Πρέπει άραγε να πληρώσουμε το χρέος;

0
304

Των Νταμιέν Μιλέ και Ερίκ Τουσέν

Παλαιότερα, υπήρχε ο Πρώτος Κόσμος, ο «Βορράς», ο οποίος υποτίθεται ότι αποτελούσε ένα μπλοκ ευημερίας. Ακολουθούσε ο Δεύτερος Κόσμος,στον οποίο ανήκαν οι χώρες του σοβιετικού μπλοκ, και ο Τρίτος Κόσμος, στον οποίο περιλαμβάνονταν οι φτωχές χώρες του «Νότου», οι οποίες, ήδη από τη δεκαετία του 1980, είχαν εξαναγκαστεί να υποκύψουν στις προσταγές του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Ο Δεύτερος Κόσμος κατέρρευσε στις αρχές της δεκαετίας του 1990, μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ.Με τη χρηματοοικονομική κρίση του 2008, στον Πρώτο Κόσμο παρατηρήθηκαν σημαντικές αναταράξεις. Συνεπώς, στο εξής, καμία γεωγραφική διαίρεση δεν φαίνεται πλέον εύστοχη. Το μόνο που μπορούμε να διακρίνουμε πλέον είναι δύο κατηγορίες πληθυσμού: από τη μια υπάρχει μια χούφτα ατόμων που επωφελούνται από τον σύγχρονο καπιταλισμό, ενώ από την άλλη υπάρχει η πλειονότητα που τον υφίσταται, κυρίως μέσα από τον μηχανισμό του χρέους.

ΠΡΩΤΟΦΑΝΗ ΠΟΣΟΣΤΑ  

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων τριάντα ετών, οι αδύναμοι κρίκοι της παγκόσμιας οικονομίας βρίσκονταν στη Λατινική Αμερική, στην Ασία ή στις λεγόμενες «χώρες σε μεταβατικό στάδιο» του πρώην σοβιετικού μπλοκ. Από το 2008, ήταν η σειρά της Ευρωπαϊκής Ενωσης να αρχίσει να προκαλεί αμφιβολίες. Ενώ το συνολικό εξωτερικό χρέος των χωρών της Λατινικής Αμερικής ανερχόταν κατά μέσον όρο στο 23% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος τους το 2009, το αντίστοιχο ποσοστό για τη Γερμανία ήταν 155%, για την Ισπανία 187%, για την Ελλάδα 191%, για τη Γαλλία 255%, για την Πορτογαλία 245% και για την Ιρλανδία 1.137%. Πρόκειται για πρωτοφανή επίπεδα.

Αντίθετα απ’ ό,τι συμβαίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες μπορούν να αντλούν άφθονη ρευστότητα από την Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα (Fed), κυρίως μέσα από τη δημιουργία χρήματος, οι χώρες-μέλη της ζώνης του ευρώ δεν διαθέτουν παρόμοιο εργαλείο: το καταστατικό της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) της απαγορεύει την άμεση χρηματοδότηση των κρατών. Ετσι, όταν την περίοδο 2007-2009 οι κυβερνήσεις κινητοποιήθηκαν για τη «διάσωση των τραπεζών» (η οποία κόστισε 1,2 τρισεκατομμύρια ευρώ που διατέθηκαν για την παροχή ρευστότητας και διαφόρων ειδών εγγυήσεων), η χρηματοδότηση των κρατών στηριζόταν στους θεσμικούς επενδυτές, κατά κύριο λόγο στις ασφαλιστικές εταιρείες, στα ασφαλιστικά ταμεία και στις… ιδιωτικές τράπεζες.
Επομένως, μία από τις αναπάντεχες συνέπειες της κρίσης υπήρξε το γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια της περιόδου 2007-2009, αυτή επέτρεψε στους τραπεζίτες της Δυτικής Ευρώπης (Γερμανούς και Γάλλους κατά κύριο λόγο) να χρησιμοποιούν τα κεφάλαια που τους δάνεισαν η Fed και η ΕΚΤ για να αυξήσουν τις δραστηριότητές τους σε αρκετές χώρες (Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία και Ισπανία) και για να αποκομίσουν ιδιαίτερα σημαντικά κέρδη. Από τον Ιούνιο του 2007 (ξέσπασμα της κρίσης των subprimes) έως τον Σεπτέμβριο του 2008 (χρεοκοπία της Lehman Brothers), τα δάνεια που χορήγησαν οι ιδιωτικές τράπεζες της Δυτικής Ευρώπης στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 33%, περνώντας από τα 120 δισ. ευρώ στα 160 δισ. ευρώ.
Την άνοιξη του 2010, τη στιγμή που η ζώνη του ευρώ υφίσταται ισχυρές πιέσεις, η ΕΚΤ δανείζει τις ιδιωτικές τράπεζες με το προνομιακό επιτόκιο του 1%. Αντίθετα, για να δανείσουν χώρες όπως η Ελλάδα, οι τράπεζες απαιτούν ένα κατά πολύ υψηλότερο επιτόκιο: 4-5% για τρίμηνα έντοκα γραμμάτια και περίπου 12% για τίτλους δεκαετούς διάρκειας. Και ποια δικαιολογία προβάλλουν για να στηρίξουν παρόμοιες απαιτήσεις; Τον «κίνδυνο της στάσης πληρωμών» που επικρέμαται πάνω από τους τίτλους της χώρας. Η απειλή ήταν τόσο σοβαρή, ώστε, τον Μάιο του 2010, το επιτόκιο των δεκαετών τίτλων ξεπέρασε το 16,5%. Εξάλλου, για να «τροφοδοτήσει με ρευστότητα» την αγορά τίτλων του κρατικού χρέους, η ΕΚΤ εγγυάται στο εξής τις απαιτήσεις που βρίσκονται στα χέρια των ιδιωτικών τραπεζών, αγοράζοντας από αυτές κρατικούς τίτλους του δημοσίου χρέους, ενώ -θεωρητικά- απαγορεύει στον εαυτό της τη δυνατότητα να προβεί στον απευθείας δανεισμό αυτών ακριβώς των κρατών.
Αξίζει πραγματικά τον κόπο να προσπαθούμε με πείσμα να διατηρήσουμε στη ζωή έναν τόσο παράλογο μηχανισμό; Σε τελική ανάλυση, αφού οι τράπεζες απαιτούν υψηλά επίπεδα ανταμοιβής για τα χρήματα που δανείζουν επειδή σε αυτά ενσωματώνουν τον «κίνδυνο της στάσης πληρωμών», δεν θα ήταν λογικό να εξετάσουμε το ενδεχόμενο της παύσης της αποπληρωμής του χρέους ή ακόμα και την καταγγελία του τμήματος του χρέους που θεωρείται επαχθές; Συνήθως, απλά και μόνο η αναφορά αυτής της επιλογής πυροδοτεί περιγραφές για το τεράστιο χάος στο οποίο θα οδηγήσει οπωσδήποτε παρόμοια ενέργεια: Ο Κριστιάν Νουαγέ, διοικητής της Τράπεζας της Γαλλίας, το θεωρεί «σενάριο της φρίκης»(1). Ωστόσο, από την πλευρά των πληθυσμών που υφίστανται την κρίση, μήπως το «σενάριο της φρίκης» συνίσταται στην εφαρμογή των προγραμμάτων λιτότητας που έχουν εξαγγελθεί;
Ο Χένρι Κίσινγκερ -αμερικανός πρώην υπουργός Εξωτερικών και αναλυτής τον οποίο κανένας δεν θα μπορούσε να υποπτευθεί για αυξημένη συμπάθεια και ευαισθησία προς τον Τρίτο Κόσμο- δήλωσε, το 1989, αναφερόμενος στα προγράμματα δομικής αναδιάρθρωσης και λιτότητας που προωθούσε το ΔΝΤ στις λατινοαμερικανικές χώρες: «Καμία δημοκρατική κυβέρνηση δεν μπορεί να ανεχτεί τις απαιτήσεις των διεθνών θεσμών για παρατεταμένη λιτότητα και δημοσιονομικές περικοπές στον τομέα των κοινωνικών υπηρεσιών(2)». Πόσω μάλλον που, καθώς τα παλαιότερα δάνεια αποπληρώνονται εν μέρει με τη σύναψη νέων δανείων, το δημόσιο χρέος δεν παύει να αυξάνεται παρά τη συνεχιζόμενη πληρωμή των δόσεων για την εξόφλησή του. Το 2009, οι κυβερνήσεις των αναπτυσσόμενων χωρών είχαν αποπληρώσει ποσά που αντιστοιχούσαν σχεδόν στο εκατονταπλάσιο από εκείνα που όφειλαν το 1970 (για την ακρίβεια, 98 φορές μεγαλύτερα). Παρ’ όλα αυτά, το χρέος τους είχε γίνει τριάντα δύο φορές υψηλότερο.

 

ΑΛΛΑΓΗ ΠΟΡΕΙΑΣ

Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, με την άρνησή τους να ενεργοποιήσουν τους μοχλούς που θα επέτρεπαν μια αλλαγή πορείας, αναγκάζουν τους λαούς τους να ακολουθήσουν αυτόν τον δρόμο. Κι όμως, τόσο για τον Βορρά όσο και για τον Νότο, υπάρχει και μιαν άλλη λύση. Πράγματι, κατά τη διάρκεια των δέκα τελευταίων ετών, ορισμένες χώρες κατόρθωσαν να σταματήσουν την εξυπηρέτηση του χρέους τους και να επιτύχουν τη διαγραφή ενός μέρους του. Το 2001, η Αργεντινή, η οποία, χάρη στην παύση της αποπληρωμής του χρέους της επί τριετία επέβαλε στους ιδιώτες δανειστές της μια μείωση που ξεπερνούσε το ήμισυ του χρέους της, το 2005, και, πιο πρόσφατα, ο Ισημερινός. Κι όλα αυτά, χωρίς να επικρατήσει το χάος.
Ο Τζόζεφ Στίγκλιτζ, επικεφαλής των οικονομολόγων της Παγκόσμιας Τράπεζας την περίοδο 1997-2000, συμπεραίνει ότι «τόσο η θεωρία όσο και η πράξη αφήνουν να διαφανεί ότι είναι πολύ πιθανό να υπερέβαλαν όσοι έκαναν λόγο για πλήρες κλείσιμο της στρόφιγγας του δανεισμού»(3). Στην Αργεντινή, την περίοδο 2003-2010, ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης ήταν της τάξης του 8%. Συνεπώς, η παύση των πληρωμών δεν έχει αναγκαστικά ως αποτέλεσμα τον κατακλυσμό που υπόσχονται οι Κασσάνδρες του χρέους. Μήπως όμως μπορεί επιπλέον να αποδειχθεί και θεμιτή;
 

Η ΧΑΡΤΑ ΤΟΥ ΟΗΕ

Για να δεσμεύεται από μια δανειακή σύμβαση, ένα κράτος πρέπει να έχει συναινέσει και η βούλησή του να έχει διαμορφωθεί ελεύθερα. Από αυτή τη συναίνεση γεννιέται η υποχρέωση αποπληρωμής του χρέους. Ωστόσο, η αρχή δεν έχει απόλυτο χαρακτήρα, υπόκειται στους κανόνες νομιμότητας που έχει υιοθετήσει το διεθνές δίκαιο. Ετσι, το άρθρο 103 της Χάρτας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών διακηρύσσει τα εξής: «Σε περίπτωση σύγκρουσης των υποχρεώσεων των κρατών-μελών που προκύπτουν από την παρούσα χάρτα και των υποχρεώσεών τους από οποιαδήποτε άλλη διεθνή συμφωνία, τότε υπερισχύουν οι πρώτες». Στις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη Χάρτα περιλαμβάνονται και όσες προβλέπει το άρθρο 155: «Η ανύψωση του βιοτικού επιπέδου, η πλήρης απασχόληση και οι συνθήκες προόδου και ανάπτυξης μέσα σε οικονομική και κοινωνική τάξη».
Ανταποκρίνονται άραγε σε αυτές τις απαιτήσεις τα «σχέδια βοήθειας» που εκπόνησαν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η ΕΚΤ και το ΔΝΤ για τις χώρες που αντιμετωπίζουν δυσκολίες (και τα οποία είχαν ως στόχο να κατορθώσουν οι χώρες να εξοφλήσουν τους δανειστές τους); Το 2009, στη Λετονία επιβλήθηκε μείωση των δημοσίων δαπανών η οποία αντιστοιχούσε στο 15% του ΑΕΠ της, μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων κατά 20%, μείωση των συντάξεων κατά 10% (η οποία βέβαια κρίθηκε αντισυνταγματική μερικούς μήνες αργότερα) και κλείσιμο πολλών σχολείων και νοσοκομείων. Ωστόσο, ήδη από το 1980, η Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου του ΟΗΕ διακήρυσσε: «Για παράδειγμα, ένα κράτος δεν μπορεί να κλείνει τα σχολεία του, τα πανεπιστήμιά του και τα δικαστήριά του, να καταργεί την αστυνομία του και να παραμελεί τις δημόσιες υπηρεσίες του σε σημείο ώστε να εκθέτει τον πληθυσμό του στην αταξία και στην αναρχία, απλά και μόνο για να εξοικονομήσει τα αναγκαία κονδύλια που θα του επιτρέψουν να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του απέναντι στους ξένους δανειστές του(4)».
Η Σύμβαση της Βιέννης του 1986, η οποία συμπληρώνει τη σύμβαση του 1969 για το δίκαιο των συμβάσεων(5), αναλύει τα διάφορα «ελαττώματα της ελεύθερης βούλησης», τα οποία μπορεί να επισύρουν την ακυρότητα μιας δανειακής σύμβασης: «Ενα κράτος ή ένας διεθνής οργανισμός που αναγκάζεται να υπογράψει μια σύμβαση εξαιτίας της δόλιας συμπεριφοράς ενός άλλου κράτους ή οργανισμού που έχει συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις, μπορεί να επικαλεστεί το γεγονός ότι ο δόλος συνιστά λόγο της ακυρότητας της βούλησής του και της συναίνεσής του να δεσμευτεί από αυτή τη σύμβαση». Δεν θα μπορούσαμε άραγε να χαρακτηρίσουμε ως δόλια και απατηλή τη συμπεριφορά του ΔΝΤ, δεδομένου του αβυσσαλέου χάσματος που χωρίζει την πραγματικότητα από όσα υπόσχεται η ρητορική του; Το άρθρο 1 του καταστατικού του ΔΝΤ θέτει ως στόχο «να διευκολύνει την επέκταση και την αρμονική ανάπτυξη του παγκόσμιου εμπορίου, συμβάλλοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στη δημιουργία και στη διατήρηση υψηλών επιπέδων απασχόλησης και πραγματικού εισοδήματος, καθώς επίσης και στην ανάπτυξη των παραγωγικών πόρων όλων των κρατών-μελών. Αυτοί είναι οι κυριότεροι στόχοι της οικονομικής πολιτικής». Ομως τα μέτρα που επιβάλλει ο θεσμός οδηγούν πολύ συχνά σε μια πολύ διαφορετική κατάσταση, στην αύξηση της ανεργίας, στη μείωση των εισοδημάτων, στις ιδιωτικοποιήσεις. Μπορούμε να μιλάμε για ελεύθερη βούληση και συναίνεση ενός κράτους όταν αυτό έχει βρεθεί παγιδευμένο στα διασταυρούμενα πυρά των κερδοσκόπων των χρηματαγορών, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του ΔΝΤ;
 

ΠΙΘΑΝΗ ΣΤΑΣΗ ΠΛΗΡΩΜΩΝ

Αποδεικνύεται, λοιπόν, ότι υπάρχει ένας μακροσκελής κατάλογος επιχειρημάτων που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παύση των πληρωμών και να νομιμοποιήσουν την απλούστατη και ξεκάθαρη καταγγελία των χρεών που θεωρούνται επαχθή (6). Εξάλλου, εδώ και μερικούς μήνες, η επιλογή αυτή προβάλλει ως κάτι το προφανές. Ακόμα και στους κύκλους των κερδοσκόπων: Σύμφωνα με τις τράπεζες επενδύσεων Morgan Stanley και JP Morgan, στα τέλη Ιουνίου οι αγορές εκτιμούσαν ότι η πιθανότητα να κηρύξει η Ελλάδα στάση πληρωμών έφτανε το 86% (έναντι 50% τον Απρίλιο).
Το φαινόμενο δεν διέφυγε της προσοχής των ισχυρών διαχειριστών του χρηματοοικονομικού τομέα. Ανησυχώντας για το ενδεχόμενο να τους επιβληθεί μετακύλιση στο μέλλον της ημερομηνίας των πληρωμών ή μείωση της αξίας των τίτλων που κατέχουν (στο πλαίσιο μιας επαναδιαπραγμάτευσης την οποία προωθεί σήμερα το Βερολίνο), οι γαλλικές τράπεζες μείωσαν, το 2010, την έκθεσή τους στο ελληνικό δημόσιο χρέος από τα 19 στα 10 δισ. ευρώ. Και οι γερμανικές τράπεζες προέβησαν σε αντίστοιχη κίνηση, από τον Μάιο του 2010 έως τον Φεβρουάριο του 2011: Από τα 16 δισ. ευρώ, η έκθεσή τους υποχώρησε στα 10 δισ. ευρώ. Ανεπαίσθητα, δημόσιοι θεσμοί όπως το ΔΝΤ, η ΕΚΤ και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αντικαθιστούν τους τραπεζίτες και τους υπόλοιπους ιδιώτες επενδυτές. Η ΕΚΤ κατέχει τίτλους του ελληνικού χρέους ύψους 66 δισ. ευρώ (δηλαδή το 20%), ενώ το ΔΝΤ και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν έως τώρα δανείσει στη χώρα 33,3 δισ. ευρώ. Η ίδια διαδικασία έχει δρομολογηθεί και για τις περιπτώσεις της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας. Κι όπως συνοψίζουν οι «New York Times», «αυτό σημαίνει ότι, σε περίπτωση αναδιάρθρωσης, εκείνοι που θα πληρώσουν τον λογαριασμό θα είναι οι φορολογούμενοι και όχι οι ιδιώτες επενδυτές(7)».

 

* To άρθρο δημοσιεύθηκε στην «Ελευθεροτυπία» στις 17-7-2011.

**  Ο Νταμιέν Μιλέ είναι εκπρόσωπος της γαλλικής επιτροπής για την Ακύρωση του Χρέους του Τρίτου Κόσμου (CADTM) και ο Ερίκ Τουσέν πρόεδρος της CADTM Βελγίου. Αυτό το κείμενο προέρχεται από το βιβλίο «La Dette ou la Vie» ( Aden-CADTM, Βρυξέλλες, 2011), του οποίου υπήρξαν συντονιστές.

Υποσημειώσεις

(1) Αναφέρεται από τους Ingrid Melander και Paul Taylor, «Mises en garde sur un possible reprofilage de la dette grecque», Reuters, 24 Μαΐου 2011.
(2) Αναφέρεται από τον Miguel Angel Espeche Gil, «Ilicituddel anza unilateral de los intereses de la deuda externa», Instituto hispano-luso-americano de derecho international, 15ο συνέδριο, 23-29 Απριλίου 1989, Αγιος Δομίνικος (Δομινικανή Δημοκρατία).
(3) «Sovereign debt: Notes on theoretical frameworks and policy analyses», στο έργο των Barry Herman, Jose Antonio Ocampo και Shari Spiegel (υπό τη διεύθυνσή τους), Overcoming Developing Country Debt Crises, Oxford University Press, 2010.
(4) Επετηρίδα της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου του ΟΗΕ (ACDI), 1980, σελ.148.
(5) Η σύμβαση του1969 τέθηκε σε ισχύ το 1980, ενώ η σύμβαση του 1986 βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο στάδιο της κύρωσης.
(6) Για έναν πλήρη κατάλογο, βλέπε La Dette ou la Vie, κεφάλαια ΧΧ και ΧΧΙ, Aden-CADTM, Βρυξέλλες 2011.
(7) Landon Thomas Jr, «In Greece, some see a new Lehman», «The New York Times», 12 Ιουνίου 2011.