ΟΜΙΛΙΑ ΔΗΜ.ΜΠΕΛΑΝΤΗ ΣΤΗΝ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΛΑΕ

0
502

Η Πανελλαδική Σύσκεψη της Λαϊκής Ενότητας μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία για την ενίσχυση της ριζοσπαστικής και αντιμνημονιακής Αριστεράς στην χώρα μας και για την προώθηση της κοινωνικής αντίστασης στις βάρβαρες μνημονιακές πολιτικές του κεφαλαίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ασφαλιστικό, πλειστηριασμοί, ιδιωτικοποιήσεις, λιτότητα κ.α) καθώς και της ενότητας της Αριστεράς. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια ιστορική περίοδο, η οποία έχει δυνατότητες και δυσκολίες, αν και οι δυσκολίες φαίνονται αυτήν την στιγμή να είναι περισσότερες από τις δυνατότητες. Η κυβέρνηση υφίσταται μια γενικευμένη πολιτική φθορά λόγω των ακραίων νεοφιλελεύθερων πολιτικών της, χωρίς αυτό να αποκλείει , όμως, την ύπαρξη ακόμη ενός δυναμικού εμπιστοσύνης σε αυτήν-σε συνθήκες απόγνωσης και απελπισίας του λαού αλλά και αποδόμησης των αντιπολιτευτικών συστημικών κομμάτων.

Πρέπει να κάνουμε μετά την σημαντική εκλογική ήττα του Σεπτεμβρίου μια καινούρια και αξιόπιστη νέα αρχή. Στην προσπάθειά μας αυτήν, το στοιχείο της αυτοκριτικής και της κατανόησης όσων έχουν ήδη συμβεί είναι πολύ κρίσιμο. Ο μεγάλος όγκος των δυνάμεων της ΛΑΕ προέκυψε από την διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ μετά την μεγάλη μνημονιακή του στροφή. Σίγουρα, η βραχεία προεκλογική περίοδος όξυνε αντικειμενικά τα προβλήματα καταγραφής της γραμμής μας και της προγραμματικής μας συγκρότησης και υπήρξε σοβαρός αντικειμενικός παράγων της ήττας, όμως, αυτό δεν αναιρεί τις σοβαρές υποκειμενικές μας αδυναμίες. Αυτές πηγάζουν κυρίως από το γεγονός ότι η Αριστερή Πλατφόρμα και η συνολική αριστερή Αντιπολίτευση στον ΣΥΡΙΖΑ έκανε την διάσπαση καθυστερημένα και άτολμα, συντήρησε την αντίφαση «καταψηφίζουμε το Μνημόνιο-στηρίζουμε την κυβέρνηση», ενώ η διάσπαση θα έπρεπε να έχει συντελεσθεί με δική μας πρωτοβουλία το αργότερο την 13η Ιουλίου, μετά την υπογραφή της συμφωνίας στο Eurogroup. Αφήσαμε την πρωτοβουλία των κινήσεων στο ηγετικό κέντρο γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα και την ομάδα του. Επίσης, έπρεπε από πολύ νωρίτερα η Αριστερή Πλατφόρμα να έχει δημοσιοποιήσει στην κοινωνία την στρατηγική της διαφωνία με τον προσανατολισμό της διαπραγμάτευσης, που είχε διαφανεί ήδη από την συμφωνία της 20ης του Φλεβάρη. Κρατήσαμε την διαφωνία ερμητικά κλειστή στα όργανα και στο εσωτερικό του κόμματος, κάτι που μας στοίχισε τελικά πολύ ακριβά. Δεν πείσαμε, παρά το ηθικό μας πλεονέκτημα, ότι κάνουμε την κρίσιμη πολιτική διαφορά.

Επίσης, κατά την διάρκεια της προεκλογικής περιόδου κάναμε ένα διπλό λάθος. Δεν επιμείναμε, χωρίς ταλαντεύσεις και μισόλογα, στην βασική μας προγραμματική διαφοροποίηση, την έξοδο από την ευρωζώνη και το άνοιγμα της συζήτησης για την γενικότερη έξοδο από την Ε.Ε. Φανήκαμε αμήχανοι σε αυτό το σημείο, το ισχυρό σημείο συμπύκνωσης της πολιτικής διαφωνίας, και δεν δώσαμε ούτε τον τόνο της πολιτικής αποφασιστικότητας ούτε την αναγκαία τεχνική τεκμηρίωση για τον σκοπό αυτόν και την εφαρμογή του. Επίσης, δεν τοποθετηθήκαμε με σφαιρικότητα πάνω στην ανάγκη ενός μεταβατικού σοσιαλιστικού προγράμματος, το οποίο έχει ανάγκη η χώρα και οι δυνάμεις της εργασίας για να βγουν από το τούνελ των μνημονίων. Οι επιμέρους στόχοι (διαγραφή χρέους, κοινωνικοποίηση τραπεζών και στρατηγικών επιχειρήσεων, άρση λιτότητας κλπ) δεν αρθρώθηκαν και δεν ενοποιήθηκαν με έναν ολοκληρωμένο τρόπο. Αυτή η προγραμματική επεξεργασία πρέπει να προχωρήσει τώρα σε συζήτηση και αλληλοτροφοδότηση με τις υποτελείς τάξεις και συνολικά το πληττόμενο κοινωνικά τμήμα της ελληνικής κοινωνίας.

Όσον αφορά, τον πολιτικό στόχο αυτής της περιόδου, του ορατού βραχυμεσοπρόθεσμου διαστήματος, αυτός δεν μπορεί να είναι η επανάληψη του σχεδίου «κυβέρνηση της Αριστεράς» και ένας ΣΥΡΙΖΑ 2. . Πρώτον, διότι αυτός ο στόχος έχει φθαρεί πολιτικά και ηθικά από την κυβερνητίστικη και συμβιβαστική εκδοχή υλοποίησής του εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ και χρειάζεται να ξανακτιστεί με ριζικά άλλα υλικά. Δεύτερον, διότι δεν υπάρχει ακόμη ο πολιτικός ταξικός συσχετισμός για να τεθεί το ζήτημα με τον τρόπο που πρωτοτέθηκε την άνοιξη του 2012, όταν ορθά προτάθηκε για να δώσει πολιτική διέξοδο στην αύξουσα κοινωνική ριζοσπαστικοποίηση της περιόδου 2010-2012. Τρίτον, διότι η ισχύουσα διακυβέρνηση δεν θα πέσει καθόλου σαν «ώριμο φρούτο» και διατηρεί ηγεμονικά/συναινετικά αποθέματα. Τέταρτον, διότι όλη η ευρωπαϊκή εικόνα μας πείθει ότι δεν υπάρχουν αυτήν την στιγμή υποκειμενικά τα περιθώρια για μια στηριγμένη πραγματικά στην κοινωνία αριστερή διακυβέρνηση-η πορτογαλική περιπέτεια πιθανότατα θα το αποδείξει για άλλη μια φορά. Τέλος, μια τέτοια στοχοθέτηση, παρά το ότι πρέπει από τώρα να τίθενται με πειστικό τρόπο οι σοβαρές προγραμματικές γραμμές μιας εναλλακτικής ταξικά διακυβέρνησης, μας αποπροσανατολίζει από τον πραγματικό άμεσο πολιτικό στόχο, αυτόν της γενικής κοινωνικής αποσταθεροποίησης της κυβερνητικής μνημονιακής πολιτικής, του γενικευμένου πολιτικού σαμποτάζ εκ μέρους της κοινωνίας κάτω από την συντονισμένη δράση του εργατικού κινήματος και των άλλων κοινωνικών κινημάτων, της προετοιμασίας μιας γενικευμένης εξεγερσιακής κατάστασης στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Στην Ευρώπη όπου η αστική δημοκρατία καταρρέει, η κοινωνική δημοκρατία πρέπει να ξαναγεννηθεί κινηματικά στην βάση του αντικαπιταλισμού, του αντιπολέμου και του αντιιμπεριαλισμού. Να ξανακοινωνικοποιήσουμε βαθειά την πολιτική μας, να ξαναπολιτικοποιήσουμε τις κοινωνικές αντιστάσεις, αυτά είναι τα διακυβεύματα του παρόντος, πολύ προτού ξανατεθεί ζήτημα «κυβέρνησης της Αριστεράς». Οι μεγάλες δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε χρειάζονται αναστοχασμό στην κατανόηση και στην δράση μας και όχι επανάληψη των μεταπολιτευτικών «ευκολιών» της Αριστεράς.

Η πορεία μας πρέπει, επίσης, να θέτει το ζήτημα της κοπής του ομφαλίου λώρου με το συριζαϊκό φυσιογνωμικό και οργανωτικό παρελθόν πολλών από εμάς. Η ενότητα στους κοινωνικούς και συνδικαλιστικούς χώρους και η συνεννόηση με αρκετό ενδιάμεσο κόσμο στα σχήματα του πρώην ΣΥΡΙΖΑ είναι σημαντική αλλά δεν είναι αυτοσκοπός. Η προτεραιότητα πρέπει πάντοτε να δίδεται στον αντικυβερνητικό- συγκεκριμένα αντιμνημονιακό χαρακτήρα των συνδικαλιστικών παρεμβάσεων και κινήσεων και όχι σε έναν άχρωμο συμφιλιωτισμό. Όπου επικρατήσει ο άνευρος, συμφιλιωτισμός, αυτό θα είναι ένα βήμα προσέγγισης και όχι απομάκρυνσης από το πεδίο του μνημονιακού ΣΥΡΙΖΑ. Ό,τι δηλαδή πρέπει ακριβώς να απεργαζόμαστε αυτήν την στιγμή.

Κλείνω με τα σοβαρότατα προβλήματα της συλλογικής και δημοκρατικής λειτουργίας της ΛΑΕ, τα οποία δεν έχουν απαντηθεί μέχρι σήμερα καθόλου. Ανεξάρτητα από το αν η ΛΑΕ θα καταστεί τελικά πολυτασικό κόμμα ή μέτωπο πολιτικών οργανώσεων και ανένταχτων αγωνιστών/τριών, η λειτουργία της πρέπει να βασισθεί στην αμεσοδημοκρατική και πρωτοβουλιακή δόμηση των Επιτροπών της ΛΑΕ, με δικαίωμα ίσης ψήφου για όλους/ες και λήψης αποφάσεων με πλειοψηφία, όπου η συναίνεση δεν είναι εφικτή. Αυτό δεν ενισχύει κάποιες συνιστώσες, όπως συχνά λέγεται, ενισχύει, αντίθετα, την υποταγή όλων των συνιστωσών στην πρωτεύουσα λειτουργία της ΛΑΕ ως κοινού μας σπιτιού. Επίσης, τα συλλογικά όργανα πρέπει να εκλέγονται και όχι να διορίζονται, να λειτουργούν και να αποφασίζουν δημοκρατικά και συλλογικά με βάση την αρχή της πλειοψηφίας. Τέλος, χρειαζόμαστε μια συλλογική και όχι μονοπρόσωπη ηγετική έκφραση, μια έκφραση που να αντιστρατεύεται πραγματικά τον αρχηγισμό και τις πολλαπλές γραφειοκρατικές σκληρύνσεις και αγγυλώσεις. Θεσμοί, όπως οι θητείες στα όργανα, η ανακλητότητα από αυτά, η οριζόντια επικοινωνία των Επιτροπών μπορούν να ενισχύσουν την κατεύθυνση της περισσότερης δημοκρατίας και αποτελεσματικής δράσης. Η μορφή των πολιτικών υποκειμένων σήμερα δεν επιλύεται με τις συνταγές των αρχών του 20ου αιώνα, είναι από την φύση της ασταθής, ρευστή και μεταβατική.