποιηθεί αποκλειστικά και μόνο εκλογικά, δίχως να αλλάξει ούτε ένα δράμι από την ακίνδυνη για το σύστημα πολιτική του.

Αντίθετα, η συζήτηση αφορά όλους όσους δεν έχουν καταλήξει σε βολικές και σχηματικές λύσεις. Που δεν εννοούν την αυτοκριτική (ή για ορισμένους την αυτοεξιλέωση για προηγούμενα πολιτικά τους αμαρτήματα) ως πέταγμα της μπάλας στην εξέδρα και αναχώρηση από τα άμεσα καθήκοντα. Η συζήτηση αφορά όσους έχουν αγωνία και προβληματισμό για τη σημερινή κατάσταση, όσους ενδιαφέρονται για διέξοδο από το γενικευμένο μπλοκάρισμα, όσους τους συγκινεί μια φιλόδοξη, αλλά κυρίως ειλικρινής απόπειρα ανάταξης από το τέλμα. Ο κόσμος αυτός είναι υπαρκτός και πολύς.

Σε αυτό τον  ανεπίσημο άτακτο διάλογο και στην αναζήτηση που τον συνοδεύει, απαιτούνται όροι και προϋποθέσεις για να μην ανακυκλωθεί η απογοήτευση, για να μην χαθεί για ακόμη μια φορά η δυνατότητα. Αυτοί οι όροι και οι προϋποθέσεις πρέπει πολύ σύντομα να αποτελέσουν αντικείμενο συζήτησης, γιατί οι επερχόμενες εκλογές θα τροφοδοτήσουν την ήδη ισχυρή τάση προς ιδιώτευση για όσους δεν καταφύγουν στη θαλπωρή των υπαρκτών μεν, αδιέξοδων δε, πολιτικών σχημάτων. Για να αποφευχθεί και η αναδίπλωση και το μάντρωμα, βασικός όρος είναι η αποκατάσταση και ανανοηματοδότηση εννοιών και αξιών. Από την απαρχή των διαδικασιών αποκομμουνιστικοποίησης της Αριστεράς, πενήντα και πλέον χρόνια πριν, έχουν χαθεί σημασίες και αρχές. Αν αυτή η αποκατάσταση εννοιών και νοημάτων δεν συγκεκριμενοποιηθεί στο σήμερα, θα παραμείνει δύσκολη η συνεννόηση εντός Αριστεράς και αδύνατη η επαφή και η άσκηση επιρροής στον κόσμο της εργασίας και της νεολαίας.

Πέντε σκέψεις για τα χαρακτηριστικά της περιόδου

  1. Η αδυναμία ανεξάρτητης και αυτοτελούς πολιτικής παρουσίας της Αριστεράς τροφοδοτείται από την κρίση αξιοπιστίας της. Τα απόνερα της ήττας του 2015 διαμορφώνουν ένα δύσκολο κλίμα όπου κυριαρχεί το δόγμα «δεν υπάρχει εναλλακτική». Δεν πρόκειται για μια πρόσφατη εξέλιξη, καθώς στην ουσία του το δόγμα αυτό εμπεδώθηκε επί δεκαετίες, αποτελεί τέκνο της ιστορικής ήττας του 1989-91 και αντλεί την ύπαρξή της από μια Αριστερά που πριν την τελική κατάρρευση αποδείκνυε διαρκώς ότι το σύστημα δεν έχει κανένα λόγο να τη φοβάται. Η ήττα και η απόσυρση αποτελούν την άλλη όψη της ενσωμάτωσης και της προσχώρησης στο στρατόπεδο του αντιπάλου. Και οι δύο εκδοχές αντλούν την ύπαρξή τους από την εγκατάλειψη του οράματος για έναν άλλον κόσμο και ένα άλλο σύστημα κοινωνικής οργάνωσης, την ηττοπάθεια, τον θαυμασμό του αντιπάλου, την αποδοχή της παντοδυναμίας του. Η αναξιοπιστία του συνόλου της Αριστεράς τροφοδοτήθηκε τόσο από τη μεταπήδηση του ΣΥΡΙΖΑ στο νεοφιλελεύθερο, μνημονιακό στρατόπεδο, όσο και από την εκκωφαντική αδυναμία της Αριστεράς να ορθώσει αντιστάσεις στη νέα φάση.
  2. Δίπλα όμως σε αυτή την αδυναμία, βρίσκεται η αναζήτηση και το υπαρκτό ενδιαφέρον νέων και παλιότερων αγωνιστών της Αριστεράς για κάτι που πρέπει να γίνει. Αυτή η αναζήτηση, μπορεί να αναμιγνύεται με απογοήτευση ή με προσφυγή σε εύκολες λύσεις, μπορεί ακόμα να έχει θολές και συγκεχυμένες απαντήσεις για το τι χρειάζεται να αλλάξει, αποτελεί όμως το έδαφος που πάνω του μπορεί να ανθίσει μια διαφορετική πορεία πραγμάτων. Υπάρχει διαθεσιμότητα για αλλαγή και αντίστοιχες πρωτοβουλίες, αλλά είναι διαθεσιμότητα δύσκολη και απαιτητική. Περιμένει ισχυρές αλλαγές και δείγματα γραφής και από τα οργανωμένα επιτελεία και υποκείμενα.
  3. Αυτές οι αναγκαίες αλλαγές προσκρούουν στο ανεπαρκές και ανολοκλήρωτο δειλών και μικρών ανασυνθετικών προσπαθειών, στην καχυποψία, στο φόβο για επώδυνες ανατροπές, στους μικροηγεμονισμούς και τις βολικές συνήθειες. Η οργανωμένη Αριστερά αρνείται να δεχτεί ότι δεν υπάρχει επιστροφή στο όποιο και όσο ένδοξο παρελθόν. Οφείλει να ξεκινήσει από την αρχή και να αρχίσει να ξετυλίγει το νήμα χωρίς τις προηγούμενες βεβαιότητες και σχήματα.
  4. Υπάρχει έδαφος για την ανάταξη της Αριστεράς; Η απάντηση βρίσκεται στο αν το δίλημμα μεταρρύθμιση ή επανάσταση έχει σήμερα λογική. Η μεν επανάσταση φαντάζει σήμερα απραγματοποίητη, αλλά στην ουσία δεν έχει τεθεί ποτέ τα τελευταία 50 χρόνια. Η δε μεταρρύθμιση δεν έχει πλέον ζωτικό χώρο καθώς το παραγωγικό, πολιτικό και κοινωνικό μοντέλο που θα την επέτρεπε, έχει ήδη ανατραπεί. Η αδυναμία μεταρρύθμισης μετασχηματίζει τη σοσιαλδημοκρατία σε νεοφιλελεύθερη δύναμη, απλά με φιλο-κοινωνική ρητορική, ενώ η ανυπαρξία επαναστατικής πολιτικής τελειώνει την κομμουνιστική Αριστερά. Εάν τα πράγματα παρέμεναν έτσι, η κατάσταση θα ήταν αδιέξοδη, όμως το δίλημμα παραμένει γιατί έχει αντικειμενική βάση. Αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων με αναδιαρθρώσεις επώδυνες που κοστίζουν για τον κόσμο της εργασίας και για το σύνολο της ανθρωπότητας, ή συνολική αμφισβήτηση των σχέσεων εκμετάλλευσης και κυριαρχίας, με στόχο τη σύγκρουση και ανατροπή τους; Αυτό το ερώτημα καθορίζει και τις ελάχιστες μάχες σήμερα. Σε κάθε τι που διεκδικείται, στο παραμικρό, όσο μικρό και αν είναι, βρίσκει εμπόδιο το ίδιο το όριο του συστήματος. Παρά τις υποκειμενικές αναπηρίες, θα τεθεί μια τέτοια εφόλης της ύλης αμφισβήτηση στην ημερήσια διάταξη; Στο βαθμό που παραμένει η ταύτιση της κοινωνικής αλλαγής και του σοσιαλισμού με τα καθεστώτα του υπαρκτού, στο βαθμό που η κομμουνιστική αναφορά παραμένει απολογητική και δεν δίνει τη θέση της σε μία ειλικρινή αυτοκριτική με χρήσιμα αποτελέσματα, όσο δεν οικοδομείται η «ουτοπία» μιας άλλης εναλλακτικής, τόσο θα είναι οριακή η σκέψη και η πράξη του υποκειμενικού παράγοντα.
  5. Ο σημερινός καπιταλισμός στη φωτογραφία της στιγμής, δεν έχει αντίπαλο παρά μόνο τον ίδιο του τον εαυτό. Έχοντας τελειώσει προ πολλού με τη «ουτοπία» της επανάστασης, αισθάνεται άνετος να επιτεθεί. Προχωρά βήμα βήμα σε προ-οκτωβριανά κοινωνικά τοπία, καθώς επί εικοσιπέντε και πλέον χρόνια βαθαίνει η κατεργασία στο μυαλό των ανθρώπων ότι δεν υπάρχει άλλη διέξοδος. Σε αυτή την πορεία δεν υπάρχει όριο. Ο καπιταλισμός δεν πρόκειται ποτέ να είναι ευχαριστημένος με όσα έχει ήδη κερδίσει. Δεν θα υπάρχει ένα νέο σημείο ισορροπίας μετά το ξεπέρασμα ενός πρόσκαιρου κρισιακού επεισοδίου. Η αφήγηση για επιστροφή στις παλιές καλύτερες μέρες είναι απατηλή, γιατί μια τέτοια επιστροφή δεν αφορά την αντικειμενική δυνατότητα του συστήματος να παραχωρήσει, αλλά την υποκειμενική αδυναμία του αντιπάλου του να εξαναγκάσει σε παραχωρήσεις. Το φως στην άκρη του τούνελ δεν υπάρχει ούτε στη μνημονιακή Ελλάδα, ούτε πουθενά. Ο σημερινός καπιταλισμός εκμεταλλεύτηκε και εκμεταλλεύεται την κρίση του. Η κρίση και οι πολιτικές αντιμετώπισής της δημιουργούν μία νέα σταθεροποίηση-κανονικότητα, δυσμενέστατη για τον κόσμο της εργασίας και δύσκολη για τα μικροαστικά στρώματα. Όσο η κρίση δεν μετατρέπεται σε συστημική κρίση όπου το «ή αυτοί ή εμείς» να προβάλει από τις δύο βασικές τάξεις, ο καπιταλισμός θα επουλώνει τις πληγές του, ανοίγοντας περισσότερες πληγές στο σώμα της εργασίας. Το δίλημμα που πρέπει να τεθεί για να αντιμετωπιστεί το μέλλον είναι το πώς, πότε, από ποιους αλλάζει ο συσχετισμός δύναμης, το πώς ανατρέπεται μία αστική πολιτική εξόδου από την κρίση με μια επαναστατική πολιτική εξόδου από αυτήν. Το πέρασμα σε μία νέα περίοδο καθυστερεί, όχι γιατί είναι δυνατός ο καπιταλισμός, αλλά γιατί το παρελθόν και το παρόν του υποκειμενικού παράγοντα καθιστούν αδύναμο και ακίνδυνο το πραγματικό αντίπαλο δέος.

Όλα τα παραπάνω σημαίνουν δύο βασικά πράγματα:

Πρώτον ότι δεν υπάρχει σινικό τείχος ανάμεσα στην άμεση και καθημερινή πολιτική πρακτική και στον αποφασιστικό μετασχηματισμό ή επανίδρυση υποκειμένων ώστε να τεθεί το ζήτημα της κοινωνικής αλλαγής. Από μια άποψη, όσο δεν τίθεται το ζήτημα της κοινωνικής αλλαγής, τόσο η άμεση πολιτική δράση θα παραμένει οριακή και αναξιόπιστη εντός των συστημικών ορίων που τίποτα δεν επιτρέπουν.

Δεύτερον, ότι εξίσου σημαντική με τη μετωπική δράση της Αριστεράς είναι η οικοδόμηση εκείνων των υποκειμένων, φορέων, δυνάμεων ή σχηματισμών που να θέτουν με αξιοπιστία και μαζικότητα το αίτημα του κοινωνικού μετασχηματισμού. Με δύο λόγια είναι απόλυτη προϋπόθεση, ακόμα και για την άμεση πολιτική και κοινωνική διέξοδο, η με κάποιο τρόπο ύπαρξη της κομμουνιστικής Αριστεράς. Αυτό δεν μπορεί παρά να το παίρνει υπόψη της οποιαδήποτε απόπειρα πολιτικών μετωπικών πρωτοβουλιών και συζητήσεων.

Πέντε βήματα – προτάσεις προς συζήτηση

  1. Αναζητείται μέτωπο κριτικής στο σύγχρονο καπιταλισμό – ιμπεριαλισμό. Συγκρότηση κριτικής και πολιτικής – θεωρητικής σύγκρουσης με την ιμπεριαλιστική παγκοσμιοποίηση. Μέτωπο αντίστασης στις εργασιακές αναδιαρθρώσεις, εργατικό πρόγραμμα άμεσων διεκδικήσεων. Προβολή ενός ανταγωνιστικού με τον νεοφιλελεύθερο και ιμπεριαλιστικό πολιτισμό. Αντιπολεμικές και διεθνιστικές συσπειρώσεις, κριτική αντίληψη των γεωπολιτικών συγκρούσεων και των νέων στρατηγικών συμμαχιών στον ανταγωνισμό για την παγκόσμια ηγεμονία.
  2. Διαδικασίες συγκρότησης και συγκέντρωσης δύναμης με παράλληλη συσπείρωση δυνάμεων σε ευρύτερο επίπεδο. Οικοδόμηση καταρχάς, ενός υβριδικού κόμματος – μετώπου με δημοκρατική λειτουργία και πρόγραμμα. Σε μια περίοδο δοκιμασιών και αναζητήσεων ένα τέτοιο υβρίδιο μπορεί να συνδυάσει τις αποτελεσματικές πλευρές τόσο της μετωπικής λογικής όσο και της κομματικής λειτουργίας και αποτελεσματικότητας. Δίπλα σε αυτές τις διαδικασίες, χρειάζεται οικοδόμηση πολύπλευρων, μετωπικών παρεμβάσεων πολιτικού, συνδικαλιστικού, νεολαιίστικου χαρακτήρα.
  3. Ιδεολογικές μάχες και αντιπαραθέσεις με την κυρίαρχη ιδεολογία και τη συντριπτική της επιρροή, ειδικά μέσα στη νεολαία που θα ξεκινούν από τα σχολεία και την εκπαίδευση και θα προσπαθούν να περιλαμβάνουν το σύνολο του πολιτισμού. Η μάχη των ιδεών είναι καθοριστική, καθώς δεν μπορεί και δεν πρέπει να παρακαμφθεί η ιστορία. Χρειάζεται να τοποθετηθεί ατζέντα από την επαναστατική αριστερά για τη ζωή, τη σκέψη και το σύνολο των σχέσεων που διαμορφώνονται στην κοινωνία.
  4. Η δουλειά της Αριστεράς αφορά πλέον, κυρίως τους μαζικούς χώρους. Η περίοδος της πολιτικής ευκαιρίας έχει κλείσει, απαιτείται από τα κάτω κίνηση και οικοδόμηση, αργή και βασανιστική, επώδυνη, δύσκολη αλλά απαραίτητη για την ανάταξη του κινήματος και του φρονήματος. Χρειάζεται οικοδόμηση σχέσεων, άσκηση επιρροής, με έντονο το στοιχείο του να ακούμε και να μαθαίνουμε. Το αμφιθεατρικό ή το κοινοβουλευτικό και εκλογικό στυλ δουλειάς, δεν μπορεί να αποδώσει.
  5. Η πολιτική κεντρική παρουσία πρέπει να υπάρξει με λαϊκό πρόγραμμα ανατροπής των συνεπειών της κρίσης. Στις σημερινές συνθήκες, και στο βαθμό που δεν κάνουμε τις επιθυμίες μας πραγματικότητα, κάτι τέτοιο σημαίνει πολιτική – εκλογική συσπείρωση όλων όσων συμφωνούν με το πρόγραμμα και με μία ανοικτή δημοκρατική λειτουργία. Ακόμη όμως και αν κάτι τέτοιο γίνει δυνατό, δεν θα λύσει το υπαρξιακό πρόβλημα της Αριστεράς. Όχι μόνο επειδή αυτή η συσπείρωση θα είναι περιορισμένων δυνατοτήτων καθώς θα κουβαλά το βάρος ενός αμαρτωλού παρελθόντος. Κυρίως επειδή η σημερινή περίοδο απαιτεί πολύ μεγαλύτερης έκτασης και βάθους ανατροπές και αλλαγές που προσδιορίζονται περισσότερο από την ανάγκη επανίδρυσης της Αριστεράς παρά από τη μετωπική της συγκρότηση. Οι επόμενες εκλογές αναγκαστικά θα τελειώσουν τις αυταπάτες για το τι αρκεί και τι πρέπει να γίνει σήμερα. Το ερώτημα είναι αν θα υπάρχει προετοιμασία και πρωτοβουλίες για την επόμενη μέρα.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αριστερή Συσπείρωση (τ.35, Ιούνιος 2018).

Η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ είναι πολιτική οργάνωση της Κομμουνιστικής Αριστεράς.