Αντώνης Νταβανέλος: Το Μνημόνιο 4 θα οξύνει την πολιτική κρίση

0
561

Του Αντώνη Νταβανέλου, μέλους της Π.Γ. της Λαϊκής Ενότητας

Το Μνημόνιο 4 θα έχει ακραίες οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις πάνω στη ζωή του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού (βλ. σελ. 2). Όμως θα έχει επίσης σημαντικές πολιτικές επιπτώσεις. Η ελπίδα της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ ότι η υπογραφή της κατάπτυστης συμφωνίας θα της δώσει ξανά μακρόπνοη πολιτική πρωτοβουλία, ότι θα οδηγήσει σε μια κάποια «νέα σταθερότητα», είναι απλώς αυταπάτες.

Η συμφωνία οργανώνει πολλές και διαρκείς «αξιολογήσεις», ενώ το καυτό ζήτημα του χρέους δεν έχει καν ανοίξει ακόμα: Αυτά σημαίνουν ότι οι «άγριες αναταράξεις» της περιόδου της δεύτερης αξιολόγησης (που, κατά τον Ευκλείδη Τσακαλώτο, θα είχε ολοκληρωθεί το αργότερο… πέρσι το Δεκέμβρη) θα είναι το τοπίο μέσα στο οποίο θα καλείται μονίμως να αποδεικνύει αν μπορεί να επιβιώσει ο κ. Τσίπρας και η παρέα του.

Το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ έχει μέχρι σήμερα αναδείξει ως «αρετή» την πειθαρχία στη μνημονιακή πολιτική. Πληρώνοντας γι’ αυτό μια μεγάλη πτώση της επιρροής του και μια ακόμα μεγαλύτερη κατάρρευση της πολιτικής δυναμικής του, των ελπίδων για το μέλλον του. Και αυτά ισχύουν πριν τη συγκεκριμενοποίηση των μέτρων του Μνημονίου 4 και με την απολύτως προστατευτική για την κυβέρνηση στάση των κυρίαρχων ΜΜΕ στα μεγάλα θέματα, εκεί όπου γνωρίζουν ότι κρίνονται τα συμφέροντα του καθεστώτος και όχι μόνο τα συμφέροντα της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ. Όμως όλα έχουν ένα τέλος. Ο κόσμος θα μάθει την αλήθεια για τις συνέπειες του νόμου Κατρούγκαλου πάνω στις συντάξεις, για τις συνέπειες της μείωσης του αφορολόγητου ακόμα και για τα πιο φτωχά νοικοκυριά. Γι’ αυτό και η κυβέρνηση –με τη συνεργασία, σε αυτό το σημείο, των δανειστών– οργανώνει μια απλοϊκή παγίδα: Τη δυνατότητα να προσφύγει στις κάλπες πριν την εφαρμογή των δραστικών περικοπών στις συντάξεις (πριν την 1.1.2019).

Όμως το «κόλπο» αυτή τη φορά είναι πιθανότατο να μην δουλέψει, γιατί έχει επαναληφθεί (Σεπτέμβρης 2015), αλλά και επίσης γιατί οποιαδήποτε «οικονομική αστοχία» θα απαντηθεί, με βάση τους μνημονιακούς αυτοματισμούς, με την υποχρέωση της περικοπής των συντάξεων (και άλλων πρόσθετων μέτρων)… νωρίτερα. Οι ελπίδες του Τσίπρα για σχεδιασμένη πορεία «σε πιο ήρεμα νερά» θα έχουν να ξεδιπλωθούν μέσα στην τρικυμιώδη θάλασσα της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού. Όπου οι τακτικισμοί συχνά αποδεικνύονται σχέδια επί χάρτου.

Μέσα σε αυτά τα πραγματικά δεδομένα, η κυβέρνηση ελπίζει να αντισταθμίσει τις απώλειες που έχει στις λαϊκές δυνάμεις με ενίσχυση των σχέσεών της με τμήματα της κυρίαρχης τάξης, συμπεριλαμβανομένων και των πιο «μαύρων» βαρόνων. Όμως κι εδώ το πραγματικό τοπίο είναι ναρκοπέδιο. Το διαπίστωσαν οι Κοντονής-Βασιλειάδης που επιχείρησαν να χτίσουν συμμαχίες στον «όμορφο κόσμο» των ποδοσφαιρικών ΑΕ. Το διαπίστωσαν οι Ν. Παππάς και Λ. Κρέτσος στο Βατερλό της απόπειρας αναδιάταξης των ισορροπιών στα ΜΜΕ. Το πάρτι των ιδιωτικοποιήσεων και της οικοδόμησης της νέας διαπλοκής δεν έχει μόνο ευκαιρίες, αλλά και κινδύνους που μπορεί να αποδειχθούν ακόμα και θανάσιμοι (όσοι έχουν ως μοντέλο τον Α. Παπανδρέου, θα έπρεπε να θυμούνται την υπόθεση Κοσκωτά…). Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση εμφανίζεται ως αποφασισμένη να «αξιοποιήσει» αυτό το πεδίο: Ετοιμάζει νομοθετική πρωτοβουλία δια της οποίας το βαθύ κούρεμα χρεών συγκεκριμένων καπιταλιστών προς τις τράπεζες θα αφαιρείται από την αρμοδιότητα των τραπεζών και θα επαφίεται στις αποφάσεις της… κυβέρνησης. Μωραίνει Κύριος…

Για τη μέχρι σήμερα «σταθερότητα» του κομματικού ΣΥΡΙΖΑ έχουν παίξει ρόλο τα όποια αποθέματα ιδεολογικής συνοχής είχαν οικοδομηθεί στην παλαιότερη ριζοσπαστική του περίοδο. Όμως ο Α. Τσίπρας είναι υποχρεωμένος να προβοκάρει συστηματικά αυτόν τον παράγοντα: Ο ενθουσιασμός του για τον Μακρόν και η δήλωση ότι ανυπομονεί να συνεργαστεί μαζί του είναι ακόμα μια απόδειξη της αποστασιοποίησής του από την εποχή που ο ίδιος ονόμαζε τον Ολάντ «Ολαντρέου». Και αυτή η σύγκλιση με την πιο ακραία νεοφιλελεύθερη εκδοχή της σοσιαλδημοκρατίας έχει αποδείξει πολλές φορές στην Ευρώπη την ανικανότητά της να συγκρατήσει εν ζωή κομματικούς οργανισμούς.

Ίσως ο πιο χαρακτηριστικός δείκτης για τη δυναμική ενός πολιτικού ρεύματος είναι το πεδίο των συμμαχιών του. Η παρούσα κυβέρνηση (μετά τον ανασχηματισμό) ξεκίνησε έχοντας ως εφεδρικό σενάριο μια πιθανή συμμαχία με το «όλον ΠΑΣΟΚ». Σήμερα, ο Αλ. Τσίπρας αγωνίζεται να διασφαλίσει μια θετική ψήφο, έστω μόνο στα «αντίμετρα», από τα ρετάλια του Ποταμιού και του Λεβέντη.

Το πανηγυρικό κλίμα που θα επιχειρήσει να δημιουργήσει το επιτελείο του Μαξίμου σχετικά με την υπογραφή της συμφωνίας θα είναι παντελώς κούφιο. Η πραγματικότητα είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα αποτελεί ένα πολύ πιο αδύναμο κόμμα, που στηρίζει μια πολύ πιο φθαρμένη κυβέρνηση, που θα κληθεί να αντιμετωπίσει ακόμα πιο σκληρά διλλήματα και υποχρεώσεις.

Το πραγματικά εντυπωσιακό στοιχείο των πολιτικών εξελίξεων είναι η αδυναμία της ΝΔ να αξιοποιήσει την κρίση του ΣΥΡΙΖΑ, διαμορφώνοντας ένα στοιχειωδώς ορμητικό ρεύμα ανατροπής του από τη Δεξιά. Με τον τρόπο του, την αλήθεια έδειξε ο Ιβάν Σαββίδης στη διαβόητη συνέντευξη-μανιφέστο στο «Πρώτο Θέμα»: ο Κυρ. Μητσοτάκης έχει αυθεντικά δεξιές ιδέες (με τις οποίες συμφωνεί ο τρομερός Ιβάν), αλλά δεν έχει τη δυνατότητα να τις εφαρμόσει με αυθεντικά δεξιές μεθόδους, εμπνέοντας εμπιστοσύνη στον κόσμο της «επιχειρηματικότητας». Τόσο απλά: για την ώρα ο Τσίπρας κάνει τη δουλειά καλύτερα, δεν έχει σημάνει ακόμα η στιγμή της στυμμένης λεμονόκουπας. Και προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, ο Ιβάν (και πολλοί άλλοι ομόλογοί του) σπεύδει να δηλώσει το σεβασμό και την αγάπη του προς τον Κ. Καραμανλή.

Σε αυτό το πλαίσιο, τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων θα πρέπει να διαβαστούν με την προσοχή στραμμένη όχι στην πρόβλεψη ψήφου, αλλά στα λεγόμενα «ποιοτικά» στοιχεία. Όπου φαίνεται ότι «οργή, θυμό ή αγανάκτηση» δηλώνει το 70% των ερωτηθέντων, όπου το ζήτημα του ευρώ και της ΕΕ είναι πλέον 50-50%, όπου ένα 30% υποστηρίζει τη ρήξη με τους δανειστές με κάθε αναγκαίο μέσο, όπου ένας στους τρεις εκτιμά ότι ψήφισε λάθος στις προηγούμενες εκλογές…

Στη βάση της κοινωνίας εμπεδώνεται μια σημαντική αποστασιοποίηση από τους μύθους τόσο της κυβέρνησης όσο και της ΝΔ. Αυτό το «ρεύμα» μπορεί να πυροδοτήσει «γαλλικά φαινόμενα» είτε με τη θετική εκδοχή τους (εκτίναξη Μελανσόν), είτε βεβαίως και με την αρνητική εκδοχή τους (την ανασύνταξη μέσω κάποιου Μακρόν ή με την ενίσχυση κάποιας Λεπέν). Το μόνο που αποκλείεται είναι το σενάριο που ελπίζει ο Τσίπρας: μια μνημονιακή σταθερότητα χτισμένη πάνω στα παρόντα σαθρά υλικά.