Ιστορικές μνήμες του Κώστα Πετράκου από την περίοδο της κατοχής

0
406

Ιστορικές μνήμες του Κώστα Πετράκου από την περίοδο της κατοχής

(Στη μνήμη του Κώστα Πετράκου-Περιπέτειες της ζωής του κατά την περίοδο της κατοχής από τους Γερμανούς 1940-1944)

Γεννήθηκα την 1η Μαΐου του 1918 σε ένα μικρό χωριό, στα Λιβαδάκια, που ήταν οικισμός της κοινότητας Βασιλιτσίου τότε. Ήμουν το δεύτερο παιδί μιας πενταμελούς οικογένειας. Τέλειωσα το Δημοτικό στο Βασιλίτσι και στη συνέχεια πήγα στο Ημιγυμνάσιο της Κορώνης. Στη συνέχεια πήγα στο Πρακτικό Λύκειο της Καλαμάτας από το οποίο αποφοίτησα το 1939.

Στη Ε΄ Λυκείου αποβλήθηκα μαζί με άλλους 9 συμμαθητές μου γιατί μας έπιασαν μετά από κάρφωμα κάποιου να διαβάζουμε στο λιμάνι της Καλαμάτας το βιβλίο του Μπουχάρη για την Πολιτική Οικονομία και να έχουμε μαζί μας και άλλα μαρξιστικά βιβλία. Ήμασταν 10 άτομα, 2 από την Κορώνη και 8 από την Καλαμάτα. Σωθήκαμε από τα χειρότερα (διότι ήταν δικτατορία του Μεταξά), επειδή ένας από τους συμμαθητές μας, ο Δραγώνας, είχε θείο συνταγματάρχη και ο οποίος κατέθεσε ότι από περιέργεια είχαμε αυτά τα βιβλία στα χέρια μας.

Όταν τελείωσα είχα την ατυχία και αρρώστησα από ξηρά πλευρίτιδα, όπου ταλαιπωρήθηκα ένα χρόνο. Τον Οκτώβριο του 1940 επιστρατεύτηκα.

Στις 28 Οκτωβρίου η Ιταλία μας κήρυξε τον πόλεμο. Εγώ από τον Οκτώβριο μέχρι τον Απρίλιο, μαζί με άλλους 3000 στρατιώτες φοιτούσαμε στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών στην Αθήνα, δια να γίνουμε έφεδροι ανθυπολοχαγοί, δια να μας στείλουνε στην Αλβανία να πολεμήσουμε τους Ιταλούς, διότι ο πόλεμος συνεχίζετο. Δεν προφθάσαμε όμως. Διότι τον Απρίλιο του ίδιου έτους, μας κήρυξε και η Γερμανία τον πόλεμο. Τότε ενώ τους Ιταλούς τους νικούσαμε στις μάχες, δεν μπορέσαμε να αντέξουμε και το κτύπημα και των δύο στρατών (Ιταλικού και Γερμανικού), όπου μοιραίως υποκύψαμε.

Αφού υποδουλωθήκαμε άρχισε να δημιουργείται η εξέγερση όλου του ελληνικού λαού (πείνα, εκτελέσεις, δυστυχία πραγματική).

Άρχισε από το τέλος του 1942 να σχηματίζονται οι πρώτες αντάρτικες ομάδες στα βουνά. Στις πόλεις και στα χωριά αρχίσανε οι πολιτικές οργανώσεις να εργάζονται πυρετωδώς και να βοηθάνε τους αντάρτες, οι οποίοι δρούσαν στα βουνά. Εγώ οργανώθηκα στις πολιτικές οργανώσεις (Ε.Α.Μ.) Ελληνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο. Έτσι ονομάζετο τότε, το 1943.

Η δουλειά που είχα αναλάβει ονομάζετο οργανωτής της Ανατολικής Πυλίας. Ολόκληρο το 1943 εδώ στην περιοχή της Πυλίας δεν είχαμε ενοχλήσεις και φόβο από τους Γερμανούς, διότι στην περιοχή μας δεν είχαν στρατιωτική φρουρά. Η βάση τους ήταν στην Καλαμάτα.

Το 1944 όμως είχαμε εξελίξεις. Οι Γερμανοί εγκαταστάθηκαν στο κάστρο της Κορώνης, οπότε η θέση μας πλέον ήταν επικίνδυνη. Έγινε δε περισσότερο επικίνδυνη διότι δεν ήταν πλέον μόνοι τους. Απέκτησαν και Έλληνες φίλους και συμμάχους, αυτούς που ονομάζαμε ταγματασφαλίτες. Οι ταγματασφαλίτες έγιναν επικίνδυνοι διότι άρχισαν και μας πολεμούσαν εμάς και ήταν με το μέρος των Γερμανών κατακτητών. Όποιον από εμάς συλλαμβάνανε τον παρέδιδαν στους Γερμανούς. Οι Γερμανοί μας φυλακίζανε και μας εκτελούσαν.

Τον Ιούλιο του 1944 εγώ είχα την ατυχία να με συλλάβουν οι ταγματασφαλίτες έξω στο κτήμα μου στου Παπάρα (περιοχή Κορώνης).

Αυτοί με παρέδωσαν στο Αρχηγείο τους στην Κορώνη και αυτοί με συνοδούς τους και με βάρκα με πήγανε στην Καλαμάτα. Εκεί με παρέδωσαν στο ανώτερο αρχηγείο τους όπου με φυλακίσανε μέσα σε ένα δωμάτιο σκοτεινό τύπου απομόνωσης χωριστά από όλους τους άλλους κρατούμενους (ως επικίνδυνο δήθεν δι’ αυτούς). Τη δεύτερη μέρα ήλθε στην πόρτα ένας ταγματασφαλίτης με στολή στρατιωτική και με ρώτησε αν έχω στην Καλαμάτα κανένα γνωστό άνθρωπο. Εγώ του είπα γιατί με ρωτάς; Και αυτός μου είπε, σε ρωτάω διότι θα σε σκοτώσουν. Εγώ αφού μου είπε έτσι, σκέφθηκα και του είπα ένα όνομα μιας γυναίκας γνωστής μας.

Τότε αυτός πήγε και της είπε αυτής της γυναίκας στο σπίτι της ότι τη ζητάει στο τάγμα κάποιος γνωστός της (δηλαδή εγώ). Πράγματι η γυναίκα πρόθυμη ήλθε από περιέργεια να δει ποιος είναι αυτός που τη ζητάει και τι θέλει. Τότε της είπε αυτός ο νέος, ο οποίος τη ζήτησε και την ειδοποίηση ότι τη ζητάω εγώ, αφού βέβαια με φώναξε. Αμέσως κατόπιν αυτός ο άνθρωπος που μεσολάβησε στην υπόθεση αυτή, δεν είδα καμία άλλη φορά όσο καιρό έμεινα φυλακισμένος στο κτίριο αυτό ούτε έμαθα ποτέ ποιος ήταν και τι ρόλο έπαιζε εκεί στο αρχηγείο των ταγματασφαλιτών. Η γυναίκα αυτή με ρώτησε τι θέλω. Τότε εγώ της είπα να μου φέρει ένα πιρούνι και ένα πιάτο, διότι μας έδιναν μια φορά την ημέρα λίγη σούπα από αρακά.

Άλλο τίποτα δεν μπορούσα να της πω διότι οι ταγματασφαλίτες αυτοί που μας φρουρούσαν την κοίταζαν στα μάτια μήπως της πω κάτι που γι’ αυτούς δεν έπρεπε να πω. Η γυναίκα αυτή έφυγε αμέσως και πήγε σπίτι της. Η γυναίκα αυτή ήταν από την Κορώνη και στην κατοχή ο πατέρας μου της είχε δώσει ένα δοχείο λάδι των 17 κιλών και η γυναίκα αυτή από την υποχρέωση αυτή αμέσως κινητοποιήθηκε δραστήρια και παρακάλεσε τον αδελφό της Γεώργιο Γιαλλελή να φροντίσει να βρει κανέναν γνωστό μήπως κατορθώσει να με βγάλει από τη φυλακή.

Αφού πέρασαν 15 ημέρες, δεν φάνηκε τίποτα τέτοιο. Τότε οι ταγματασφαλίτες όσοι ήμαστε δι’ αυτούς περισσότερο επιβαρυμένοι και επικίνδυνοι μας πήραν από το τάγμα και με συνοδούς μας οδήγησαν και μας παρέδωσαν στους Γερμανούς στο 9ο Σύνταγμα Καλαμών (σημερινή Τέντα). Εκεί βιώναμε κάθε ημέρα τον εφιάλτη των εκτελέσεων. Μας έπαιρναν κάθε πρωί από τη φυλακή και σκάβοντας με διάφορα εργαλεία ανοίγαμε τους τάφους, δίπλα από τα κτίρια που μας είχαν. Κάθε απόγευμα έφερναν ένα χαρτί και φώναζαν τα ονόματα των κρατουμένων που θέλανε να εκτελέσουν.

Εγώ δεν άκουσα το όνομά μου καμία από αυτές τις εκτελέσεις. Γιατί; Διότι η γυναίκα αυτή που είχε έλθει και με είδε κατόρθωσε από πολλές παρακλήσεις να συγκινήσει και να πείσει τον αδελφό της να ενδιαφερθεί πραγματικά. Εδώ μίλησε η τύχη που εμείς συνηθίζουμε να λέμε στη γλώσσα μας. Ο αδελφός της αυτός (ο Γεώργιος Γιαλλελής) έτυχε εκ συμπτώσεως το σπίτι του που κατοικούσε στην Καλαμάτα να βρίσκεται μαζί (δίπλα – δίπλα) με το σπίτι ενός αρχηγού των ταγματασφαλιτών, με τον οποίο είχε καλές κοινωνικές σχέσεις λόγω γειτονίας. Τον πλησίασε λοιπόν και τον παρακάλεσε να μεσολαβήσει στους Γερμανούς λόγω της θέσεώς του (συνεργάτης των Γερμανών). Τότε αυτός του είπε, αγαπητέ Γιώργη, ο διοικητής των Γερμανών ονομάζεται Σμιθ. Δεν πλησιάζεται με κανέναν τρόπο ούτε δέχεται τέτοιες συζητήσεις. Είναι αδύνατο να τον πλησιάσει κανένας. Γνωρίζω όμως τον υποδιοικητή, λέγεται Ορλώφ. Θα τον πλησιάσω και θα του μιλήσω να μεσολαβήσει αυτός.

Πράγματι λοιπόν τον πλησίασε και του το είπε. Ο Γερμανός του έδωσε την εξής απάντηση: κ. Γιώργο, δεν είναι εύκολο να τον απολύσω από τη φυλακή. Εκείνο που δύναμαι να σου προσφέρω είναι το εξής: Όταν φωνάζω τα ονόματα κρατουμένων δια εκτέλεση θα παραλείπω αυτό το όνομα Πετράκος και δεν θα το φωνάζω.

Πράγματι και έτσι έγινε. Κάθε φορά που γινόταν εκτέλεση, εγώ δεν άκουγα το όνομά μου. Αυτό συνεχίστηκε μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1944. Τον Σεπτέμβριο του 1944 στις 10 ακριβώς του μήνα, οι Γερμανοί χάσανε τον πόλεμο στο ανατολικό μέτωπο (Ρωσικό) οπότε για καλή μου τύχη έφυγαν από την Ελλάδα και τότε αμέσως κατέλαβαν την Καλαμάτα ο στρατός ο αντάρτικος με αρχηγό τον Άρη Βελουχιώτη (ύστερα βέβαια από μια πολύ μεγάλη και σκληρή μάχη με τους ταγματασφαλίτες). Τότε έληξε η μάχη και αμέσως ανοίξανε τις φυλακές και ελευθερωθήκαμε όσοι είχαμε απομείνει από τις εκτελέσεις.

Η προθυμία του αρχιταγματασφαλίτη να μεσολαβήσει στους Γερμανούς επιτεύχθηκε μέσω του Γιαλλελή, επειδή ο Γιαλλελής του προσέφερε τότε 4 δοχεία λάδι των 17 κιλών τα οποία κατάφερε ο πατέρας μου να τα στείλει με μεγάλη δυσκολία στην Καλαμάτα στον Γιαλλελή, με κάποιον Κορωναίο (που είχε βάρκα) και ο Γιαλλελής του τα έδωσε. Τότε δεν υπήρχε ούτε μέσο συγκοινωνιακό ούτε τίποτε. Ήταν μεγάλες δυσκολίες οι κατακτητές (Γερμανοί) τα είχαν καταστρέψει όλα, διότι ο πόλεμος εμαίνετο σε όλα τα μέτωπα.

Αυτή ήταν η πρώτη περιπέτεια που την ξεπέρασα και από την οποία κατάφερα να επιζήσω και να έλθω σπίτι μου στου Παπάρα.

 

Β΄ Περιπέτεια

 

Όταν έφυγαν οι Γερμανοί και ελευθερωθήκαμε. Ήλθαν οι Άγγλοι με τους οποίους είμεθα σύμμαχοι από το 1941-1945 διατεθειμένοι να επιβάλλουν καθεστώς της αρεσκείας τους (το λεγόμενο δεξιό). Σχηματίσθηκε κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, αλλά δεν διατηρήθηκε. Επήλθε σύγκρουση με τον στρατό του ΕΛΑΣ. Έγιναν σφοδρές μάχες μέσα στην Αθήνα. Τελικά νικήθηκε ο ΕΛΑΣ και υπερίσχυσαν οι Άγγλοι με τους δικούς τους (δηλαδή τους δεξιούς).

Σχημάτισαν κυβέρνηση αποτελούμενη από καθαρούς δικούς τους. Η κυβέρνηση αυτή ίδρυσε σύντομα το λεγόμενο παρακράτος. Έδωσε όπλα στους πολίτες, οι οποίοι άρχισαν και έκαναν διάφορες παρανομίες. Ξυλοκοπούσαν όλους τους πολίτες, οι οποίοι δεν ήταν με αυτούς και εκτελούσαν.

Εγώ έμενα στο κτήμα μου στου Παπάρα μαζί με τον πατέρα μου, τη μάνα μου και τις αδελφές μου και τον αδελφό μου, μικρότερο από εμένα.

Εκεί μια βραδιά στις 12 η ώρα τη νύκτα, άρχισε ένας σκύλος που είχαμε στο κτήμα να γαβγίζει πάρα πολύ. Δεν πέρασαν λίγα λεπτά όπου αυτοί βρέθηκαν απ’ έξω από το σπίτι. Παραβιάζουν την πόρτα και μπαίνουν όλοι μέσα στο ισόγειο του σπιτιού που κοιμόταν ο πατέρας μου. Αυτοί νομίσανε ότι ήμουν εγώ. Κάνανε λάθος και μπήκαν όλοι μέσα στο σπίτι. Δεν έμεινε ούτε ένας έξω από το σπίτι. Εγώ τότε πήδησα από ένα παράθυρο διότι κοιμόμουνα με τις αδελφές μου στο ανώγειο του σπιτιού και όπως αυτοί κατά καλή μου τύχη είχαν μπει όλοι μέσα στο σπίτι κατάφερα και τους έφυγα, πήδησα από το παράθυρο.

Πήρα το δρόμο, χωράφι σε χωράφι και βρέθηκα μέσα σε μια ώρα στο χωριό Λειβαδάκι από το οποίο ήταν η καταγωγή μου. Εκεί γεννήθηκα και εκεί μεγάλωσα. Χτύπησα σε ένα σπίτι συγγενικό μου του Νίκου του Πετράκου και του ζήτησα ένα παντελόνι, διότι έφυγα με το σώβρακο και έτρεμα από το κρύο.

Αφού πέρασε η νύχτα, το πρωί επέστρεψα στου Παπάρα, στο σπίτι μου. Εκεί έμεινα αρκετό καιρό χωρίς να επαναλάβουν να με συλλάβουν. Υπολογίζω ότι θέλησαν να με παραπλανήσουν να νομίσω ότι έληξε η υπόθεση δια να το επαναλάβουν όποτε αυτοί νομίζανε ότι θα πετύχει το εγχείρημά τους. Εγώ όμως μήνες ολόκληρους δεν έμενα τα βράδια στο σπίτι μου. Μου είχε δώσει το κλειδί ο Παναγιωτάκης ο Ταρσούλης και κοιμόμουν στο αγροτόσπιτό του στην ίδια περιοχή στου Παπάρα.

Αφού πέρασε αρκετός καιρός δεν με ενόχλησε κανένας. Κατόπιν από μήνες, μη ημέρα ηλιόλουστη, περίπου μεσημέρι, κοιτάζω αρκετούς χίτες από το Βασιλίτσι πρώην ταγματασφαλίτες, δηλαδή συνεργάτες στην Κατοχή των Γερμανών μαζί με δύο Εθνοφύλακες, δηλαδή στρατιώτες επιστρατευμένους, αλλά επιλεγμένους από την τότε κυβέρνηση (δηλαδή δεξιούς στα πολιτικά φρονήματα). Τότε δεν μπόρεσα να τους ξεφύγω, με συλλάβανε. Αυτοί δια να δικαιολογήσουν τη σύλληψή μου μού ζητήσανε να τους δώσω το όπλο μου, διαφορετικά θα με σκοτώνανε στο ξύλο. Τότε εγώ βρέθηκα σε δύσκολη θέση, γνώριζα πολύ καλά ότι η ζωή μου κινδύνευε σίγουρα. Τότε αυθόρμητα πήρα απόφαση να τους παραπλανήσω, δηλαδή να τους πω ψέματα. Όπλο δεν είχα να τους δώσω που μου ζητούσανε, πράγμα που και οι ίδιοι το γνώριζαν αυτό. Το ζητούσαν όμως όπως σας λέγω ανωτέρω δια να δικαιολογήσουν τη σύλληψή μου, διότι με θεωρούσαν αριστερό, αφού στην κατοχή της Ελλάδας από τους Γερμανούς ήμουν στέλεχος της αντιστασιακής οργάνωσης του Ε.Α.Μ. (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο).

Τους λέγω λοιπόν έχω όπλο, αλλά το έχω στην Κορώνη. Πάμε στην Κορώνη να σας το δώσω. Ευτυχώς το πίστεψαν αυτό και με πήραν συνοδεία να έλθουμε στην Κορώνη να τους δώσω το όπλο, που στην ουσία δεν είχα, τους είπα ψέματα στην απελπισία μου για να κερδίσω λίγο χρόνο και με την ελπίδα στο χρονικό διάστημα που θα μεσολαβούσε μήπως παρουσιαστεί κανένας καλός άνθρωπος και τους έλεγε καμία καλή κουβέντα, μήπως και τους άλλαζε την απόφαση που είχαν να με καθαρίσουν.

Όταν πλησιάσαμε απ’ έξω από την Κορώνη, πήρα άλλη απόφαση. Τους λέγω λοιπόν, κύριοι ακούστε να σας είπω. Εγώ όπλο δεν έχω. Σας είπα ότι έχω όπλο στην Κορώνη δια να με φέρετε από την Κορώνη να ρωτήσετε τι άνθρωπος είμαι. Ότι δεν έχω κάνει κακό σε κανέναν πατριώτη μου και αφού ρωτήσετε να αποφασίσετε.

Τότε αυτοί σκυλιάσανε, οργιστήκανε και άρχισαν να με χτυπάνε με το όπλο τους. Αφού τελείωσαν τον ξυλοδαρμό σκέφτηκαν να μη με φέρουν στην Κορώνη. Άλλαξαν δρόμο και με κατέβασαν συνοδεία στου Σαράντου, περιοχή του κεντρικού δρόμου που οδηγεί Κορώνη, Χαρακοπειό, Καλαμάτα.

Στου Σαράντου με οδήγησαν οι μισοί, οι άλλοι μισοί είχαν δουλειά και συνέχισαν και ήλθαν στην Κορώνη και περάσανε από τον Αστυνομικό Σταθμό.

Στον Αστυνομικό Σταθμό όμως ο μακαρίτης ο πατέρας μου είχε προφθάσει από άλλο δρόμο και είχε πάει νωρίτερα από αυτούς και το είχε καταγγείλει το γεγονός αυτό στον Αστυνόμο της Κορώνης. Πράγματι ο Αστυνόμος ενδιαφέρθηκε και προσπάθησε να τους πείσει ότι η ενέργειά τους δεν είναι σωστή. Αυτοί όμως όχι δεν πειθάρχησαν σε αυτά που τους είπε ο αστυνόμος, αλλά του μίλησαν απρεπώς και μάλλον απειλητικά. Τον έγραψαν στα παλιά τους τα παπούτσια που λέει η λαϊκή ρήση.

Έφυγαν από το Αστυνομικό Τμήμα και ήρθαν στου Σαράντου εκεί που με κρατούσαν όμηρο οι άλλοι μισοί. Με οδήγησαν πάλι δια μέσου του κεντρικού δρόμου στο Χαρακοπειό. Εκεί οι Χίτες (από το Βασιλίτσι) καθίσανε στο καφενείο του Χαρακοπειού να πάρουν καφέ και να πανηγυρίσουν δια τη σύλληψή μου και αργότερα δια τη θανάτωσή μου.

Με παρέδωσαν στους δύο εθνοφύλακες που είχαν μαζί τους, αφού συμφώνησαν μαζί τους να με οδηγήσουν αυτοί μετά από το Χαρακοπειό να πάνε στη Χρυσοκελλαριά να με παραδώσουν στη συμμορία ενός Αγγελόπουλου (Καλόγερο) όπου το βράδυ θα με θανάτωναν.

Εδώ ο παράγοντας τύχη που λέει η λαϊκή ρήση μίλησε δια τρίτη συνεχόμενη φορά και σώθηκα πάλι από βέβαιο θάνατο. Τι έγινε; Ακούστε.

Μόλις με παρέλαβαν οι δύο Εθνοφύλακες από το καφενείο του Μουρδουκούτα να με πάνε στη Χρυσοκελλαριά με σταμάτησαν δια λίγο σε ένα σημείο πίσω από τον κεντρικό δρόμο που οδηγεί στην Καλαμάτα σε κάτι ελιές του Σακελλαρόπουλου, μάλιστα το σημείο αυτό χρησιμοποιείται δια εμπόριο εκεί αγοράζονται ζώα, ελιές και διάφορα άλλα πράγματα.

Αφού με σταμάτησαν δια λίγο στο σημείο ο ένας από αυτούς που ελέγετο Τζανετάκης λέει στον άλλον, περιμένετε λίγο και θα έλθω. Τον βλέπω λοιπόν τον Τζανετάκη, χτυπάει σε ένα σπίτι, του άνοιξε μια κοπέλα και μπήκε μέσα. Ο άλλος που τον έλεγαν Γιατρό κάθισε όση ώρα έλειπε ο άλλος και μου έκανε ψυχολογικό πόλεμο. Ή μας δίδεις το όπλο σου, διαφορετικά δεν σε σώζει καμία δύναμη. Εγώ τότε πήρα το λόγο και του είπα. Ακούστε κύριε, εγώ δεν έχω ούτε όπλο ούτε κακό έχω κάμει σε κανέναν άνθρωπο. Ξέρετε τι ακριβώς συμβαίνει; Αυτοί δηλαδή οι Βασιλιτσιώτες που σας παρότρυναν να με συλλάβετε πήγαν στα τάγματα Ασφαλείας και σκοτώθηκαν και τώρα θέλουν να εκδικηθούν με κάθε τρόπο που νομίζουν αυτοί τους φταίνε θεοί και δαίμονες, που λέει η λαϊκή ρήση. Αφού είσαι επιστήμων γιατρός πρέπει να αντιλαμβάνεσαι εάν έχουν δίκιο ή άδικο. Τότε μου είπε δεν είμαι γιατρός. Εγώ αμέσως αντελήφθην ότι το γιατρός που τον φώναζαν ήταν το ψευδώνυμό του.

Αφού περιμέναμε αρκετή ώρα σε μια στιγμή ανοίγει η εξώθυρα του σπιτιού που είχε πάει ο Τζανετάκης, βγαίνει πρώτος ο Τζανετάκης και δίπλα του ήταν μια κοπέλα, η οποία τον αποχαιρέτησε. Η κοπέλα τη βλέπω και με κοίταξε περίεργα. Τότε τη βλέπω και τον φωνάζει τον Τζανετάκη, γυρίζει αυτός πίσω, ενώ είχε διανύσει μερικά μέτρα. Τότε εκείνη κάτι του ψιθύρισε πολύ σιγά. Έκλεισε αυτή την πόρτα και αυτός ήλθε εκεί που ήμουν εγώ με τον άλλον. Όταν έφθασε κοντά μας, λέει στον άλλον, άφησέ τον να φύγει. Εγώ έπεσα από τα σύννεφα.

Αμέσως εγώ έφυγα, πήγα μάλιστα να περάσω από το κέντρο του Χαρακοπειού, δηλαδή από το καφενείο που ήταν οι Χίτες (οι Βασιλιτσιώτες). Τότε αυτοί με φώναξαν και με συμβούλευσαν να φύγω από άλλο σημείο. Πράγματι εγώ υπάκουσα στη συμβουλή τους και πήρα άλλο μονοπάτι, όπου έφθασα στο χωριό Μουσουλί (Άγιο Ισίδωρο) και από εκεί έφθασα στου Παπάρα στο κτήμα μου όπου έμενα. Έτσι γλίτωσα δια τρίτη φορά από βέβαιη θανάτωση.

Τι συνέβη όμως και αυτοί που με συνέλαβαν δια να με θανατώσουν και άλλαξαν ξαφνικά απόφαση και συμπεριφορά; Αυτά θα σας τα εξηγήσω αμέσως παρακάτω.

Φαίνεται ότι στην υπόθεση αυτή έπαιξε ρόλο σωτήριο δια μένα η κοπέλα αυτή (που ήταν γκόμενα του Τζανετάκη, την οποία αργότερα την παντρεύτηκε). Αυτή η κοπέλα δεν με γνώριζε εμένα. Μερικές ημέρες, πόσο καιρό ακριβώς δεν ενθυμούμαι συναντήθηκα τυχαίως στο Χαρακοπειό με τον αδελφό της, ο οποίος είχε γυρίσει από τη Μέση Ανατολή όπου είχε πάει όλα τα χρόνια της κατοχής. Με τον αδελφό της αυτόν της κοπέλας (τον Παναγιώτη Βασιλογιαννακόπουλο του Αντωνίου) είμαστε συμμαθητές στο Γυμνάσιο. Μόλις με είδε το παιδί χαιρετηθήκαμε και μου αξίωσε να πάμε στο σπίτι του στο Χαρακοπειό. Εκεί φαίνεται με γνώρισε η κοπέλα αυτή με τις άλλες δύο αδελφές της. Τους είπε φαίνεται ο αδελφός τους ότι είμαι φίλος και συμμαθητής του.

Λοιπόν όταν άνοιξε την πόρτα και με είδε με γνώρισε πιστεύω ότι αυτό το ψιθύρισμα που είδα που του έκανε, πιστεύω ακράδαντα ότι του είπε να μην τον σκοτώσετε είναι φίλος του αδελφού μου. Αυτός φαίνεται ότι της είπε ότι συλλάβαμε κάποιον και θα τον σκοτώσουμε στη Χρυσοκελλαριά και αυτή βγήκε από περιέργεια στην εξώπορτα να ιδεί ποιος είναι αυτός ο κάποιος και βλέπει συμπτωματικά ότι ο κάποιος ήμουν εγώ (ο Κώστας) ο φίλος του αδελφού της.

Τότε σίγουρα πιστεύω ότι αυτή του αξίωσε να μην κάμει αυτή την πράξη. Αυτός επειθάρχησε και έκαμε αυτή τη στροφή των 180 μοιρών. Έτσι εξηγείται η σωτηρία μου δια τρίτη φορά.

Μετά από τότε ομαλοποιήθηκε κάπως η πολιτική κατάσταση και δεν είχα άλλες διώξεις.