Κείμενο νέων ΛΑΕ εν όψει της πανελλαδικής σύσκεψης της ΛΑΕ στις 21-22 Νοεμβρίου

0
729

Εισαγωγικά-Διευκρινιστικά

Η παρούσα εισήγηση δημιουργήθηκε από το άτυπο συντονιστικό των νέων της ΛΑΕ ώστε να βοηθήσει στην διεξαγωγή μια πρώτης συζήτησης για την νεολαία που θα διεξαχθεί στα πλαίσια της σύσκεψης της ΛΑΕ στις 21-22 Νοεμβρίου και μετά από συνδιαμόρφωση να αποτελεί έναν πρωτόλειο οδικό χάρτη μέχρι το πρώτο συνέδριο της ΛΑΕ στις αρχές του 2016. Δεν μπαίνει στην διαδικασία υπερανάλυσης της συγκυρίας, πολιτικού πλαισίου και συνολικού σχεδιασμού καθώς τέτοιου είδους ζητήματα θα απασχολήσουν συνολικά την ΛΑΕ και όλα της τα μέλη στην κεντρική διαδικασία της σύσκεψης. Αντίθετα προσπαθεί να εμβαθύνει και να συνεισφέρει στην ανάλυση που αφορά την νεολαία και τους χώρους όπου ζει, σπουδάζει και εργάζεται.

Επιδιώκουμε η συζήτηση για την νεολαία να μην περιοριστεί μόνο στα όρια των μελών της ΛΑΕ αλλά να συμμετέχουν σε αυτή νεανικές συλλογικότητες και νέα άτομα που επιθυμούν να ακούσουν και να συνεισφέρουν. Ως εκ τούτου η διαδικασία είναι ανοιχτή και η πρόσκληση συνεχής και δημόσια.

Από την αρχή της κρίσης έως τις πρώτες εκλογές του 2015

Στα έξι χρόνια της καπιταλιστικής κρίσης στην Ελλάδα και της εφαρμογής των μνημονιακών πολιτικών η νεολαία βρέθηκε στο στόχαστρο σε κάθε κοινωνικό επίπεδο όπου δραστηριοποιείται, ζει και εργάζεται. Η μείωση των μισθών μέσω της κατώτατης συλλογικής σύμβασης, η πληρωμή του 80% της συλλογικής σύμβασης στους κάτω των 25 ετών, η τραγική έλλειψη θέσεων εργασίας ή η ύπαρξη τους σε καθεστώς σύγχρονης δουλείας έπληξαν κυρίως τους νέους ανθρώπους. Σε συνδυασμό με την μείωση του οικογενειακού εισοδήματος έχει δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια μια οικονομικό-κοινωνική ασφυξία όπου η νέα γενιά δεν μπορεί να φανταστεί και να προγραμματίσει την ζωή της μακροπρόθεσμα, με αποτέλεσμα πολλές φορές να επιλέγει την λύση της μετανάστευσης.

Το μνημονιακό πλαίσιο επεκτάθηκε στα σχολεία και στα πανεπιστήμια κυρίως μέσω του σχεδίου για το Νέο Λύκειο και τον νόμο Διαμαντοπούλου ταυτόχρονα με μια άνευ προηγουμένου μείωση του ΑΕΠ για την παιδεία. Η συγκεκριμένη επέκταση επιχείρησε να δημιουργήσει συνέχεια και συνοχή στο μοντέλο ενός νέου εργαζομένου και ενός συνολικά νέου ανθρώπου που θα υιοθετεί πλήρως το νεοφιλελεύθερο πρότυπο σε αξιακό, οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο και θα αποτελεί το «φωτεινό παράδειγμα» προς τα υπόλοιπα κοινωνικά στρώματα. Με άλλα λόγια η νέα γενιά έχει υποστεί τα τελευταία 6 χρόνια την πιο βίαιη προλεταριοποίηση στα πλαίσια της ελληνικής κοινωνίας, με τις προσδοκίες της (ακόμα και αυτές που αναπαρήγαγε ο νεοφιλελευθερισμός) να έχουν διαψευστεί πλήρως και με ένα μέλλον χωρίς θετική και σταθερή προοπτική. Ως εκ τούτου θεωρείται από πολλούς ως «η χαμένη γενιά».

Σαφέστατα η νεολαία δεν έμεινε άπραγη μπροστά στην επίθεση που δέχεται. Αντίθετα ακόμα και πριν την «επίσημη» έναρξη της κρίσης είχε αρχίσει να αντιλαμβάνεται από ταξικό ένστικτο ότι θα είναι η πρώτη γενιά που θα ζήσει χειρότερα από τους γονείς της. Το καύσιμο της εξέγερσης του 2008 , πέρα της δολοφονίας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από την αστυνομία, αποτελούσε μια σιωπηρή συναντήληψη της ζοφερής πραγματικότητας που είχε αρχίσει να ξεδιπλώνεται. Μπορεί ο Δεκέμβρης του 2008 να μην έδωσε απαντήσεις στο τι να κάνουμε, όμως ήταν η πρώτη μεγάλη εναντίωση της νεολαίας στο ρόλο που της προετοίμαζαν και δημιούργησε μια σειρά νέων ανθρώπων που αντιλήφθησαν από τη μία την αντίσταση και τον συλλογικό αγώνα ως μονόδρομο για να αλλάξουν τα πράγματα και από την άλλη την ανάγκη ενός συνολικά αντιπαραθετικού πολιτικού σχεδίου. Η συμμετοχή της νεολαίας στο κίνημα των πλατειών και στις μεγάλες απεργίες που έριξαν επί της ουσίας την κυβέρνηση Παπαδήμου ήταν πρωταγωνιστική. Με συνδετικό κρίκο το αίτημα για δημοκρατία και την αποδέσμευση από μνημόνια πραγματοποιήθηκαν μερικές από τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις μετά την μεταπολίτευση. Η νεολαία, ως αντανακλαστική κοινωνική πρωτοπορία, ήταν η πρώτη που χτυπήθηκε από τις δυνάμεις καταστολής, όμως συνέχισε να αντιστέκεται και να βρίσκεται στο πλάι του αγωνιζόμενου λαού.

Στις εκλογές του 2012 ο ΣΥΡΙΖΑ αναδεικνύεται σε ισχυρή αξιωματική αντιπολίτευση καταφέρνοντας να εκφράσει το πολιτικό ρεύμα ενάντια στα μνημόνια και την λιτότητα. Ένα μέρος της επιτυχίας του οφείλεται και στην στήριξη από την νεολαία αν και ένα άλλο, αξιοσημείωτο κομμάτι της κατευθύνεται στην νεοφασιστική Χρυσή Αυγή. Από τον Ιούνιο του 2012 και μετά αρχίζει να επικρατεί σταδιακά μια κινηματική νηνεμία η οποία σιγοντάρεται από τον ΣΥΡΙΖΑ που ενώ μπορεί να κινητοποιήσει κοινωνικές δυνάμεις δεν το πράττει, υιοθετώντας επί της ουσίας την λογική του ώριμου φρούτου. Ταυτόχρονα η ένταση του αυταρχισμού από την τότε συγκυβέρνηση αυξάνεται γεωμετρικά ώστε να συνθλίβεται προληπτικά κάθε εστία αντίστασης πριν προλάβει να πάρει μαζικά χαρακτηριστικά. Όμως παρά την κατά κανόνα κινηματική απραγία και το όργιο καταστολής προκύπτουν μια σειρά από επιμέρους αγώνες και κινητοποιήσεις όπου η νεολαία είτε είναι πλειοψηφική είτε συμμετέχει δυναμικά όπως οι φοιτητικοί αγώνες στα πανεπιστήμια ενάντια στο σχέδιο Αθηνά, οι κινητοποιήσεις για να παραμείνει η ΕΡΤ ανοιχτή , η μεγάλη αντιφασιστική πορεία στο Κερατσίνι με αφορμή την δολοφονία του Παύλου Φύσα από την Χρυσή Αυγή και οι κινητοποιήσεις για τα δικαιώματα των κρατουμένων στα τέλη του 2014 επίσης με αφορμή την απεργία πείνας του Νίκου Ρωμανού.

Η περίοδος διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ

Η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε κυβέρνηση τον Γενάρη του ’15, αποτέλεσε τομή για την νεότερη ιστορία της χώρας, τον ελληνικό λαό αλλά και την ίδια την νεολαία. Η πρώτη κυβέρνηση στην Ελλάδα με κορμό πολιτικό φορέα της Αριστεράς ήταν αδιαμφισβήτητα ένα πολύ ελπιδοφόρο γεγονός καθώς άνοιγε μια τεράστια δυνατότητα για την θετική έκβαση κοινωνικών αγώνων της προηγούμενης περιόδου και κατοχύρωνε μια νέα θέση μάχης για τις δυνάμεις του λαϊκού κινήματος απέναντι στη μνημονιακή πολιτική. Βέβαια οι όροι μέσα απ’ τους οποίους ο ΣΥΡΙΖΑ άσκησε κυβερνητική πολιτική σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίθηκαν στις δυναμικές που κυοφορούσε και που σε τελική ανάλυση ήταν αυτές που τον οδήγησαν στο να γίνει κυβέρνηση. Ο εγκλωβισμός του ΣΥΡΙΖΑ στην πεποίθηση ότι «η Ευρώπη αλλάζει» , περιέγραψε και τα όρια άσκησης αριστερής πολιτικής για εκείνη την περίοδο. Η αδυναμία περιγραφής από πλευράς κυβέρνησης μιας κατεύθυνσης ρήξης με τα δεσμά του χρέους και του ευρώ, που θα έχει στο επίκεντρο των στόχων της την ανακούφιση του λαού απ’ τα μνημονιακά μέτρα και μια ουσιαστική διέξοδο για τον λαό και τη χώρα, οδήγησε σε μια σειρά υποχωρήσεων όσον αφορά τόσο την πορεία των διαπραγματεύσεων όσο και τους όρους άσκησης εσωτερικής πολιτικής. Από τον ορισμό του Παυλόπουλου ως ΠτΔ και την πρώτη συμφωνία του Φλεβάρη, μέχρι την αδυναμία να υλοποιήθούν ακόμα και μετριοπαθείς μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση και στα εργασιακά όπως μπορεί να ήταν τα νομοσχέδια Μπαλτά και Σκουρλέτη, η κατεύθυνση της κυβέρνησης ήταν φανερό πως λοξοδρομούσε και οδηγούταν στην πλήρη αναδίπλωση.

Η νεολαία καθ’όλη την διάρκεια της πρώτης φάσης διακυβέρνησης ήταν κινηματικά αδρανής με μια έντονη αδυναμία να παρέμβει στις εξελίξεις. Η σύνδεση που μπορεί να είχε ο ΣΥΡΙΖΑ με τα κινήματα της προηγούμενης περιόδου έδωσε μια ώθηση στην ελπίδα της νεολαίας για ένα καλύτερο μέλλον χωρίς ανεργία, επισφάλεια και μετανάστευση. Όμως ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο η τότε κυβέρνηση χειριζόταν την μορφή άσκησης εξουσίας, απέκοπτε πρακτικά την ίδια την νεολαία από το να παρέμβει ενεργά δημιουργώντας ισχυρές τάσεις ανάθεσης αλλά και απογοήτευσης δεδομένων και των πολλαπλών πολιτικών υπαναχωρήσεων.

Την κρίσιμη στιγμή του δημοψηφίσματος όμως, η απάντηση ήταν ηχηρή. Στην μεγαλειώδη εκείνη αντιπαράθεση του ελληνικού λαού με τους εκβιασμούς των δανειστών η νεολαία έπαιξε καταλυτικό ρόλο. Το 62% του «ΟΧΙ» είναι μια συνάρθρωση και συμπύκνωση όλων των μεγάλων αντιμνημονιακών αγώνων της προηγούμενης περιόδου στους οποίους όπως επισημάναμε η νεολαία συμμετείχε μαζικά. Το «ΟΧΙ» της τάξης του 80% στους χώρους της νεολαίας δεν είναι απλά μια στιγμή, αλλά μια τομή μες την συνέχεια όλων εκείνων των στιγμών που οι νέοι και οι νέες της πρόσφατης μνημονιακής Ελλάδας πάλεψαν, αντιστάθηκαν, αγωνίστηκαν, απογοητεύτηκαν, πείσμωσαν, εξοργιστίκαν και εναντιώθηκαν. Εναντιώθηκαν στις πολιτικές που τους όριζαν, αλλά και συνεχίζουν δυστυχώς να ορίζουν, ένα μέλλον μεταξύ ανεργίας και μετανάστευσης. Ακριβώς γι’ αυτό ήταν πρόδηλο καθ’όλη την βδομάδα του δημοψηφίσματος πως η νεολαία ήταν το πλέον αποφασισμένο κομμάτι για την επιλογή της ρήξης.

Προφανώς ο τρόπος με τον οποίον η κυβέρνηση μετέτρεψε εν μια νυκτί το «ΟΧΙ» σε «ΝΑΙ» ήταν η ολοκλήρωση μια σειράς επιλογών που την οδηγούσαν στην πλήρη αποδοχή και εμπέδωση του ευρωμονόδρομου. Η συμφωνία και το τρίτο μνημόνιο ήταν επακόλουθο μιας κυβερνητικής λογικής που χρησιμοποίησε το λαϊκό κίνημα άλλοτε για να εκτονώσει τις εσωτερικές της ανακολουθίες και άλλοτε για να καπηλευτεί σε βαθμό αλλοίωσης το πολιτικό κεφάλαιο του αντιμνημονιακού κινήματος των τελευταίων 5 ετών. Από την άλλη, στην πραγματικότητα, παρότι το λαϊκό κίνημα ανέπτυξε δυναμική (ακόμα και την ύστατη ώρα του δημοψηφίσματος), η κυβέρνηση δεν θέλησε ποτέ να αξιοποιήσει τις δυνατότητες ενός εναλλακτικού προγράμματος – με τέτοια επιμονή, μάλιστα, που επέλεξε ακόμα και τη λύση των πρόωρων εκλογών για να στεγανοποιήσει και να αλλοιώσει την κοινωνική έκφραση με οποιοδήποτε κόστος, προκειμένου να ολοκληρωθεί πάση θυσία το σχέδιο “συνεκτική κυβέρνηση – παραμονή στο ευρώ”.Η κίνηση αυτή οδήγησε στην απελευθέρωση ριζοσπαστικών δυναμικών από τον ΣΥΡΙΖΑ, στην πτώση της τότε κυβέρνησης και σε εκλογές. Προφανώς βέβαια οδήγησε και τον ίδιο τον λαό και την νεολαία σε μια βαθιά κατάσταση απογοήτευσης και εν τέλει αδυναμίας να πιστέψει ότι υπάρχει εναλλακτική. Στο κρίσιμο αυτό σταυροδρόμι των εκλογών του Σεπτέμβρη του ’15 η Αριστερά έπρεπε να απαντήσει θαρρετά απέναντι στο ΤΙΝΑ, περιγράφοντας την διαδικασία της τελικής ρήξης με μνημόνια, χρέος και ευρώ ως την μόνη δυνατότητα για το λαϊκό κίνημα να κερδίσει έδαφος. Η δημιουργία της Λαϊκής Ενότητας ήταν η άμεση απάντηση της Αριστεράς απέναντι στην ενσωμάτωση της κυβέρνησης. Η ΛΑ.Ε. διαμορφώθηκε μέσα απ’ την συνάντηση αγωνιστών και αγωνιστριών που αποχώρησαν τόσο από τον ΣΥΡΙΖΑ, όσο και από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όπως επίσης και ενός ευρύτερου δυναμικού της αριστεράς. Κοινή συνισταμένη όλων αυτών των ρευμάτων ήταν η ανάγκη να εκφραστεί από την Αριστερά η πολιτική κατεύθυνση του άλλου δρόμου για την ελληνική κοινωνία, ο οποίος περνάει μέσα από την ρήξη με τις επιταγές των δανειστών και την βίαιη μνημονιακή πραγματικότητα. Αφετηρία και κρίσιμη βέβαια μάχη γι’ αυτό, ήταν εκλογές του Σεπτέμβρη. Σε αυτές τις εκλογές που κυριάρχησε η απογοήτευση και η λογική του μικρότερου κακού το αποτέλεσμα για την Αριστερά και το ίδιο το κίνημα ήταν καταστροφικό. Τα μεγάλα ποσοστά αποχής, ειδικά στην νεολαία, αλλά και το ίδιο το γεγονός της συντριπτικά μνημονιακής βουλής χωρίς την παρουσία Αριστεράς, διαμορφώνουν ένα ιδιαίτερα δυσμενές τοπίο για την επόμενη περίοδο.

Οι από δω και πέρα προκλήσεις στη νεολαία

Εμείς ως νέες και νέοι της ΛΑΕ συνεχίζουμε να πιστεύουμε στην αναγκαιότητα για την Αριστερά να μπει στην διαδικασία ανασυγκρότησης και ανασύνταξης για την επόμενη περίοδο τόσο στο πολιτικό, όσο και στο κινηματικό επίπεδο. Με βάση τα προηγούμενα οδηγούμαστε σε μια βαθιά εκτίμηση, ότι το πολιτικό σχέδιο που εξέφραζε ο ΣΥΡΙΖΑ, που βασιζόταν σε έναν αφελή ορθολογισμό, ότι μια ευνοϊκή διαπραγμάτευση μπορεί να επιτευχθεί αν αξιοποιηθούν τα επιχειρήματα μας και με αυτά θα πείσουμε τους δανειστές και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, χρεοκόπησε. Η ήττα αυτής της στρατηγικής σε συνδυασμό με την αδυναμία της υπόλοιπης αριστεράς να προτάξει ένα ηγεμονικά αντιπαραθετικό και ριζοσπαστικό σχέδιο, δυσχεραίνει και το δικό μας πεδίο δουλειάς. Εκείνο, το οποίο οφείλουμε να έχει στον πυρήνα του, τον συγκερασμό της αναγκαίας επανίδρυσης μια νέας αριστερής ριζοσπαστικής στρατηγικής -που θα βασίζεται και στην ωριμότητα των συμπερασμάτων που έχουμε αδράξει από την ιστορική διαδρομή του ΣΥΡΙΖΑ- αλλά και την εμπλοκή μας στη συνολική υπόθεση ανασύνθεσης της αριστεράς.

Αυτά τα δύο στοιχεία μας οδηγούν στην ανάγκη να επιμείνουμε να μην εξαφανιστεί, ούτε το όραμα της αριστεράς, ούτε η συνέχιση των κοινωνικών αγώνων επειδή η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ συμβιβάστηκε συνθηκολογώντας με το στρατόπεδο του αντιπάλου. Αλλά θα πρέπει να εντείνει την συνολική μας προσπάθεια για να μην υιοθετηθεί το ΤΙΝΑ από την κοινωνία, αποδεικνύοντας καθημερινά ότι υπάρχει άλλος δρόμος ενάντια στα μνημόνια και στις επιλογές του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, για την υπέρβαση του και την κοινωνική χειραφέτηση.

Μπροστά στην εφαρμογή του 3ου Μνημονίου και στον νέο γύρο επιθετικών μέτρων λιτότητας η αναμέτρηση του κόσμου της εργασίας, των κοινωνικά αποκλεισμένων και της νεολαίας, συνεπάγεται μια πρόκληση για την ανασυγκρότηση του κινήματος και την αποκατάσταση της χαμένης εμπιστοσύνης των ανθρώπων, ώστε να συμμετέχουν στα κινήματα και να κερδίζουν. Αυτό δεν μπορεί να σημαίνει γενικόλογες εκκλήσεις για αντίσταση και αγώνα, αλλά συγκρότηση των ίδιων των συλλογικών μορφών που μπορούν να εκφράσουν την οργή, σημαίνει συλλογική πάλη και διεκδίκηση. Θα πρέπει να μιλήσουμε για συντονισμό και οργάνωση μιας νέας αριστεράς που θα έχει στρατηγικό βάθος, που θα κάνει την αναγκαία αυτοκριτική της και θα προσπαθήσει να αναγνώσει τη νέα συγκυρία με σκοπό να οξύνει τον ταξικό ανταγωνισμό, θα την καθιστά κύριο εκφραστή των εξελίξεων και δύναμη που παράγει αντι-ηγεμονικό σχέδιο.

Χρειάζεται με άλλα λόγια να υπάρχει ένας χώρος ο οποίος θα υποδέχεται και θα συνολικοποιεί την κοινωνική ισχύ, ο οποίος θα επινοήσει νέες μορφές συλλογικής δράσης και συντονισμού. Αν δεν υπάρξει αυτή η προοπτική, ούτε η αντίσταση στους πλειστηριασμούς θα οργανωθεί, ούτε η ανυπακοή στα νέα χαράτσια θα ξεδιπλωθεί, ούτε θα εμποδιστεί η εφαρμογή των ασφαλιστικών απορρυθμίσεων, ούτε το εργατικό κίνημα θα βρεθεί σε θέση να αντιμετωπίσει την επισφάλεια και την ανεργία, ούτε και η νεολαία θα μπορεί να εμπνευστεί για να δράσει.

Για τον συντονισμό αυτών των επιμέρους κοινωνικών αγώνων, χρειάζεται και πολιτικό σχέδιο, για το οποίο γίνεται κοινωνός η Λαϊκή Ενότητα, βάζοντας ως προϋποθέση τον απεγκλωβισμό από τα ανελαστικά όρια της νεοφιλελεύθερης Ε.Ε. και της ευρωζώνης. Γνωρίζοντας όμως, πως ένα τέτοιο σχέδιο δεν μπορεί να ανοίξει πραγματικούς ριζοσπαστικούς και σοσιαλιστικούς δρόμους, χωρίς την ταυτόχρονη ανάπτυξη ενός πανευρωπαϊκού διεθνιστικού κινήματος, αφετηρία και “πυροκροτητή” του οποίου μπορεί να αποτελέσει η Ελλάδα, για την δημιουργία ρήξεων στο εγγενές μέλλον μέσα από αυτούς τους αγώνες.

Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν την υπόθεση του ενωτικού, πολύμορφου μετώπου της ΛΑΕ ως το στοίχημα που μας δίνει τη δυνατότητα να συνεχίζουμε να παλεύουμε, ως ένα θετικό πρώτο βήμα προς την διαδικασία ανασυγκρότησης της Αριστεράς, χωρίς να αποτελεί όμως το τέλος αυτής της διαδικασίας. Η συγκρότηση της ΛΑΕ είναι για μας η αναγκαία και ουσιαστική αρχή για την περαιτέρω μετωπική ανασύνταξη της ριζοσπαστικής αριστεράς.

Διεκδικούμε αυτό το μέτωπο να αρθρωθεί και να λειτουργήσει δημοκρατικά και ανοιχτά, περιφρουρώντας τις καλύτερες παραδόσεις της Αριστεράς και απορρίπτοντας τρόπους λειτουργίας και παρέμβασης που κλείνουν το κοινωνικό βεληνεκές, αντί να το ανοίγουν. Να αρθρώσει έτσι μια νέα διαλεκτική στη σχέση θεωρίας και πράξης, ικανή να παράξει ένα σύγχρονο πολιτικό υποκείμενο ριζοσπαστικής δράσης αλλά και αναζήτησης.

Επειδή εμείς, οι νέοι και νέες, αρνούμαστε να εγκαταλείψουμε τον αγώνα για την ανατροπή των μνημονιακών πολιτικών, επειδή διεκδικούμε το δικαίωμα στην ζωή και στην αξιοπρέπεια, επειδή επιζητούμε την δημοκρατία και την ανάσχεση του κύματος μετανάστευσης των νέων, επειδή διεκδικούμε μια εκπαίδευση καθολικά δημόσια-δωρεάν και ισότιμη για όλους και όλες χρειάζεται να πολιτικοποιήσουμε την οργή μας, Χρειάζεται να αναστείλουμε το κατάφωρο αίσθημα απογοήτευσης και απελπισίας και να βρούμε τους όρους δημιουργίας ενός νεολαιίστικου κινήματος.

Η προσπάθεια να προσεγγίσουμε τους κοινωνικούς χώρους, όπου ζει, σπουδάζει και εργάζεται η νεολαία, μας βοηθάει ώστε να βρούμε και τα μέτωπα πάλης που καλούμαστε να αναμετρηθούμε.

Ειδικά για τη νεολαία η οποία βιώνει όλα τα παραπάνω, είναι σημαντικό να αποτελέσει η ίδια την πρωτοπορία ενός θετικού προτάγματος, να μην συμβιβαστεί με την εμπέδωση του μνημονίου ως κανονικότητα. Ακόμα και αν καταφέρει το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα να επιτύχει ρυθμούς καπιταλιστικής ανάπτυξης, αυτό θα έχει γίνει επειδή θα έχουν μειωθεί και άλλο οι μισθοί και θα έχουν αλλάξει προς το χειρότερο οι συνθήκες εργασίας μας. Γι’ αυτόν τον λόγο είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε αν μπλεχτούμε στην υπόθεση της παραγωγικής ανασυγκρότησης, αντίθετα μέσα από τις δεξιότητες και τις γνώσεις μας, μέσα από τα βιώματα των αγώνων που έχουμε δώσει, να γίνουμε οι γκρεμιστές του παλιού και συνάμα οι χτίστες ενός νέου τρόπου λειτουργίας της παραγωγής, της οικονομίας , της πολιτικής και της κοινωνίας.

Για την παρέμβαση της ΛΑΕ στους χώρους της νεολαίας

Η αδυναμία των δυνάμεων της αριστεράς στους χώρους της νεολαίας, οφείλει να μας προβληματίσει όλους. Η προαναφερόμενη αντίφαση ανάμεσα στην μαζική κινητοποίηση του συνόλου των τμημάτων της νεολαίας, στα μνημονιακά χρόνια, και τα όρια της αριστεράς να μετασχηματίσει αυτήν την μαζική κοινωνική κίνηση σε οργανωμένη κοινωνική δύναμη, θέτει ερωτήματα όσον αφορά τόσο τις μορφές οργάνωσης όσο και τους πολιτικούς στόχους και τις πολιτικές κατευθύνσεις.

Σε αυτά τα πλαίσια οι δυνάμεις τις ΛΑΕ οφείλουν να οριοθετηθούν από πρακτικές και μορφές που το προηγούμενο διάστημα έδειξαν τα όρια τους. Η στείρα επίκληση της αντικαπιταλιστικής προοπτικής και η έγκληση στην ταυτοτική στράτευση στο «πιο αριστερό σχέδιο» (όπως το εννοεί ο καθένας), αποτέλεσε μια μεθοδολογία που δεν κατάφερε να συνδέσει την ριζοσπαστική προοπτική του κοινωνικού μετασχηματισμού και τις αντισυστημικές διαθέσεις που όξυνε η πολιτική και οικονομική κρίση, με τους αγώνες ενάντια στα μέτρα που πλήττουν τη νεολαία σε όλα τα επίπεδα. Ακόμα και αν κατάφερε να στρατεύσει πρωτοπόρα κομμάτια στις οργανώσεις και μέτωπα της αριστεράς, δεν κατάφερε να τα μετατρέψει σε μαγιά για τη διαμόρφωση πρωτοπορίας που θα τροφοδοτούσε την έκρηξη κινημάτων και την ανασυγκρότηση συνδικαλιστικών πρακτικών στους διάφορους κοινωνικούς χώρους της νεολαίας.

Από τη άλλη οι διάφορες λογικές του «μικρότερου κακού» (είτε σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο, είτε στους κοινωνικούς χώρους), παρά την δυνατότητα τους να δίνουν μια άμεση προοπτική στη «χωρίς μέλλον» νεολαία, εν τέλει φάνηκαν ελλιπείς, όταν ακόμα κι αυτή η επιδίωξη του μικρότερου κακού κατέστη ανέφικτη. Οδήγησε σε απογοήτευση γιατί δεν κατάφερε να μετατρέψει τις ριζοσπαστικές διαθέσεις που αναπτύχθηκαν, σε κινηματικές και συνδικαλιστικές πρακτικές. Η καλλιέργεια της αναμονής και της ανάθεσης, ακόμα κι αν αυτή κοιτούσε προς την πλευρά των ρήξεων και συγκρούσεων με τις νεοφιλελεύθερες μνημονιακές πολιτικές, δεν μπόρεσε να αποτελέσει συγκολλητική ουσία ανάμεσα στην κατανόηση από πλευράς της νεολαίας ότι «δεν πάει άλλο» και στην αναγκαιότητα αντιπαράθεσης με το μνημονιακό καθεστώς διακυβέρνησης, που στηρίζει και στηρίζεται στην αστική στρατηγική και στους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς.

Όμως μια οριοθέτηση απέναντι στις λανθασμένες πολιτικές κατευθύνσεις της αριστεράς, που δοκιμάστηκαν μέχρι τώρα, σημαίνει και οριοθέτηση προς τις συνεπαγόμενες μορφές οργάνωσης που προτάχθηκαν για τη συσπείρωση και τον αγώνα της νεολαίας. Ο κατακερματισμός και η πολυδιάσπαση της αριστεράς και των συνδικαλιστικών μορφωμάτων της στους χώρους της νεολαίας, αναπαρήγαγε τον κατακερματισμό που οι νεοφιλελεύθερες αναδιαρθρώσεις και οι μηχανισμοί του κράτους προωθούν εντός της ίδιας της νεολαίας. Η υπέρβαση αυτής της πολυδιάσπασης οφείλει να είναι πρώτιστο καθήκον , για να επιτευχθεί η συσπείρωση κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που θα ανασυγκροτούν κινηματικές και συνδικαλιστικές πρακτικές, ώστε να μην καταλήξει η ΤΙΝΑ να αποτελεί κοινό τόπο για τη γενιά μας. Όμως αυτό δεν σημαίνει ούτε μια γενικόλογη επίκληση στην «ενότητα», ούτε επιστροφή στις χρεωκοπημένες λογικές των παρατάξεων-ιμάντων μεταβίβασης της γραμμής του «κόμματος». Πρέπει να κινείται σε αγωνιστική κατεύθυνση, προσπαθώντας να συμπεριλάβει ρεύματα, τάσεις και αγωνιστές από διαφορετικούς χώρους, με διαφορετικές παραδόσεις και καταβολές, αφήνοντας χώρο στην πρωτοβουλία του κόσμου της νεολαίας, ώστε να βρίσκεται σε άμεση ανάδραση μαζί της, αλλά και να τροφοδοτεί πρωτότυπες μορφές παρέμβασης, συσπείρωσης και αγώνα.

Σε αυτή την κατεύθυνση, η επεξεργασία από πλευράς των δυνάμεων της ΛΑΕ στη νεολαία, μιας πολιτικής κατεύθυνσης που θα κινείται στους παραπάνω άξονες και θα προσπαθεί να εξειδικεύει ανάλογα με τις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες του εκάστοτε κοινωνικού χώρου, αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση. Ακόμα περισσότερο, η συσπείρωση νεολαίων στο εσωτερικό της ΛΑΕ, με διαφορετικές καταβολές και αναπαραστάσεις, οφείλει να αποτελέσει τη μαγιά για την υπέρβαση και της συνδικαλιστικής πολυδιάσπασης, λειτουργώντας ως αντιπαράδειγμα και τροχιοδεικτική βολή για το μπόλιασμα των αντισυστημικών διαθέσεων της νεολαίας, αλλά και ως κυματοθραύστης στην απογοήτευση και τη μοιρολατρία, ώστε η νεολαία να ξαναβγεί στους δρόμους και να αποτελέσει μια μαζική κοινωνική δύναμη σε κίνηση και αντιπαράθεση με το μνημονιακό καθεστώς.

Μαθητικό κίνημα

Η εκπαίδευση στο σύνολό της είναι το πεδίο του κράτους όπου διεξάγεται η πιο σκληρή ιδεολογική μάχη για τη διαμόρφωση των κοινωνικοπολιτικών χαρακτηριστικών των επόμενων γενεών και συνεπαγωγικά η συγκρότηση του υποδείγματος του μέλλοντος (ως ένα σύνολο πολιτικών, κοινωνικών ή ακόμα και αισθητικών κρατουσών συμπεριφορών ή επιλογών). Από το περιεχόμενο των βιβλίων Πολιτικής Αγωγή και Ιστορίας και την επιλογή της διδακτέας/εξεταστέας ύλης, μέχρι την εντατικοποίηση, την υποβάθμιση, τον μετασχηματισμό της διδασκαλίας σε ακαδημαϊκού τύπου παράδοση και την ίδια τη δομή λειτουργίας του ως προς την λήψη των αποφάσεων, το σχολείο παίζει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην παραπάνω διαδικασία. Στόχος του κεφαλαίου είναι να δημιουργήσει τη νέα γενιά φτηνών, αναλώσιμων, υποταγμένων εργαζομένων, οι οποίοι με «όπλο» την υποκουλτούρα και τον κοινωνικό δαρβινισμό, θα στρέφουν την οργή τους για οποιουδήποτε είδους αδικία, στο ίδιο τους το κοινωνικό στρώμα.

Η σημερινή κατάσταση των σχολείων, με κενά σε εκπαιδευτικό προσωπικό και υλικοτεχνικές ελλείψεις, η συνεχιζόμενη λιτότητα που έχει πλήξει ανεπανόρθωτα τις οικογένειες των μαθητών και μαθητριών (με άμεση αντανάκλαση στη διαμόρφωση του κοινωνικού χώρου του σχολείου) αλλά και η κατηγοριοποίηση των μαθητών σε «καλούς» και «κακούς» με άμεση ταύτιση από το εκπαιδευτικό σύστημα της κατηγοριοποίησης αυτής με την «κοινωνική χρησιμότητα», έχει διαμορφώσει ένα πλήρως αντιδραστικό και ταξικά μεροληπτικό περιβάλλον εκπαίδευσης προς όφελος του κεφαλαίου. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που παρατηρείται στις μαθητικές κοινότητες αύξηση της αντισυστημικής διάθεσης. Διάθεση, όμως, η οποία δεν έχει μονοσήμαντο πολιτικό πρόσημο. Με την εδραίωση της Χρυσής Αυγής στο πολιτικό σκηνικό της χώρας, ένα τμήμα της μαθητικής αντισυστημικής διάθεσης φαίνεται να βρίσκει την έκφρασή του στο φασισμό, ενώ με την απουσία της οργανωμένης Αριστεράς αλλά και την πρόσφατη απογοήτευση από τη μεταστροφή πολιτικής από το ΣΥΡΙΖΑ, ένα τμήμα της μαθητικής αντισυστημικής διάθεσης βρίσκει την έκφρασή του στον αντιεξουσιαστικό/αναρχικό χώρο και ένα άλλο τμήμα –συνεχώς αυξανόμενο- ενσωματώνει την απογοήτευση και αποδέχεται το μέλλον που έχει «σχεδιαστεί» γι’αυτό.

Παρά τις δυσμενείς συνθήκες, όμως, το μαθητικό κίνημα δεν έχει πεθάνει. Η διάθεση για αντίσταση, έχει ταυτόχρονα δημιουργήσει και μία πρώτη μαγιά η οποία δυνητικά μπορεί να οδηγήσει στο να δημιουργηθούν νέες αγωνιστικές ταυτότητες και κινήσεις. Χρειάζεται ωστόσο ενίσχυση της πολιτικής κουλτούρας, με σεβασμό στην αυτονομία και την αυτοδιάθεση της μαθητικής κοινότητας, στη βάση μιας διαδικασίας τόνωσης ώστε να μπορέσουν να οραματιστούν οι ίδιοι οι μαθητές και οι μαθήτριες ένα διαφορετικό σχολείο, που δεν θα είναι ένα τεράστιο εξεταστικό κέντρο, ένα σχολείο που θα προκρίνει την συνεργασία κι όχι τον ανταγωνισμό, ένα σχολείο που θα εμπνέει την αλληλεγγύη, χωρίς διακρίσεις φύλου, φυλής, εμφάνισης. Ένα σχολείο πραγματικό εργαστήρι σφαιρικής και πολύπλευρης κριτικής γνώσης, που θα είναι δημόσιο και δημοκρατικό, που θα λειτουργεί στη βάση της συμμετοχικότητας εντάσσοντας τα μαθητικά συμβούλια στη διαδικασία λήψης αποφάσεων (τόσο σε επίπεδο σχολικής μονάδας όσο και –αντιπροσωπευτικά- σε επίπεδο σχολικής επιτροπής), ένα σχολείο, που θα έχει ως στόχο την παροχή Παιδείας κι όχι κατάρτισης, μέσα στο οποίο ο/η μαθητής/τρια θα διαμορφώνει μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα και θα αποκτά τα εργαλεία για την κοινωνική του/της χειραφέτηση. Κι αυτό το σχολείο, μπορεί να υπάρξει μόνο μέσα σ’ένα σύστημα εκπαίδευσης που θα σέβεται τον ελεύθερο χρόνο, που δεν θα αφήνει να αναπαράγεται ούτε ίχνος ρατσιστικών και φασιστικών ιδεών εντός του και θα προάγει την ισότητα σε όλους και όλες.

Στο δρόμο, λοιπόν, της αντίστασης και του αγώνα, πρέπει να βρεθούμε όλοι μαζί σε τρία επίπεδα:

  1. Σε επίπεδο μαθητικής κοινότητας θα πρέπει να καταβληθούν προσπάθειες για την καλύτερη δυνατή οριζόντια διασύνδεση των μαθητικών συμβουλίων ώστε να αποκτήσει ο μαθητικός συνδικαλισμός ξανά τον πραγματικό του ρόλο και να ενισχυθεί στη βάση της ενότητας και της συλλογικής εκπροσώπησης.

  2. Σε επίπεδο εκπαιδευτικής βαθμίδας, θα πρέπει να εντείνουμε τις προσπάθειες ώστε να συναντηθούν στη δράση οι μαθητές/τριες, με τους εκπαιδευτικούς και το γονεϊκό κίνημα ώστε όλοι μαζί να αντιπαλέψουν την υποβάθμιση και τον ακόμα πιο αντιλαϊκό ταξικό προσανατολισμό του δημόσιου σχολείου.

  3. Τέλος, είναι αδιαμφισβήτητη η ανάγκη να συναντηθεί το μαθητικό κίνημα τόσο με τους φοιτητές/ σπουδαστές όσο και με τους νέους εργαζόμενους, στα πλαίσια ενός συνολικού νεολαιΐστικου κινήματος αγώνα ενάντια στις πολιτικές που καταστρέφουν το μέλλον μας.

Φοιτητικό κίνημα

Την περίοδο που διανύουμε το το φοιτητικό κίνημα βρίσκεται σε μια παρατεταμένη ύφεση, που χαρακτηρίζεται από μειωμένη κινητικότητα στους φοιτητικούς συλλόγους, αδυναμία σύγκλησης Γενικών Συνελεύσεων και έλλειψη σοβαρών κινητοποιήσεων από μέρους του φοιτητικού κινήματος. Αυτή η κατάσταση οφείλεται κατά βάση σε αντικειμενικά αίτια, όπως είναι ταχεία διάλυση του δημοσίου πανεπιστημίου σε συνδυασμό με την εντατικοποίηση των σπουδών, την γενικότερη αβεβαιότητα για το μέλλον, την κυριαρχία της επισφάλειας, την δραματική αύξηση της ανεργίας, που δημιουργούν πολλές διαφορετικές αποχρώσεις στη σπουδάζουσα νεολαία. Επίσης μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την απαξίωση των συλλογικών διαδικασιών, φέρουν οι καθεστωτικές παρατάξεις μέσα από μια σειρά πραχτικές, οι οποίες εξυπηρετούν πελατειακού τύπου σχέσεις μεταξύ των φοιτητών και των διοικήσεων, και καλλιεργούν την αποπολιτικοποίηση του διαλόγου εντός των συλλόγων. Σίγουρα η αδυναμία της φοιτητικής αριστεράς να συγκρουστεί με αυτές τις λογικές και να περιγράψει ένα ηγεμονικό πολιτικό –πολιτιστικό αντιπρόταγμα εντός των συλλόγων δεν βοήθησε στην ανάταξη της κρισιακής αυτής κατάστασης.

Οι προκλήσεις και τα καθήκοντα του φοιτητικού κινηματος για την επόμενη περίοδο σίγουρα βρίσκονται σε αναβαθμισμένο επιπέδο. Οφείλουμε να σταθούμε και να επεξεργαστούμε την υπάρχουσα κατάσταση εντός των συλλόγων όσον αφορά τόσο το ζήτημα της απαξίωσης των συλλογικών διαδικασιών, όσο και την νέα καθημερινότητα που χαρακτηρίζει τον φοιτητή γύρω από την ίδια την ζωή του. Στην παρούσα φάση φαίνεται ο φοιτητής παράλληλα με στοιχεία έντονης ιδεολογικής πειθάρχησης όσον αφορά την καθημερινότητα του στην σχολή, να ωθείται για λόγους οικονομικούς στο να εργάζεται παράλληλα με τις σπουδές του. Αυτό διαμορφώνει ένα πολύ περιορισμένο πεδίο για τον ίδιο στο να σκεφτεί για την δράση του και να συμμετέχει σε συλλογικές μορφές διεκδίκησης. Η ανάταξη της συγκεκριμένης προβληματικής οφείλει να μας απασχολήσει παράλληλα με την συγκεκριμένη πολιτική δουλειά, όπως το να συνδέσουμε τη δουλειά σχετικά με την υποχρηματοδότηση, τα προγράμματα σπουδών, την εργασιακή προοπτική και το συνολικότερο πλαίσιο πάλης με την ρηξιακή κατεύθυνση που θέτουμε για τα ζητήματα του παραγωγικού μετασχηματισμού. Μια δουλειά που θα συνδέει την πάλη για να αλλάξουμε το Πανεπιστήμιο του σήμερα με την τοποθέτηση μας στρατηγικά για το ίδιο το ζήτημα της εκπαίδευσης στην κατεύθυνση του κοινωνικού μετασχηματισμού.

Πέραν όμως από τα ζητήματα που αφορούν το πλαίσιο πάλης και την επανεμφάνιση του φοιτητικού κινήματος, στην πανεπιστημιακή κοινότητα οφείλει η ελληνική αριστερά να συνυπάρχει, να συντονίζεται, να αγωνίζεται και ουσιαστικά να μετατρέπετε σε ένα ζωντανό κοινωνικό χώρο συνδεδεμένο οργανικά με τα προβλήματα που αντιμετωπίζει το σύνολο της κοινωνίας. Σε αυτήν την κατεύθυνση στο να εμπνεύσουμε τους φοιτητές/ριες να συμμετέχουν στην ζωή της κοινωνικής κίνησης των σχολών, χρειάζεται να προκληθούν κάποιες ποιοτικές υπερβάσεις και στην ίδια την πολιτική γεωγραφία εντός των σχολών. Πρέπει δηλαδή να μην αρκούμαστε στο να επιτυγχάνεται μια απλή συνεννόηση σε κοινά πλαίσια αγώνα γύρω από συγκεκριμένα επίδικα, αλλά να επιδιώκεται και μια κοινή συμπόρευση, η οποία θα αποτυπώνεται με το να ορίσουμε νέα προτάγματα προς την προοπτική συντονισμού των αριστερών σχημάτων με όρους κοινών συνελεύσεων -συνεδριάσεων που θα υπερβαίνουν τη λογική της απλής συγκόλλησης δυνάμεων αλλά θα αποτελούν το πλατύ και ανοιχτό κάλεσμα εκείνο που θα κινητοποιεί το σύνολο της φοιτητικής κοινότητας. Χρειάζεται επί της ουσίας να στοχαστούμε και να πράξουμε πάνω στην διαδικασία δημιουργίας μιας νέας ριζοσπαστικής ποιότητας στους κόλπους της φοιτητικής αριστεράς, κοιτώντας στις υπάρχουσες συσσωρεύσεις και αντιλαμβανόμενοι τις μέχρι τώρα αδυναμίες και ανεπάρκειες. Έτσι η υπέρβαση των υπαρχουσών μορφών της φοιτητικής αριστεράς και η πλατιά συσπείρωση της αποτελεί κρίσιμο στοίχημα του αμέσως επόμενου διαστήματος. Οι δυνάμεις της ΛΑΕ στα πανεπιστήμια έχουν καθήκον να πρωταγωνιστήσουν σε αυτή τη διαδικασία, ώστε να ξεπεραστούν αγκυλώσεις και παθογένειες, αλλά και να διασφαλιστεί ότι δεν θα γίνει με όρους «δοκιμαστικού σωλήνα» δηλαδή μακριά και έξω από τους αγώνες και τους αγωνιστές του φοιτητικού κινήματος. Η συνδικαλιστική συσπείρωση των δυνάμεων της ΛΑΕ στα πανεπιστήμια πρέπει να αποτελεί στόχο, αλλά και αντιπαράδειγμα για την υπέρβαση της πολυδιάσπασης. Η οριοθέτηση από την συνδιαχείρηση, αλλά και την έγκληση στην ταυτοτική στράτευση αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις προς αυτήν την κατεύθυνση.

Εργασιακά, ανεργία

Η προτεραιότητα οποιασδήποτε πολιτικής οργάνωσης ή κεντρικού πολιτικού σχηματισμού πρέπει να είναι η σύνδεση της με το εργατικό κίνημα. Αυτή η αναγκαιότητα δεν μπορεί να αποτελεί κάποιο «ιδεολογικό φετίχ», αλλά πάγια αντίληψη μας ότι πρέπει να έχουμε λόγο και θέση στην παραγωγή, εκεί που αποκρυσταλλώνεται ο εκμεταλλευτής και ο εκμεταλλευόμενος, εκεί που αναπαράγεται το κέρδος και εκεί που αποδεικνύεται ιστορικά ότι η εργατική τάξη ηγείται του αγώνα για την ανατροπή του καπιταλισμού.

Στην σημερινή χρονική συγκυρία η νεολαία στην Ελλάδα βρίσκεται σε μία συνεχή εναλλαγή από την ανεργία στην επισφαλώς εργασία και ανάποδα. Μάλιστα οι δουλείες που κατά καιρούς βρίσκει ο ίδιος νέος μπορεί να διαφέρουν εντελώς όσον αφορά το αντικείμενο. Ως εκ τούτου γίνεται αντιληπτό ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο για τους νέους εργαζόμενους έστω και να σκεφτούν την πιθανότητα συμμετοχής του σε συνδικαλιστικά μορφώματα αφού δεν είναι σίγουροι εάν το αμέσως επόμενο διάστημα θα εργάζονται στο ίδιο αντικείμενο ή εάν θα εργάζονται γενικά. Αυτή την διαφοροποίηση σε σχέση με παλιότερα χρόνια πρέπει να κατανοήσει η Αριστερά και το συνδικαλιστικό κίνημα και να εργαστούν πάνω της εξελίσσοντας τα συνδικάτα ώστε να συμπεριλαμβάνονται όλοι εκείνοι που η εργασιακή τους ταυτότητα είναι μια συνεχή εναλλαγή.

Σε αυτήν την κατεύθυνση είναι αναγκαία η δημιουργία ή μετεξέλιξη συλλογικοτήτων και σχημάτων με εργασιακή αναφορά ή με δικαιώματα που αφορούν τους άνεργους (πχ δωρεάν μεταφορά και περίθαλψη) που πρώτον θα αποτελούν μία στέγη-ομπρέλα για όλους τους επισφαλώς εργαζομένους και ανέργους λειτουργώντας συμπληρωματικά – σε οργανωτικό και πολιτικό επίπεδο – με τις «παραδοσιακές» συνδικαλιστικές δομές εκπροσώπησης, δεύτερον θα έχουν άμεση επαφή με τα συνδικάτα ώστε να τα τροφοδοτούν με νέους ανθρώπους και να τα εκσυγχρονίζουν μακριά από τις λογικές της ξεπουλημένων συνδικαλιστικών ηγεσιών, δίνοντας νέο νόημα στον όρο «συνδικαλισμό» και τρίτον να σπάνε με φυσική παρουσία τα σύγχρονα εργασιακά άβατα όπου η εργοδοτική αυθαιρεσία έχει γίνει κανόνας. Είναι ευχής έργον εάν αυτή η πρωτοβουλία υλοποιηθεί από το σύνολο της ριζοσπαστικής και κινηματικής Αριστεράς ώστε για πρώτη φορά να πάρει μαζικά χαρακτηριστικά και να μπορεί να προσφέρει υλικές νίκες.

Κινηματικές επιτροπές-Λαικές πρωτοβουλίες

Ιδιαίτερη σημασία για το νεολαιϊστικο κίνημα την επόμενη περίοδο έχει η παρέμβαση στις γειτονιές και στο τοπικό επίπεδο. Τόσο για την ουσιαστική όσμωση με κομμάτια της νεολαίας που βρίσκονται μετέωρα όσον αφορά την ίδια τους την ταυτότητα (όπως για παράδειγμα οι νέοι άνεργοι ή οι επισφαλώς εργαζόμενοι), όσο και για τα κομβικής σημασίας ζητήματα που προκύπτουν εντός των γειτονιών. Σε μια περίοδο που η κρίση βαθαίνει μπορούμε να πούμε πως κινήσεις που αφορούν την υπεράσπιση του δημοσίου χώρου ή την δημιουργία δομών κοινωνικής αλληλεγγύης και αυτοοργάνωσης έχουν μεγάλη σημασία, καθώς από την μια συγκρούονται με κατευθύνσεις της ίδιας της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης και από την άλλη προβάλουν πτυχές ενός διαφορετικού δρόμου κοινωνικής συμβίωσης.

Μέσα από την τοπική μας παρέμβαση την επόμενη περίοδο οφείλουμε να ιεραρχήσουμε και να αναπτύξουμε έντονη αντιφασιστική δράση. Απαντώντας και οριοθετόντας με δυναμικό και κινηματικό τρόπο τις φασιστικές πρακτικές που αναπτύσσονται ανά γειτονιές, αλλά και περιγράφοντας μέσα από την δράση μας την διεθνιστική αλλυλεγγύη των λαών ανεξάρτητα από φυλή, εθνικότητα, θρησκεία, κτλ. Η αντιφασιστική πάλη απαιτεί αυτοτελή στόχευση και συνεπή κινηματική δουλειά για να μπορέσουμε να απομονώσουμε και να περιθωριοποιήσουμε φασιστικές πρακτικές και αντιλήψεις.

Ως νέοι και νέες της ΛΑΕ, καλούμε από θέση αρχής τη νεολαία να συμμετέχει σε συλλογικά μορφώματα, να πολιτικοποιείται απέναντι σε αυτούς που μας εξαπατούν και αλλοτριώνουν την ενασχόληση μας με τα κοινά, να συνεχίσει να μάχεται σε κάθε επίπεδο ώστε να καταργούν οι μνημονιακοί νόμοι, δημιουργώντας νέα σημεία κοινωνικής αναφοράς που θα ορίζουν τις μορφές πάλης. Ως εκ τούτου συμμετέχουμε σε όλες τις δημοκρατικές και κινηματικές πρωτοβουλίες που προκύπτουν όπως οι επιτροπές ενάντια στους πλειστηριασμούς, στις ιδιωτικοποιήσεις, στον φασισμό, στην καταστροφή του περιβάλλοντος, στον ΕΝΦΙΑ κλπ επιδιώκοντας την όσο πιο πλατιά διεύρυνσή τους, τόσο με την συμμετοχή του απλού κόσμου όσο και συλλογικοτήτων-παρατάξεων . Αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί, αν δεν άρουμε τις διαχωριστικές πολιτικές γραμμές της προηγούμενης εποχής και δεν μιλήσουμε για νέους χώρους συνάντησης. Προσβλέποντας σε αυτούς να χωρέσουμε τις συλλογικές εμπειρίες των προηγούμενων αγώνων, την ευρηματικότητα , τις γνώσεις και τις δεξιότητες των νέων μπορούν να υπερβούν το παρελθόν και να οργανώσουν ένα καινούριο και πιο ελπιδοφόρο μέλλον.