Η Λαϊκή Ενότητα και διαγραφή του χρέους. Η νομική τεκμηρίωση

0
423

Του Πέτρου Ι. Μηλιαράκη

Ένα από τα σοβαρά καθήκοντα που αναλαμβάνει ο νέος κομματικός σχηματισμός του πραγματικού και κατ’ ουσίαν μετώπου κατά του νεοφιλελευθερισμού, των μνημονίων και της λιτότητας (αναφέρομαι στη Λαϊκή Ενότητα), είναι η διαδικασία διαγραφής του καταχρηστικού, παράνομου και επονείδιστου χρέους.

Με το παρόν κείμενο επιχειρείται να τεθεί το «νομικό ζήτημα», όπως αυτό προσδιορίζεται από υπερκείμενους μάλιστα κανόνες δικαίου της διεθνούς και ευρωπαϊκής έννομης τάξης. Κατά τη γνώμη δε του γράφοντος κρίσιμα και χρήσιμα είναι τα εξής:

 ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ

Η Ευρωπαϊκή Ένωση με τη Συνθήκη της Λισσαβόνας απέκτησε για πρώτη φορά νομική προσωπικότητα(1) και έχει καταστεί υποκείμενο του Διεθνούς Δικαίου. Στηρίζεται δε σε δύο ισοδύναμες νομικά Συνθήκες: α) στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και β) στη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ).

 

Ως εκ τούτου την Ευρωπαϊκή Ένωση, ως αυτοτελή νομική προσωπικότητα, τη δεσμεύουν οι κανόνες του Διεθνούς Δικαίου. Προς την κατεύθυνση δε αυτή νομολογεί και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Λουξεμβούργου (2). Επίσης κοινός τόπος στην επιστήμη και στη νομολογία είναι η Θεμελιώδης Αρχή των συνταγματικών παραδόσεων των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πέραν δηλαδή της νομικής προσωπικότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης αυτοτελώς και τα κράτη-μέλη αυτής δεσμεύονται να σέβονται τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου (3).

Ασφαλώς δε επουδενί νοείται ένταξη κράτους-μέλους στην Ευρωπαϊκή Ένωση του οποίου ο νομικός και πολιτικός πολιτισμός δεν βασίζεται στο σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και στα ανθρώπινα δικαιώματα (4).

Σε κάθε περίπτωση δε τα κράτη-μέλη που απαρτίζουν την Ευρωπαϊκή Ένωση και που είναι «δανειστές» της Ελλάδας, από πουθενά προκύπτει ότι οι αξίες που τα δεσμεύουν ακυρώνονται όταν «αναλαμβάνουν» τη θέση του «δανειστή».

Τούτων δοθέντων πρόδηλο είναι ότι τόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και τα κράτη-μέλη δεσμεύονται με τη Σύμβαση της Βιέννης για το Δίκαιο των Διεθνών Συνθηκών. Εξυπακούεται δε, ότι η δέσμευση των κρατών-μελών να συμμορφώνονται προς τις αξιώσεις και τις πρόνοιες του Διεθνούς Δικαίου των Συνθηκών δεν τελεί υπό την αίρεση εάν τα κράτη αυτά είναι ή όχι «δανειστές» έναντι μάλιστα άλλου κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που (θα) είναι ο «δανειζόμενος». Τέτοιος κανόνας δεν υφίσταται και δεν μπορεί να υφίσταται.

Ειδικότερα, με βάση τη Σύμβαση της Βιέννης, οι διακρατικές συμφωνίες (5) ερμηνεύονται με «καλή πίστη» και ρυθμίζονται με βάση «την επιγενόμενη αδυναμία εκτέλεσης» καθώς και τη «θεμελιώδη μεταβολή των περιστάσεων». Θεσπίζονται δε πρόνοιες ώστε να αντιμετωπίζονται οι καταστάσεις όταν «μεταβάλλεται ριζικώς η έκταση των υποχρεώσεων που απομένει να εκπληρωθούν».

Με τούτα τα δεδομένα ενόψει της ανθρωπιστικής κρίσης που μαστίζει την ελληνική κοινωνία, το Διεθνές Δίκαιο αφορά τη βάση καταγγελίας των δανειακών συμβάσεων και την απαρχή διαπραγμάτευσης για την ακύρωση- διαγραφή της καταχρηστικής υπερχρέωσης (σε όποια έκταση υπάρχει) της ελληνικής κοινωνίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας.

Υπ’ όψιν δε ότι ακόμη και η ίδια η ΕΚΤ αγόρασε ελληνικά ομόλογα πολύ κάτω της ονομαστικής τους αξίας! Ας μη λησμονούμε ότι η ΕΚΤ αγόρασε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου της τάξης των 75 δις ευρώ μόνο με 50 δις ευρώ και ότι τα ομόλογα αυτά δεν εντάχθηκαν στο PSI! Ας μη λησμονούμε επίσης ότι οι «αποδόσεις» στους κερδοσκόπους απέφεραν κέρδη ακόμη και άνω του 30%! Η διεθνής τοκογλυφία στο απόγειο της.

— ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΕΝΩΣΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Ως προς το αυτοτελές μέρος που αφορά στο Ευρωπαϊκό Ενωσιακό Δίκαιο επισημειώνονται τα εξής:

Η Ευρωπαϊκή Ένωση (6) «προάγει την ειρήνη, τις αξίες της και την ευημερία των λαών της», «παρέχει ασφάλεια και δικαιοσύνη στους πολίτες», «προάγει την οικονομική και κοινωνική συνοχή», «προάγει την πλήρη απασχόληση και την κοινωνική πρόοδο», «καταπολεμά τον κοινωνικό αποκλεισμό» και τέλος εγκαθιδρύει την «αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών-μελών». Επίσης ως σημείο αναφοράς αναγορεύεται και «η κοινωνία των πολιτών» (7).

Ταυτοχρόνως η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνωρίζει: α) «τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων» και β)«την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των κοινωνικών δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών» (8).

Όλες οι προαναφερόμενες ρυθμίσεις, δεσμεύσεις και αξίες, δεν μπορούν να τεθούν εκποδών στο όνομα της σχέσης «δανειστή και δανειζόμενου». Άλλως καταστρατηγείται το όλο νομικό, πολιτικό και πολιτιστικό οικοδόμημα που επιδιώκει να χαρακτηρίζεται ως Ευρωπαϊκή Ένωση.

Για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου (με αναφορά στη διαγραφή του χρέους) αξιοσημείωτο είναι ότι με βάση τις αυστηρές δεσμεύσεις της ενωσιακής έννομης τάξης έχει καθορισθεί η νομιμότητα του ορίου του χρέους, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει το 60% στο ΑΕΠ (9).

Σε κάθε περίπτωση δε είναι ανεπίτρεπτη για την οικονομική και κοινωνική συνοχή η δραματική συρρίκνωση του ΑΕΠ οποιασδήποτε χώρας κράτους-μέλους και ειδικότερα κράτους –μέλους της ευρωζώνης, όταν εξ αιτίας αυτής υφίσταται αντίστοιχη αύξηση του ΑΕΠ άλλου κράτους-μέλους, ενώ (ως έχει προεκτεθεί) αντιφάσκει προς τους κανόνες της ενωσιακής έννομης τάξης η υπερχρέωση μιας οικονομίας. Με βάση, άλλωστε, τα προεκτεθέντα στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς αλλά και της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης αποδοκιμάζεται ως μη νόμιμο όποιο χρέος υπερβαίνει το 60% στο ΑΕΠ. Πέραν όμως των προαναφερομένων εξόχως κρίσιμα και χρήσιμα είναι και τα εξής:

— Η ΚΡΙΣΙΜΗ ΚΑΙ ΧΡΗΣΙΜΗ «ΔΗΛΩΣΗ 30»

Ως έχει προεκτεθεί, εφαρμοστέος κανόνας είναι, όπως άλλωστε αποδέχονται τα σχετικά «Μνημόνια» που αφορούν στην Ελλάδα, το άρθρο 126 ΣΛΕΕ. Το άρθρο όμως αυτό ευρίσκεται σε ευθεία και άμεση συνάρτηση με το όριο του νόμιμου χρέους, που ορίζει το Πρωτόκολλο 12.

Κατά την άποψη του γράφοντος απαραίτητη είναι για την εκκίνηση της διαδικασίας τήρησης της νομιμότητας, η αναφορά στη «Δήλωση 30», όπως αυτή είναι προσαρτημένη στη Συνθήκη της Λισσαβόνας.

Η «Δήλωση» αυτή αποτελεί κρίσιμη και χρήσιμη νομική βάση για την εκκίνηση του όλου εγχειρήματος διαγραφής του χρέους, καθόσον συναρτάται ευθέως με τους όρους λειτουργίας (10) της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Με τη «Δήλωση» αυτή «επιβεβαιώνεται η προσήλωση στους στόχους… για δημιουργία θέσεων απασχόλησης, και κοινωνικής συνοχής», ενώ «στόχος είναι η προοδευτική δημιουργία δημοσιονομικού πλεονάσματος σε περιόδους –όμως!– ευνοϊκής συγκυρίας, ώστε να υπάρχει περιθώριο αντιμετώπισης των περιόδων οικονομικής ύφεσης».

Με βάση τα προαναφερόμενα, τα Μνημόνια και οι εφαρμοστικοί νόμοι κατά το μέρος που αφορούν στην Ελλάδα «θέσπισαν» ακριβώς τα αντίθετα, εφόσον σε καθεστώς αφόρητης λιτότητας, δραματικής ανεργίας και επαχθούς χρέους, επέβαλαν και τον όρο για τη δημιουργία δημοσιονομικού πλεονάσματος!…

Επειδή η παρούσα συγκυρία θέτει αμείλικτα ερωτήματα: στο πώς ο άνεργος θα συμβάλει στην αποπληρωμή του χρέους, στο πώς ο άεργος επιχειρηματίας θα συμβάλει στην ανάκαμψη και στο πώςο σε κρίση ευρισκόμενος ασφαλιστικός φορέας θα καλύψει στοιχειώδεις ανάγκες του ασθενούς και του εκτός εργασίας ατόμου, είναι πρόδηλο ότι η «Δήλωση 30» αφορά πράγματι βάση εκκίνησης της όλης διαδικασίας. Τη «Δήλωση 30» σαφώς επικουρεί η αξίωση τήρησης της ρητώς προβλεπόμενης και δεσμευτικής (τόσο για τη νομική προσωπικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσο και για τα κράτη-μέλη αυτοτελώς), Αρχής της Αναλογικότητας (11).

Αφορά δε, η «Δήλωση 30» βάση εκκίνησης της όλης διαδικασίας και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι με αυτή τη «Δήλωση» σαφώς προβλέπεται «συμβολή των κρατών-μελών προκειμένου να ληφθούν όλα τα αναγκαία μέτρα» ώστε «να ενισχυθούν οι δυνατότητες ανάπτυξης των οικονομιών».

Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι δεν τίθεται περίγραμμα δεσμευτικό του πλαισίου και του περιεχομένου των παρεμβάσεων – πρωτοβουλιών των κρατών-μελών, καθόσον ρητώς ορίζεται ότι «η παρούσα Δήλωση δε προδικάζει τις μελλοντικές συζητήσεις».

Όσο δεν τηρούνται οι προαναφερόμενες πρόνοιες του Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Ενωσιακού Δικαίου τόσο αυξάνεται δραματικά ο ευρωσκεπτικισμός με αντικειμενική εξέλιξη την ενδυνάμωση τάσεων καταγγελτικού λόγου στον τρόπο λειτουργίας του όλου ενωσιακού εγχειρήματος.

Ο νέος πολιτικός φορέας Λαϊκή Ενότητα, οφείλει να αναλάβει (και θα αναλάβει!) έντονη δράση, ώστε το ζήτημα της διαγραφής του χρέους να αποτελέσει κύριο αντικείμενο της πολιτικής ατζέντας εντός και εκτός της Χώρας. Το πολιτικό δε αυτό καθήκον θα επιτελεσθεί με όλους τους νόμιμους τρόπους και σε όλα τα ενδεδειγμένα Fora.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Βλ. άρθρο 47 ΣΕΕ

  2. Βλ. ενδεικτικώς ΔΕΚ (ΔΕΕ) υπ. 104, 114, 116, 117 και 125-9 [Ahlstrom] Συλλ. 1988,5243.

  3. Βλ. ΔΕΚ (ΔΕΕ) υπ. 29/69 [Stauder], Συλλ. 1969, 419. Συνεπής προς την Αρχή αυτή είναι και η παρ. 2 το άρθρου 2 του Ελληνικού Συντάγματος. Βλ. άλλωστε και Π.Ι. Μηλιαράκης, Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο και Ελληνικό Σύνταγμα, εκδόσεις Λιβάνη (2008), βλ. σελ. 48 και επ.

  4. Βλ. άρθρα 2 και 6 παρ. 1 ΣΕΕ καθώς και Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και άρθρο 6 παρ. 2 ΣΕΕ που αφορά προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη «σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών». Άλλωστε σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 6 ΣΕΕ τα θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα απορρέουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών-μελών και αποτελούν μέρος των Γενικών Αρχών Δικαίου της Ένωσης.

  5. Βλ. συνδυασμό των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 31, του άρθρου 61 και παρ. 1β του άρθρου 62 της Σύμβασης της Βιέννης για το δίκαιο των Συνθηκών.

  6. Βλ. συνδυασμό διατάξεων των παρ. 1 και 3 του άρθρου 3 ΣΕΕ.

  7. Βλ. παρ. 2 του άρθρου 11 ΣΕΕ

  8. Βλ. παρ. 1 και 2 του άρθρου 6 ΣΕΕ και του άρθρου 151 ΣΛΕΕ. Επίσης βλ. Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη που υπογράφηκε στο Τορίνο στις 18 Οκτωβρίου 1961 και τον Κοινοτικό Χάρτη των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων του 1989, που έχουν ως στόχο την προώθηση της απασχόλησης και τη βελτίωση της διαβίωσης και εργασίας, με κατάλληλη κοινωνική προστασία.

  9. Βλ. συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 126 ΣΛΕΕ και του άρθρου 1 του 12ου Πρωτοκόλλου.

  10. Βλ. άρθρο 126 ΣΛΕΕ.

  11. Βλ. παρ. 4 του άρθρου 5 ΣΕΕ σε συνδυασμό με το Πρωτόκολλο 2 της Συνθήκης της Λισσαβόνας. Επίσης πρβλ. ΔΕΚ (ΔΕΕ) 114/76 Συλλ. 1977, 1211, επίσης 116/76 Συλλ. 1977, 1247, 119-120/76 Συλλ. 1977, 1247, βλ. επίσης Συλλ. 1991-7/ΙΙ, σελ. 54, επίσης υπόθεση Man, απόφαση της 24.9.1985, Συλλ. 1985 σελ. 2889, σκέψη 20. Επίσης πρβλ. N.Emiliou, The Principle of Proportionality in European Law: A Comparative Study, London: Kluwer Law International, 1996,T.Franck, “On Proportionality of Countermeasures in International Law,” 102 Am. J.Int’l L. 715, 2008, L. Hoffman, “The Influence of the European Principle of Proportionality upon UK Law,” in E. Ellis (ed.), The Principle of Proportionality in the Laws of Europe, Portland, OR: Hart Publishing, 1999.

* Ο Πέτρος Μηλιαράκης δικηγορεί στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια Στρασβούργου και Λουξεμβούργου (ECHR και GG-EU).

Ισκρα – Τετάρτη 26 Αυγούστου 2015