ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΥ

0
404

από τους συντρόφους/ισσες : Αγγελόπουλος Βένιος / Αθήνα, Αναστασόπουλος Γιάννης / Σαρωνικός, Βασιλάκη Ελένη / Αθήνα, Βελιτζέλου Ακτίνα / Λειβαδιά, Δημοπούλου Μαρία / Χαλάνδρι, Θεοδοσίου Κώστας / Λαμία, Ιατρίδου Μαριλένα / Φάληρο, Καλαντζόπουλος Γιώργος / Χαλάνδρι, Κασαπίδης Γιώργος / Αθήνα, Κρητικός Μάριος / Δημόσιος Τομέας, Κοντόπουλος Σπύρος / Αθήνα, Μαούνης Αντώνης / Μηχανικοί, Μαρκεζίνη Όλγα / Βάρη-Βούλα-Βουλιαγμένη, Μούρτζου-Ντούσγου Γεωργία / Λαμία, Ντούσγος Κώστας / Λαμία, Πάνου Γιάννης / Μηχανικοί, Πέττας Νίκος / Πάτρα, Πορτάλιου Ελένη / Αθήνα, Σαρρή-Τζάρα Χριστίνα / Χανιά, Σιατερλή Βέρα / εικαστικός, Σουρούνης Ανδρέας / Πάτρα, Σπανούδη Δέσποινα / Λειβαδιά, Σχίζας Γιάννης / Αθήνα, Τζάρας Νίκος / Χανιά, Τσαπόγας Τάκης / Μηχανικοί, Χατζηαργυρού Έρση / εικαστικός, Χρυσοβιτσάνου Αγγέλα / εικαστικός.

 

Α. ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΤΡΙΤΗΣ ΜΝΗΜΟΝΙΑΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ

Α1. ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΚΤΑΚΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ ΣΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΕΔΙΟ

Η εφαρμογή των μνημονιακών δεσμεύσεων θα οδηγήσει πολύ σύντομα, ήδη οδηγεί, εκατομμύρια ανθρώπους, κάτω από τα όρια της φτώχειας και θα επιδεινώσει τις συνθήκες ζωής ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων στα οποία προστίθενται τμήματα της αστικής τάξης. Η προβαλλόμενη από την κυβέρνηση σταθεροποίηση και ανάκαμψη της οικονομίας μέσω της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, της αναμενόμενης ελάφρυνσης του χρέους και των επενδύσεων αποτελεί μια ακόμα ψευδή αφήγηση, όπως και οι υπολογισμοί των δημοσίων εσόδων τα οποία θα υστερούν δραματικά γιατί οι λαϊκές τάξεις δεν έχουν να πληρώσουν ενώ οι πλούσιοι εξακολουθούν να φοροδιαφεύγουν. Η ανάπτυξη μέσω νέων επενδύσεων, εάν η χώρα γίνει ελκυστική, δηλαδή εάν ολοκληρωθεί η υποταγή της εργασίας, αντικρούεται από την αυξανόμενη μείωση της ζήτησης. Ακόμα και αν επιτευχθεί σε ένα μικρό βαθμό θα στηρίζεται στην κακοπληρωμένη, ανασφάλιστη εργασία και σε καμία περίπτωση δεν θα μειώσει δραστικά το ποσοστό ανεργίας.

Εν τω μεταξύ, ήδη από τα προηγούμενα μνημόνια, βρίσκεται σε εξέλιξη σχέδιο υφαρπαγής της δημόσιας περιουσίας μέσω του υπάρχοντος ή του νέου ΤΑΙΠΕΔ, αποστερώντας το κράτος από βασικά περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή από την κυριαρχία του. Από την άλλη, το ιδιωτικό χρέος των λαϊκών τάξεων σε τράπεζες, δημόσιο (εφορίες, ασφαλιστικά ταμεία) και ΔΕΚΟ δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί και θα οδηγήσει σε υφαρπαγή ζωτικών για την επιβίωσή τους περιουσιακών στοιχείων των δανειοληπτών.

Σε κάθε περίπτωση, το διεθνές και ευρωπαϊκό σχέδιο αντιμετώπισης της καπιταλιστικής κρίσης έχει δείξει τα αποτελέσματά του όπου εφαρμόζεται και θα ήταν παράλογο να αποδώσει τώρα στη χώρα μας, που πλήττεται από τρία συνεχή μνημόνια. Το πρόγραμμα ΣΥΡΙΖΑ – «θεσμών» θα καταρρεύσει και θα παρασύρει ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας στη φτωχοποίηση.

Το εργατικό/συνδικαλιστικό κίνημα, δοκιμάζεται από αναξιοπιστία και γραφειοκρατική αγκύλωση. Κυρίως όμως δεν καλύπτει τις νέες πλειοψηφικές μορφές εργασίας και τους ανέργους και δεν αναζητά μορφές οργάνωσης που θ’ αντιστοιχούν στα σημερινά δεδομένα και θα προστατεύουν από την εργοδοτική αυθαιρεσία.

Ήδη από τις πρώτες μέρες της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ άρχισαν να εκδηλώνονται κοινωνικές αντιστάσεις ενάντια στην πολιτική της. Πριν συμπληρωθούν δύο μήνες η γενική απεργία και η πορεία στην Αθήνα έφεραν στην επιφάνεια τη λαϊκή δυσαρέσκεια και την απόγνωση ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων απέναντι στα ανυπέρβλητα προβλήματα επιβίωσης που αντιμετωπίζουν. Οι μαζικές κινητοποιήσεις των αγροτών αναδεικνύουν τη σημερινή στρατηγική αφανισμού της μικρής και μεσαίας αγροτικής παραγωγής και τον έλεγχο του αγροτικού/διατροφικού τομέα από τις πολυεθνικές.

Οι δημοσκοπικές έρευνες αποδεικνύουν, επίσης, το αυτονόητο. Ότι η συντριπτική κοινωνική πλειοψηφία περιμένει τα χειρότερα και ότι η αξιοπιστία της κυβέρνησης και του πολιτικού συστήματος εν γένει έχει καταρρεύσει. Τα δεδομένα δεν παράγουν αυτόματα ούτε μαζικούς αγώνες ούτε εναλλακτικές πολιτικές λύσεις. Το μέλλον είναι απρόβλεπτο. Πρέπει να παρακολουθήσουμε την κοινωνική κίνηση και να εργαστούμε δημιουργικά για τη μαζική αυτοοργάνωση εργαζομένων και ανέργων και για τη συνάντηση του εργατικού με τα άλλα κοινωνικά κινήματα, που δεν σταμάτησαν να αγωνίζονται στη διάρκεια των δύο πρώτων μνημονίων και σήμερα αναβαθμίζουν την παρουσία τους, αναδεικνύοντας βασικά επίδικα της συγκυρίας (κίνημα κατά της υφαρπαγής της δημόσιας περιουσίας, κινήματα δανειοληπτών, οικολογικό κίνημα, κίνημα αντιρατσιστικό/αντιφασιστικό και αλληλεγγύης στους πρόσφυγες, κίνημα δικαιωμάτων κ.λπ.).

Α2. ΤΟ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία από κοινού με τις ΗΠΑ οδήγησε με τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στη διάλυση ισχυρών κρατών της Μέσης Ανατολής, πνίγοντας την ελπίδα της Αραβικής Άνοιξης – δηλαδή τη μόνη εναλλακτική διέξοδο απέναντι στα δικτατορικά καθεστώτα – αποποιείται σήμερα κάθε ευθύνη για τα εκατομμύρια προσφύγων από τις εμπόλεμες ζώνες. Ο ελληνικός λαός, με τις πρωτοφανείς σε μαζικότητα και επινοητικότητα εκδηλώσεις αλληλεγγύης, πήρε επάνω του την υποδοχή/εγκατάσταση των προσφύγων και κάλυψε τις άμεσες βασικές τους ανάγκες από το υστέρημά του. Απομόνωσε έτσι τις ρατσιστικές φωνές και έδωσε ένα μέτρο των ηθικών αξιών που μπορούν να συγκροτούν τις κοινωνικές αντιστάσεις των λαϊκών τάξεων σήμερα. Πάνω σ’ αυτό το αξιακό πρότυπο μπορούμε να χτίσουμε τους αγώνες κατά της μνημονιακής κυριαρχίας.

Παρά ορισμένες διαφορετικές φωνές που ζητούν κατανομή των ανθρώπων και των βαρών υποδοχής σε περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, η βασική κατεύθυνση της ΕΕ παραμένει αμείλικτα απάνθρωπη και κατασταλτική : φύλαξη των εξωτερικών συνόρων της, δηλαδή εγκλωβισμός σε στρατόπεδα της Τουρκίας και χιλιάδες νεκροί στα πλεούμενα φέρετρα μετακίνησης των προσφύγων. Τα αιτήματα του ελληνικού κινήματος για την υλοποίηση της ελεύθερης μετακίνησης από τις εμπόλεμες ζώνες στην Ευρώπη συνοψίζονται σε τρία σημεία : να πέσει ο φράκτης του Έβρου, να ανοίξουν τα σύνορά τους οι Ευρωπαϊκές χώρες, να δοθεί από την ΕΕ και τον ΟΗΕ σοβαρή οικονομική στήριξη στη χώρα μας ώστε να καλύπτονται οι πρώτες ανάγκες περίθαλψης, στέγασης, διατροφής και να προχωρούν γρήγορα οι διαδικασίες ταυτοποίησης.

Το προσφυγικό ζήτημα παίρνει νέα τροπή μετά τη μαζική δολοφονική επίθεση του ISIS στο Παρίσι.

Α3. ΟΙ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΜΑΣ

ΚΑΙ ΤΟ ΧΤΥΠΗΜΑ ΤΟΥ ISIS ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Το ISIS είναι δημιούργημα των δυτικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, ιδιαίτερα της Γαλλίας και των ΗΠΑ, με τη συνδρομή της Τουρκίας του Ερντογάν και άλλων δικτατορικών καθεστώτων της Μέσης Ανατολής. Η αποσταθεροποίηση που επιδίωξαν δημιούργησε ένα ανεξέλεγκτο μηδενιστικό/εγκληματικό κίνημα, το οποίο χρηματοδοτούν χώρες των G20 και δικτατορίες της Μέσης Ανατολής. Σήμερα, μετά το τυφλό χτύπημα του ISIS που σκόρπισε μαζικά τον θάνατο στην καρδιά της Γαλλίας, η πολιτική των υπεύθυνων για την κατάσταση στη μέση Ανατολή φαίνεται ότι αρχίζει να διαφοροποιείται και να διαμορφώνεται κοινή γραμμή Δυτικών και Ρωσίας. Είναι νωρίς ν’ αποτιμήσουμε τα νέα δεδομένα, όσον αφορά όμως το προσφυγικό ζήτημα στη χώρα μας θα υπάρξουν επιπλοκές. Παρά το ότι ο ίδιος ο πρόεδρος Ομπάμα κατέταξε τους Σύρους πρόσφυγες στα θύματα της τρομοκρατίας, ζητώντας ανοιχτά σύνορα, στην Ελλάδα έχουν ξαναρχίσει οι ρατσιστικές κραυγές και η κατάσταση μπορεί να καταστεί εύφλεκτη.

Πρέπει να εμμείνουμε στο αίτημα των ανοιχτών συνόρων ταυτόχρονα με άμεση λύση στο πρόβλημα της Συρίας ώστε να σταματήσει η δράση του ISIS και των άλλων ακραίων Ισλαμιστών. Στον πόλεμο του Ιράκ είχε αναπτυχθεί ένα μαζικό, διεθνές αντιπολεμικό κίνημα. Μόνο αν μιλήσουν και σήμερα οι λαοί παγκόσμια μπορούμε να ελπίζουμε σε αποκατάσταση της ειρήνης, της δημοκρατίας και της δικαιοσύνης στις χώρες της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής.

Β. Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΒΙΩΝΕΙ ΚΑΙ ΔΟΚΙΜΑΖΕΤΑΙ

ΑΠΟ ΜΙΑ ΒΑΡΙΑ ΗΤΤΑ

Τόσο η εξωκοινοβουλευτική πτέρυγα της ριζοσπαστικής αριστεράς όσο και αυτή που μετείχε προηγούμενα στο ΣΥΡΙΖΑ και σήμερα βρίσκεται στη ΛΑΕ ή μένει ανένταχτη, δεν είναι έτοιμες να συγκροτήσουν ένα συνολικό σχέδιο διεξόδου που όχι μόνο θα αφορά αλλά και θα εκπονείται από κοινού με τις κοινωνικές αντιμνημονιακές δυνάμεις και τις λαϊκές τάξεις, οι οποίες παράγουν τον κοινωνικό πλούτο και δοκιμάζονται από την κρίση. Πρέπει να τονίσουμε ότι το σχέδιο αυτό δεν θα δημιουργηθεί εν κενώ. Προϋπόθεση για να υπάρξει είναι οι πολυμέτωποι μαζικοί λαϊκοί αγώνες μέσα από τους οποίους θα αναδειχθεί ως κοινωνική αναγκαιότητα η εναλλακτική πολιτική λύση. Οι δυνάμεις της ΛΑΕ πρέπει να αναλάβουν σήμερα το ρόλο της μαχητικής αντιπολίτευσης απέναντι στη συντριπτική κοινοβουλευτική πλειοψηφία των μνημονιακών κομμάτων, που παρά την αριθμητική της ισχύ είναι κοινωνικά ευάλωτη και απονομιμοποιείτει καθημερινά απέναντι στις λαϊκές τάξεις.

Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στη θέση εξόδου από την Ευρωζώνη που συνοδεύεται με προτάσεις για το τραπεζικό σύστημα και την παραγωγική ανασυγκρότηση – όπως κάνει σήμερα η ΛΑΕ – και σ’ ένα συνολικό κοινωνικό και πολιτικό σχέδιο μαζικής λαϊκής βάσης. Ένα σχέδιο ανάκτησης της κυριαρχίας της χώρας και της δημοκρατίας, και εφαρμογής με ενεργητικό τρόπο ριζοσπαστικών πολιτικών παραγωγικού μετασχηματισμού/κοινωνικής ανασυγκρότησης σε αντιστοιχία με τη νέα οικονομική / νομισματική πολιτική. Αυτό το σχέδιο δεν υπάρχει και ούτε μπορεί να προκύψει ως ασκήσεις επί χάρτου των περιορισμένων δυνάμεων της ΛΑΕ, που δεν γνωρίζουν αντικειμενικά το βάθος των προβλημάτων, πολύ περισσότερο τις απαντήσεις. Χρειάζεται να επιστρατευτούν άνθρωποι και φορείς, επιστήμονες, παραγωγικές δυνάμεις και κόσμος των κινημάτων, όχι για να καταγράψουν ευχολόγια αλλά για να διαπιστώσουν καταρχήν τα μείζονα επίδικα της σύγκρουσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη στο πλαίσιο των οικονομικών και γεωστρατηγικών δεδομένων. Χρειάζεται να γνωρίζουμε τις δυνατότητες που έχουν οι αντίπαλοι να πολεμήσουν το εγχείρημά μας ώστε να συγκροτήσουμε πραγματικές προϋποθέσεις για την αντιμετώπισή τους.

Τα ερωτήματα που αφορούν στις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας μετά την καταστροφή που επέφεραν τα μνημόνια δεν τέθηκαν ποτέ στο ΣΥΡΙΖΑ με πραγματικούς όρους. Πολύ περισσότερο δεν συζητήθηκαν θέματα παραγωγικού μετασχηματισμού και νέων δυνατοτήτων εργασίας που θα απαντούν τόσο στο πρόβλημα της ανεργίας όσο και στη θωράκιση της χώρας μας στην περίπτωση ρήξης με την Ευρωζώνη.

Η πίστη στη δυνατότητα εναλλακτικής λύσης δεν ανακτάται με ενέσεις θάρρους όταν ο λαός κατανοεί και ορθά ότι η σύγκρουση δεν είναι μια απλή υπόθεση και ότι οι σχέσεις με την Ευρωζώνη δεν είναι γόρδιος δεσμός που κόβεται αρκεί να εμπιστευτεί μια νέα συνεπή αριστερά, η οποία θα γεννηθεί από το άθροισμα των ηττημένων συνιστωσών της. Έχει σημασία να αντιληφθούμε ότι η «ορθή γραμμή» για να είναι πειστική πρέπει να φαίνεται και να είναι εφικτή. Πρωτίστως πρέπει ν’ αναδειχθεί ως ανάγκη μέσα από την άρνηση υποταγής στα μνημονιακά μέτρα και την αντίσταση των λαϊκών τάξεων σε αυτά. Με την κοινωνία εγκλωβισμένη στο there is no alternative καμία διέξοδος από την κρίση δεν είναι εφικτή.

Η σχέση ΣΥΡΙΖΑ – αντιμνημονικών κοινωνικών δυνάμεων ήταν σχέση εκπροσώπησης, σχέση ανάθεσης, την οποία χειρίστηκε το προεδρικό κέντρο χωρίς σοβαρή εσωτερική αμφισβήτηση, οδηγώντας έτσι τη διαπραγμάτευση στο δίλημμα μνημόνιο ή άτακτη χρεοκοπία και σε ένα ολοκληρωτικό συμβιβασμό με τους «θεσμούς». Η ήττα δεν κρίθηκε στους μήνες της διαπραγμάτευσης αλλά στα προηγούμενα δύο χρόνια, αν είμαστε ειλικρινείς από την εποχή του ενιαίου Συνασπισμού, όπου και επικράτησε η ευκολία των σχέσεων εκπροσώπησης των αστικών κομμάτων της μετα-δημοκρατίας και οι διαβεβαιώσεις απαλλαγής από τα μνημόνια, για ν’ αποσυρθούν αμέσως μετά την ανάληψη της κυβέρνησης υπό το κράτος του φόβου της σύγκρουσης για την οποία δεν υπήρχε καμιά προετοιμασία. Ενδεχομένως υπήρξαν προτάσεις μη υποταγής στη διάρκεια της διαπραγματευτικής περιόδου αλλά, επειδή αυτές τέθηκαν την τελευταία στιγμή, δεν μπορούσαν ν’ αποτιμηθούν και δεν αποτολμήθηκαν. Οι λαϊκές τάξεις παρέμειναν αμέτοχες, με την κυβέρνηση να διαβεβαιώνει καθημερινά ότι η συμφωνία βρίσκεται επί θύραις και να διαψεύδεται την ίδια στιγμή.

Οι εντός ΣΥΡΙΖΑ δυνάμεις, βασικά η Πλατφόρμα, έθεταν εξαρχής το θέμα ρήξης με την Ευρωζώνη ως διορθωτική παρέμβαση στην πολιτική που προωθούσε μεθοδικά, με πράξεις και παραλείψεις, η πλειοψηφία που στήριζε τον πρόεδρο. Η παρέμβαση αυτή, ενώ τροποποιούσε τις αποφάσεις, δεν είχε καμία επίδραση στην πρακτική του κόμματος. Το «καμιά θυσία για το ευρώ» ήταν μια κενή ρητορική η οποία ουδέποτε βρήκε υλικό αντίκρισμα. Αντίστοιχα, η «καθαρή γραμμή» της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς υποδείκνυε μια άλλη στρατηγική, εξ’ ίσου όμως ατελέσφορη, αφού δεν μπορούσε να μετατραπεί σε κοινωνικό και πολιτικό σχέδιο με μαζική ανταπόκριση.

Με άλλα λόγια η σύγκρουση με την Ευρωζώνη δεν μπορεί ν’ αποτελεί αντικείμενο ανάθεσης σε μια μελλοντική κυβέρνηση της αριστεράς. Εγκαλούν πολλοί την κυβέρνηση Τσίπρα για προδοσία αλλά η υπογραφή του τρίτου μνημονίου προέκυψε σε μια μακριά διάρκεια συνεχούς αποστασιοποίησης από βασικές προϋποθέσεις αναγκαίες για να υπάρξει σύγκρουση. Αυτές τις προϋποθέσεις πρέπει να διαμορφώσουμε.

Γ. ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΝΟΙΧΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΑΖΙΚΟΠΟΙΗΘΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΑΠΟΚΤΗΣΕΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥΣ ΔΕΣΜΟΥΣ ΚΑΙ ΑΠΗΧΗΣΗ

Οι δυνάμεις της Αριστερής Πλατφόρμας – ιδιαιτέρα το Αριστερό Ρεύμα – λειτούργησαν στο παρελθόν πρωτίστως ως αντιπολιτευτική δύναμη στην κυρίαρχη πολιτική γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ, δίνοντας προτεραιότητα στην επιλογή της εξόδου από την Ευρωζώνη. Σήμερα, η ευθύνη επεξεργασίας της στρατηγικής αυτής που αναπροσανατολίζει τον αντιμνημονιακό αγώνα, είναι ευθύνη των δυνάμεων της Λαϊκής Ενότητας συνολικά. Ο ΣΥΡΙΖΑ συμβιβάστηκε όχι μόνο γιατί δεν είχε εναλλακτική λύση εξόδου από την Ευρωζώνη αλλά γιατί δεν είχε κυρίως σχέδιο σύγκρουσης. Πολιτεύτηκε, μετά το 2012, ως ένα τυπικό κόμμα της μετα-δημοκρατίας, βασίστηκε σε σχέσεις ανάθεσης και υποσχέσεις που αδυνατούσε να εκπληρώσει. Μ’ άλλα λόγια, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν διαμόρφωσε από επιλογή ένα πολιτικό αντιμνημονιακό σχέδιο, συνθέτοντας τους κοινωνικούς αγώνες και διαμορφώνοντας προϋποθέσεις οργανικής ένταξης των λαϊκών τάξεων σ’ αυτό.

Κυβέρνηση της Αριστεράς, ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή της μεγάλης κοινωνικής και παραγωγικής καταστροφής και του καθολικού ελέγχου της πολιτικής της χώρας από τα ευρωπαϊκά πολιτικά κέντρα, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς μια μαζική, λαϊκή, επαναστατικού χαρακτήρα κινητοποίηση που είναι προϋπόθεση τόσο για τη ρήξη με την πολιτική της Ευρωζώνης όσο και για τον παραγωγικό μετασχηματισμό και την κοινωνική ανασυγκρότηση της χώρας.

Για να βαδίσουμε σ’ αυτό τον δύσκολο δρόμο η Λαϊκή Ενότητα πρέπει ν’ αλλάξει ριζικά. Όσοι/όσες στρατευόμαστε δεν ήμασταν ή δεν είμαστε πια επαγγελματίες της πολιτικής. Ζούμε στον κυκεώνα των καθημερινών προβλημάτων επιβίωσης όπως όλος ο κόσμος. Η κοινωνική/πολιτική δράση φαίνεται αναποτελεσματική μετά το σοκ του ΣΥΡΙΖΑ. Χρειάζεται να ξαναϋφάνουμε σχέσεις αλληλεγγύης και εμπιστοσύνης μεταξύ μας που δίνουν νόημα στη συλλογική προσπάθεια. Δυστυχώς αυτό δεν διαφαίνεται. Υπάρχουν πολλαπλές επιδιώξεις, περίκλειστες αντιλήψεις, όχι συλλογικές δυναμικές στοχεύσεις. Η δημόσια εκπροσώπηση γίνεται μονομερώς από ορισμένες συνιστώσες της ΛΑΕ. Ακολουθείται μία επανάληψη της διάρθρωσης του ΣΥΡΙΖΑ- ένα είδος μικρογραφίας που συνιστά συχνά καρικατούρα. Ενώ προεκλογικά υπήρχε συμφωνία για κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο εκλογικής συνεργασίας, σήμερα επιβάλλεται de facto η ΛΑΕ ως μέτωπο πολιτικών συνιστωσών. Για να κινηθεί πάλι μια νέα πολιτική προσπάθεια πρέπει ν’ αλλάξουμε ριζικά τον τρόπο που σκεφτόμαστε και κάνουμε πολιτική. Για ν’ αλλάξουμε την αριστερά σήμερα πρέπει να στοχαστούμε και ν’ αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι.

Η Λαϊκή Ενότητα δεν μπορεί να επαναλάβει τις μεθόδους οργάνωσης και δράσης του ΣΥΡΙΖΑ με μόνη διαφορά την αλλαγή γραμμής. Το ζήτημα του πολιτικού φορέα είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να το απαντήσουμε μεταφέροντας και αναπαλαιώνοντας τις συνιστώσες του παρελθόντος. Αυτό θα σημαίνει, σε τελευταία ανάλυση, ότι δεν σκοπεύουμε ν’ αλλάξουμε πολλά πράγματα, σύμφωνα με την εμπειρία του παρελθόντος και τις ανάγκες ενός νέου θεωρητικού και πρακτικού σχεδίου.

Η πολιτική θεωρία για τον χαρακτήρα των κομμουνιστικών και αριστερών κομμάτων χαρακτηρίζεται από ιστορικότητα και επικεντρώνεται στη σχέση των κομμάτων με το κράτος. Τα αριστερά κόμματα που οδήγησαν στις μεγάλες κοινωνικές κατακτήσεις του 20ου αιώνα και πρωταγωνίστησαν στον αντιφασιστικό αγώνα ήταν κόμματα μαζών. Σήμερα η πολιτική συμμετοχή έχει απαξιωθεί, ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ελάχιστα σε σχέση με τον διακηρυγμένο σκοπό του μέλη – τα περισσότερα ανενεργά. Πρέπει ν’ απαντήσουμε χωρίς τακτικισμούς στο ερώτημα : Μπορούμε να δημιουργήσουμε έναν αριστερό/αντιμνημονιακό ενιαίο και πολυτασικό πολιτικό φορέα, χωρίς εκ προοιμίου διαχωρισμούς, που θα λειτουργεί πρωτίστως οριζόντια και αμεσοδημοκρατικά και ελάχιστα ή καθόλου σε πυραμιδοειδή διάταξη και αρχηγικά ; Μπορεί ένας τέτοιος πολιτικός φορέας να συγκεντρώσει σταδιακά σημαντικές κοινωνικές δυνάμεις ; Μπορούμε να ξεκινήσουμε τη δημιουργία του και να προσεγγίζουμε σταδιακά την ολοκληρωμένη μορφή του μέσα στο χρόνο ; Ένας πολιτικός φορέας πρέπει όχι μόνο να εγγυάται την ελευθερία λόγου κάθε μέλους του αλλά και να διαμορφώνει συνθήκες ισότητας στη σύνθεση των απόψεων, τη λήψη αποφάσεων και την οργανωμένη δράση. Τα παραπάνω είναι βασικές προϋποθέσεις για τη μαζικότητα του πολιτικού φορέα. Δεν πρόκειται για οργανωτικό αλλά για βαθιά ιδεολογικό πρόβλημα. Η ατομικότητα δίνει χώρο στην ισότητα.

Το θέμα του πολιτικού φορέα δεν πρέπει να παραπεμφθεί στις καλένδες και να «λυθεί» σιωπηρά δια της διολισθήσεως. Χρειαζόμαστε, όμως, χρόνο γι’ αυτό πρέπει να ρυθμίσουμε δημοκρατικά και να νομιμοποιήσουμε το προσωρινό σχήμα λειτουργίας ώστε να έχουμε άνεση χρόνου για να καταλήξουμε σε μια ριζοσπαστική αριστερή επιλογή.

Εν κατακλείδι, δεν πρέπει να θεωρούμε ότι η πορεία της ΛΑΕ είναι προδιαγραμμένη και σίγουρη. Ήδη παρατηρούνται κάποιες τάσεις αποσυσπείρωσης σε σχέση με το διευρυμένο εκλογικό σχήμα. Γίνεται προσπάθεια να οικοδομηθεί ένα είδος ΣΥΡΙΖΑ της πρώτης περιόδου των συνιστωσών με πολύ λιγότερες δυνάμεις, λιγότερες κοινωνικές εκπροσωπήσεις, πολύ περιορισμένα θεωρητικά/ιδεολογικά εφόδια και μέσα απήχησης στο ευρύ κοινό. Επιπλέον, τις επιμέρους συνιστώσες απασχολούν θέματα της δικής τους παρουσίας και ισχύος στο κοινό σχήμα. Όμως, αυτές οι αντιλήψεις έχουν δοκιμαστεί και δεν απέδωσαν έναν αριστερό, μαζικό πολιτικό φορέα. Βεβαίως, η μαζικότητα είναι θέμα όχι μόνο δημοκρατίας και ισοτιμίας των μελών – που αποτελούν θεμελιώδη συνθήκη – αλλά και ιστορικής συγκυρίας. Μια νέα αφύπνιση των λαϊκών τάξεων είναι προϋπόθεση για την επιτυχία κάθε νέου πολιτικού εγχειρήματος, το οποίο σε κάθε περίπτωση πρέπει να συγχρονίσει τον βηματισμό του σε όλα τα επίπεδα με την κοινωνική κίνηση.