Δ. Στρατούλης: Η κυβέρνηση, οι δανειστές και τα δεξιά δεκανίκια

0
1154

Του Δημήτρη Στρατούλη, μέλος της Π.Γ. της Λαϊκής Ενότητας, πρώην αν. Υπουργού Κοινωνικής Ασφάλισης

Στις διαπραγματεύσεις στα πλαίσια της δεύτερης αξιολόγησης προδιαγράφονται αρνητικές εξελίξεις στα εργασιακά.

Οι δανειστές εμμένουν στις ακραία νεοφιλελεύθερες απαιτήσεις τους για νέα και ολοκληρωτική εργασιακή κατεδάφιση και προσθέτουν και νέες για μεγαλύτερη μείωση των συντάξεων.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αδυνατεί πολιτικά να υπερασπίσει τις λεγόμενες κόκκινες γραμμές, που η ίδια είχε θέσει, και αρχίζει να υποχωρεί κατά κράτος.

Η ΝΔ συνεχίζει να αποτελεί το δεξιό δεκανίκι δανειστών και κυβέρνησης πιέζοντας για πιο γρήγορη και πιο πιστή ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών.

Η χρησιμοποίηση από την Κυβέρνηση εδώ και μήνες ως δήθεν αμυντικού εργαλείου της αναμενόμενης απόφασης του ευρωπαϊκού δικαστηρίου επί της προσφυγής της LAFARGE (ΑΓΕΤ) για ομαδικές απολύσεις λειτούργησε ως μπούμερανγκ εναντίον της. Αυτή η απόφαση, που εκδόθηκε πριν λίγες ημέρες, δεν αφήνει περιθώρια ελιγμών στην κυβέρνηση, την οδηγεί σε μία ακόμα τραγική υποχώρηση.

Η κυβέρνηση δεν έχει κόκκινες γραμμές απέναντι στις απαιτήσεις των δανειστών για νέα εργασιακή και ασφαλιστική κατεδάφιση με συμπληρωματικό τρίτο και 4ο μνημόνιο. Κι αυτό, επειδή δεν έχει, ούτε θέλει να έχει – και την καίει λοιδορώντας την – εναλλακτική λύση απέναντι στη χρηματοδότηση και τα μνημόνια τους, με έξοδο από την Ευρωζώνη και έκδοση εθνικού νομίσματος, που θα συνοδεύεται από διαγραφή χρέους και αναπτυξιακό φιλολαϊκό πρόγραμμα.

Επομένως η κυβέρνηση, παρά τους ελιγμούς και τη δημιουργία εικόνας σύγκρουσης με τους δανειστές, στο τέλος και πάλι θα υποχωρήσει στους εκβιασμούς τους για διατήρηση και χειροτέρευση του μνημονιακού εργασιακού μεσαίωνα, όπως έκανε με τις μειώσεις των συντάξεων, τη «φορολεηλασία» και το ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου.

Το επιχείρημα της κυβέρνησης ότι θα έχει ως ασπίδα για τα εργασιακά «το μέτωπο» της ίδιας με το ΣΕΒ και την πλειοψηφία της ΓΣΕΕ αποδείχτηκε το πιο αστείο πολιτικό ανέκδοτο της χρονιάς.

Η στάση του ΣΕΒ, το πρωί να λέει ότι διαφωνεί με τους δανειστές και το βράδυ να υπερθεματίζει για νέα εργασιακή καταστροφή, αποδεικνύει για άλλη μια φορά, ότι τα μνημόνια έχουν ταξικό χαρακτήρα. Αυτά προωθούνται από τους δανειστές και εγκρίνονται από τις κυβερνήσεις για τη δημιουργία φτηνής και υποταγμένης εργατικής δύναμης, όχι μόνο για τις πολυεθνικές που αγοράζουν μπιρ-παρά το δημόσιο και κοινωνικό πλούτο της χώρας, αλλά και για τις δυνάμεις του εγχώριου κεφαλαίου.

Το πόρισμα της διορισμένης από τους δανειστές Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων για τα εργασιακά, παρότι η κυβέρνηση το παρουσιάσει ως αμυντικό εργαλείο απόκρουσης των απαιτήσεων των δανειστών, στην ουσία αποτελεί το «Δούρειο Ίππο» τους. Κατοχυρώνει και επεκτείνει την υπάρχουσα μνημονιακή εργασιακή «ζούγκλα» στην χώρα μας. Σε ορισμένα, μάλιστα, σημεία του για τη διαιτησία, αντιπροσωπευτικότητα των σωματείων, ομαδικές απολύσεις, υποκατώτατο μισθό των νεοπροσλαμβανομένων και την ολιγόωρη ή μηδενική εργασία, υιοθετεί τις απαιτήσεις των δανειστών και του ΣΕΒ για ακόμα πιο φτηνούς, κακοπληρωμένους, «ευέλικτους», ανασφαλείς εργαζομένους (ιδιαίτερα μάλιστα όσο αφορά τους νέους).

 

Αυτό που χρειάζεται σήμερα, δεν είναι η μεγαλύτερη απορύθμιση των εργασιακών σχέσεων, αλλά η επαναρύθμισή τους, δηλαδή:

  • Αποκατάσταση και αναβάθμιση του εργατικού δικαίου, των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και του κατώτερου μισθού.
  • Μέτρα ανάσχεσης των απολύσεων.
  • Ριζική μείωση των ελαστικών μορφών εργασίας προς όφελος της πλήρους και σταθερής.
  • Επαναφορά της κυριακάτικης αργίας , οκτάωρου και πενθήμερου.
  • Ενίσχυση ρόλου, αρμοδιοτήτων και στελέχωσης του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας.
  • Μέτρα περιορισμού της αδήλωτης και ανασφάλιστης εργασίας, της εργοδοτικής αυθαιρεσίας και παραβατικότητας.

Μία τέτοια όμως δημοκρατική επαναρύθμιση των εργασιακών σχέσεων δεν μπορεί να γίνει στα πλαίσια των μνημονίων, αλλά με ανατροπή τους.

Τα νέα αντεργατικά και αντιασφαλιστικά μνημονιακά μέτρα μπορούν να ανατραπούν με ενωτικούς, μαχητικούς και συντονισμένους αγώνες των εργαζομένων και όλου του λαού.

ΤΩΡΑ χρειάζεται οι δυνάμεις της Αριστεράς, οι αντιμνημονιακές και προοδευτικές δυνάμεις να συμπαραταχθούν στον αγώνα, για να μην κατεδαφιστούν εργατικές κατακτήσεις ενός αιώνα. Κυρίως, όμως, να συμβάλλουν στη συγκρότηση ενός ευρύτατου πολιτικό, κινηματικού, αλλά και εκλογικού, μετώπου που, στη βάση ενός αντιμνημονιακού, ριζοσπαστικού και βιώσιμου προγράμματος, μπορεί να δώσει νέα ελπιδοφόρα διέξοδο για τον λαό, τη νεολαία και τη χώρα. Όποιος μένει γαντζωμένος στην καθαρότητα ή την αλαζονεία της άποψής του, αντικειμενικά και ανεξάρτητα από προθέσεις, διευκολύνει την συνέχιση των μνημονίων της λιτότητας και της υποτέλειας.