Σήμερα 19.4.2017,  στις  17.30  στην  Παλαιά  Βουλή  ο Εθνικό Συμβούλιο Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας της την Ελλάδα και ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων  συνδιοργανώνουν  ημερίδα  με  τίτλο  «Η αρπαγή των αρχαιοτήτων στην Κατοχή και ο αγώνας για την επιστροφή της»

Από  το  πρόγραμμά  της  φαίνεται  σημαντική  ημερίδα  και  αξίζει  ίσως  μόνο  και  μόνο  για  να  ακούσουμε  την κα  Ελένη Πιπέλια, αρχαιολόγο από τη  Διεύθυνση Τεκμηρίωσης & Προστασίας Πολιτιστικών Αγαθών ΥΠΠΟΑ την  εισήγησή  της  με  θέμα « Λάφυρα πολέμου από την Κατοχή: ένα κεφάλαιο που παραμένει ανοικτό» . Προσμονή που   μπορεί  να  μας δώσει υπομονή να υπομείνουμε  τους  χαιρετισμούς  και της κας Υπουργού Πολιτισμού και του κου Προέδρου της Βουλής.

Το ζήτημα της επιστροφής  των  κλεμμένων  πολιτιστικών  θησαυρών  με  είχε  απασχολήσει  εντονόντατα  από  το  2013, και  μάλιστα  το  2014  είχα  δώσει  σε  ένα  usb stick  σε  παράγοντα  της Γραμματείας  του Εθνικού Συμβουλίου, μήπως  και  μπορέσει  να  γίνει  κάτι , διότι  στην  τάση  της  σαλαμοποίησης  των  επανορθωτικών  αξιώσεων  που διατηρεί, ακόμη, η Ελλάδα  έναντι  της  Γερμανίας.

Εκείνη την  εποχή,  το  ζήτημα  των  αρχαιοτήτων  και  του  κατοχικού  δανείου  είχαν  γίνει  ο  προνομιακός  τόπος  της  συστημικής και  της  ακροδεξιάς  σκέψης. Τα  αιτήματα, μάλιστα,  αυτά , αποσυνδεδεμένα  από  την  προβληματική  της  συνολικής  επανόρθωσης, προβάλονταν απομονωμένα, από συγκεκριμένη μερίδα του τύπου, και  φάνταζαν  άκρως νομιμοφανή, «ρεαλιστικά» , «ευχερώς επιδιώξιμα», και  αιτήματα  που  θα  μπορούσαν  να  «συγκινήσουν τους  νομιμόφρονες Γερμανούς», συνδυασμένα  με  ολίγο  από  προγονολατρεία  και  μια ιδέα  από  θεωρίες συνομωσίας κατά  του  τιτανοτεράστιου  και μοναδικού έθνους  μας.

Από  την  προσωπική  μου  μελέτη  και  το αρχείο  που  σιγά – σιγά και με  πολύ κόπο έφτιαξα, μπόρεσα  να  καταλήξω  σε  κάποιες  επεξεργασίες  για  το ζήτημα  αυτό, χωρίς  να  είμαι  αρχαιολόγος , ή  ιστορικός  μελετητής, αλλά  απλά  για  να  βρω  μια  άκρη  για  το  τι  συμβαίνει. Κυρίως για  να  δίνεται  μια  απάντηση  στην  παρανοϊκή ακροδεξιά συνομωσιολογία. Την εργασία  μου αυτή  με  βάση  τα  ανωτέρω  στοιχεία  την έχω  διαπραγματευτεί και ενώπιον  κοινού, με  τελευταία φορά τις 7 Απρ. 2016 στη Σπερχειάδα.

Κατά  την έναρξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου οι Έλληνες Αρχαιολόγοι και η   Αρχαιολογική Υπηρεσία μερίμνησαν για  απόκρυψη των  αρχαιοτήτων, οι στρατοί της τριπλής Κατοχής ( Γερμανικός, Ιταλικός και Βουλγαρικός )  επέφεραν καταστροφές μνημείων, ζημιές σε αρχαιολογικούς χώρους και κλοπές πολιτιστικών αγαθών.  Προ  της  ενάρξεως  του  Ελληνοϊταλικού  Πολέμου  πολλά  σημαντικά  αρχαία  θάφτηκαν  από  το  προσωπικό  του  Αρχαιολογικού  Μουσείου, προκειμένου  να προφυλαχθούν  από  ενδεχόμενους  βομβαρδισμούς.

Παρόλα  αυτά  κατά  τη  διάρκεια  του  πολέμου   είχαμε  εκτεταμένες  καταστροφές

Από την άλλη   κύριο συστατικό της ναζιστικής κοσμοθεωρίας ήταν ο αφανισμός της ιστορικής μνήμης των λαών, μέσω της λεηλασίας των πολιτιστικών της αγαθών,. Για την εξυπηρέτηση αυτού του στόχου κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου,  οι  Ναζί ενεργοποίησαν της κατεχόμενες χώρες δύο επιτροπές: α) την Ειδική  Στρατιωτική Υπηρεσία για την Προστασία της   Τέχνης (Kunstschutz) και β) το Ίδρυμα Rosenberg. Από της  πρώτους μήνες της Κατοχής, οι επιτροπές  αυτές επέκτειναν τη δράση της και στην Ελλάδα.

Αυτές οι Επιτροπές , με την επίφαση του σεβασμού  των Συμβάσεων της Χάγης του 1899 και 1907 περί «Δίκαιου του Πολέμου», αλλά και την υποτιθέμενη συνεργασία με την Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία, λειτούργησαν  ως προμετωπίδα κάλυψης κάθε μορφής επίθεσης στην πολιτιστική κληρονομιά της χώρας.

Παρά ταύτα, στο πόρισμα της  Επιτροπής  του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, το  οποίο ενσωματώθηκε  στο σχέδιο πορίσματος της  Ειδικής Επιτροπής της Βουλής των Ελλήνων , αλλά  και  από την  ενημέρωση που έκανε στην ΔΙΑΚΟΜΜΑΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΩΝ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΝ , τον Οκτώβριου του 2014 η  τότε  προϊσταμένη της Διεύθυνσης Τεκμηρίωσης & Προστασίας Πολιτιστικών Αγαθών ΥΠΠΟΑ  , αρχαιολόγος  κας Σουζάννα Χούλια- Καπελώνη, δεν προκύπτει , από τη μελέτη των αρχείων, που είναι προσιτά μέχρι σήμερα της ερευνητές, η ύπαρξη «άνωθεν» εντολής για μεθοδευμένη αρπαγή πολιτιστικών αγαθών , είτε  από την Kunstschutz , είτε  από το ίδρυμα Ρόζεμπεργκ.

Για  το λόγο αυτό  δεν υπάρχουν  και στα  αρχεία  των  δύο αυτών επιτροπών στοιχεία ( εγγραφές,  πρωτόκολλα, φωτογραφίες, λεπτομέρειες  αποθήκευσης , δελτία απόστολής) τα  οποία  θα  επέτρεπαν  την  αποτελεσματική διεκδίκηση.

Ο αρχαιολογικός  μας  πλούτος, όμως, υπέστη δύο από τις πλέον καταστοφικές  μορφές  διαρπαγής:  α)   της  αποσπασματικές-ευκαιριακές   κλοπές   αρχαιολογικών   αντικειμένων από μεμονωμένους ανώτερους αξιωματικούς και στρατιώτες και β)   της αυθαίρετες και παράνομες ανασκαφές.

Η πρώτη μορφή διαρπαγής, σε συνδυασμό με το παράνομο εμπόριο πολιτιστικών αγαθών, στο οποίο επιδόθηκαν οι Ναζί με ιδιαίτερο ζήλο σε της της κατεχόμενες χώρες, δημιούργησε της προϋποθέσεις μιας ανεξέλεγκτης διακίνησης κλεμμένων θησαυρών.

Στη δεύτερη μορφή, αυτή των αυθαίρετων ανασκαφών, επικεντρώθηκε η δράση του Ιδρύματος Rosenberg, που είχε ως στόχο τη συγκέντρωση αρχαιολογικών τεκμηρίων για την κάθοδο ινδο-γερμανικών φύλων στο Αιγαίο και την τεκμηρίωση ιδεολογικών ακροβατισμών σχετικά με την καταγωγή των Δωριέων από τον Βορρά, τη Θούλη, τη Βαλχάλα κ.λπ.

Από την περιγραφή των δύο αυτών μορφών διαρπαγής γίνεται πρόδηλη η δυσκολία καταγραφής των κλεμμένων αντικειμένων, και ακόμα περισσότερο  των ευρημάτων από της παράνομες ανασκαφές που διενεργήθηκαν κατά την Κατοχή.

Αν και είναι αδύνατον να καθοριστεί ο ακριβής αριθμός της, από την αρχαιολογική τεκμηρίωση έχουν προκύψει έως σήμερα 1.208 αγνοούμενα αντικείμενα, για την κλοπή των οποίων εμπλέκονται και Ιταλοί στρατιωτικοί

Οι απώλειες των πολιτιστικών μας θησαυρών καταγράφηκαν αμέσως μετά το τέλος του πολέμου και αποτυπώθηκαν στην  έκδοση του Υπουργείου Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας (στο οποίο υπαγόταν η Διεύθυνση Αρχαιοτήτων και Ιστορικών Μνημείων), με τίτλο «Ζημίαι των Αρχαιοτήτων εκ του Πολέμου και των Στρατών Κατοχής» (Εθνικό Τυπογραφείο, Αθήνα 1946). Στο  έργο  αυτό , στο εξής για  λόγους συντομίας , μονολεκτικά «Ζημίαι», η  καταγραφή  αναπτύσσεται σε 7 κεφάλαια [1) Κλοπαί 2) Αυθαίρετοι ανασκαφαί, 3) Καταστροφα( σε αρχαιολογικούς τόπους και ιστορικά μνημεία, 4) Ζημίαι εκ των πολεμικών ενεργειών 5) Υλικοί ζημίαι 6) Προστασία μέσω των αρχαιοτήτων, δηλαδή εγκατάσταση στρατιωτικών τμημάτων μέσα ή πλησίον των αρχαιολογικών χώρων για να προστατευτούν και 7} Αυθαιρεσίαι και βαναυσότητες κατά νόμων, προσώπων και πραγμάτων  στα οποία γίνεται διακριτή αναφορά στη δράση των τριών στρατών Κατοχής ανά γεωγραφική περιοχή. Αποτυπώνει δε της επιπτώσεις του πολέμου στην πολιτιστική κληρονομιά της χώρας, αμέσως μετά την αποχώρηση των Γερμανών και πριν την έναρξη του εμφυλίου πολέμου , σε  21 σχετικά  κεφάλαια  ξεχωριστά  για  κάθε  κατοχική δύναμη ( Γερμανοί, Ιταλοί , Βούλγαροι) .

Το έργο «Ζημίαι», μαζί με την έκδοση Works of Art in Greece, the Greek Islands and the Dodecanese. Losses and Survivals in the War, London 1946 (έκδοση His Majesty’s Stationery Office) Αγγλικού Στρατού αποτέλεσαν το πρωτογενές υλικό άντλησης πληροφοριών, αφενός για τη διεκδίκηση και τον επαναπατρισμό κλαπέντων πολιτιστικών αγαθών και αφετέρου τη συνέχιση της έρευνας που διενεργεί εκ νέου το Υπουργείο Πολιτισμού, επικουρούμενο πλέον από της δυνατότητες της σύγχρονης τεχνολογίας, όπως  είχα  πληροφορηθεί  από δημοσιεύματα  στην καθημερινή το 2014, με  αφορμή  την  επιστροφή  των «οστράκων» του πρωτοελληνικού οικισμού , μαγούλας  Βισβίκη το 2014 .

Δυστυχώς,  το  έργο Ζημίαι δεν συνοδεύεται από φωτογραφίες ή περιγραφές, ή  μνεία  του αριθμού  του  εκθέματος , στο αρχείο της  κάθε  συλλογής, για  να  αναζητηθεί  περαιτέρω από δευτερογενείς  οδούς ( ανασκαφικά πρωτόκολλα, ημερολόγια , αρχεία κ.λπ) Παραμένει όμως  ένα  τιτάνιο έργο  καταγραφής μιας  τόσο μεγάλης  καταστροφής, σε  ακαριαίο χρόνο. Χωρίς  το έργο αυτό δεν θα  είχαμε  τίποτα  και  πρέπει  να  χρωστάμε αιώνια ευγνωμοσύνη στον αρχαιολόγο Χ. Καρούζο, μέλος του ΕΑΜ, που  κατάφερε να  εκδώσει  αυτό το έργο.

Ο  καθηγητής Αρχαιολογίας  Νικόλαος  Πλάτων, γενικός έφορος αρχαιοτήτων Κρήτης,   τον Ιανουάριο  του 1947 δημοσιεύει  πολυσέλιδο  άρθρο  στο  περιοδικό «Χρονικά» του  Ηρακλείου  με  τίτλο «Η  τύχη  των  αρχαιοτήτων  της  Κρήτης  κατά  τον  πόλεμον» . Εκεί εξειδικεύει  πτυχές  που αφορούν στις κρητικές αρχαιότητες και   εντοπίζει  και  της  ανωτέρω  αδυναμίες  του  έργου  «Ζημία», ( έλλειψη  περιγραφών, απεικονίσεων, φωτογραφιών κ.λπ)

Το αξιοσημείωτο , όμως, είναι  ότι  παρά  τις  τεράστιες δυσκολίες  του εγχειρήματος , οι δημόσιες υπηρεσίες της Χώρας έχουν  κατορθώσει από  το 1947 έως σήμερα να ολοκληρώσουν 27 υποθέσεις επαναπατρισμού που αναλύονται σε 1.158 αρχαιολογικά αντικείμενα, 41 κιβώτια με συνολικά 8.511 έντυπα και αρχεία της εβραϊκής κοινότητας της Ελλάδος, 8.500 ευρήματα κεραμικής νεολιθικής εποχής από παράνομη ανασκαφή στη Θεσσαλία , μεγάλο αριθμό ευρημάτων από της παράνομη ανασκαφή παλαιολιθικής περιόδου σε περιοχή της Κωπαΐδας. , μεγάλο αριθμό  από  ευρήματα  από παράνομη  ανασκαφή στο Κουφόβουνο Λακωνίας, τελευταία  το  Νοέμβριο του 2017 , επέστρεψαν στο Μουσέιο Ηρακελίου αρχαιότητες που αφαίρεσε παράνομα το 1941 ο Αυστριακός στρατηγός Γιούλιους Ρίνγκελ από το Στρωματογραφικό Μουσείο και τη Βίλα Αριάδνη στην Κνωσό. Αρχαιότητες που ο Ρίνγκελ πααραχώρησε το 1945 στο Πανεπιστήμιο του Γκρατς προκειμένου να δημιουργηθεί «Κρητική Συλλογή».

Ένα  μικρό  ιστορικό  της  υπόθεσης  είναι  το εξής

Βάσει των αρχών της Διασυμμαχικής Διακήρυξης που υπεγράφη στο Λονδίνο της 5.1.1943, οι κυβερνήσεις των συμμάχων συνέστησαν στρατιωτικές επιτροπές της εδαφικές συμμαχικές ζώνες, με σκοπό την ανεύρεση και απόδοση της νόμιμους κατόχους «των μορφωτικών αντικειμένων και αντικειμένων τέχνης » που είχαν κλαπεί από της Ναζί και εντοπίστηκαν της περίπου 1500 αποθήκες-αποθετήρια όπου οι τελευταίοι τα  έκρυβαν. Η Ελληνική Στρατιωτική Αποστολή κατέθεσε της 21.2.1947 «Αίτηση απόδοσης αρχαίων έργων τέχνης στην Ελλάδα»», που συνοδευόταν από ένα επτασέλιδο Υπόμνημα (Memorandum) με τα της αναζήτηση κλαπέντα αρχαιολογικά αντικείμενα.

Στο κείμενο της αίτησης αναφέρεται ρητά ότι ζητείται η απόδοση «όχι μόνο των αρχαιοτήτων που αναφέρονται στο Υπόμνημα, αλλά και κάθε άλλου αντικειμένου που οι Γερμανοί απεκόμισαν από την Ελλάδα κατά τον πόλεμο». Όπως  προκύπτει  από το πόρισμα  του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους  που  μελέτησε  το συγκεκριμένο φάκελλο του Αρχείου Στρατιωτικών αποστολών, που φυλάσσεται στο Αρείο του Υπουργείου των Εξωτερικών, ο τότε Αρχηγός της Ελληνικής Στρατιωτικής Αποστολής Πλοίαρχος Κ. Παπαγεωργίου, στο από 10 Φεβρουαρίου 1947 έγγραφό του της τη Διεύθυνση Οικονομικών Ζητημάτων του Υπουργείου Εξωτερικών αναφέρει: « …Ετονίσαμεν  ιδιαιτέρως, ότι τα αναγραφόμενα αντικείμενα είναι εν πολλοστημόριον των υπό των Γερμανών απαχθέντων, διότι δεν είναι δυνατόν να γνωρίζωμεν τα υπ΄’αυτών ανευρεθέντα και σφετερισθέντα κατά τας παρανόμους ανασκαφάς ή κατά τας εκσκαφάς χάριν στρατιωτικών έργων, επειδή τα ανωτέρω αντικείμενα δεν είναι μέχρι σήμερον γνωστά, επεφυλάχθημεν των δικαιωμάτων της ελληνικής Κυβερνήσεως, γενικώς, δια παν αρχαίον αντικείμενου, όπερ εξήχθη κατά τον πόλεμον εξ Ελλάδος εις Γερμανίαν……».

Το κύριο πρόβλημα που είχε να αντιμετωπίσει η Ελληνική πλευρά ως της τη διεκδίκηση των κλαπέντων, ήταν η απαίτηση εκ μέρους των Συμμάχων εντοπισμού και ταύτισης των αντικειμένων μεταξύ των λεηλατημένων έργων τέχνης της τέσσερις συμμαχικές ζώνες κατοχής της Γερμανίας. Κάτι  πολύ  δύσκολο, λόγω  της  μη   ύπαρξης φωτογραφιών , ή  περιγραφών στο έργο « Ζημίαι».

Αρωγή  στην  προσπάθεια αυτή  κλήθηκε  να  δώσει  το  1948 ο Ληξουριώτης  διεθνούς φήμης καθηγητής  Αρχαιολογίας Σπυρίδων Μαρινάτος . Ο Μαρινάτος ήταν διεθνούς ακτινοβολίας  καθηγητής αρχαιολογίας, με  παγκοσμίου φήμης ανασκαφικές εργασίες σε Κρήτη Πελοπόννησο και Κεφαλονιά ( στη Σαντορίνη απασχολήθηκε μεταπολεμικά), που  προπολεμικά αποτελούσαν  τον  μεγαλύτερο πόλο έλξης τουριστών από τις  πιο εύπορες  χώρες του δυτικού κόσμου. Ο Μαρινάτος μιλούσε τρεις ξένες γλώσσες, ήταν πολυταξιδεμένος, με σπουδές στο Βερολίνο και το Παρίσι , συμμετοχή  σε  δεκάδες  επιστημονικά συνέδρια(ήταν και εθνικόφρων, και μάλιστα στις 28 Οκτωβρίου 1945, είχε  εκφωνήσει και ένα  εμετικό λόγο που εκθείαζε  το Μεταξά και το Γλύξμουργκ ) . Εν πάση , όμως  περιπτώσει  είχε, και όλα τα εφόδια  που τον καθιστούσαν τον πιο γνωστό παγκοσμίως Έλληνα  αρχαιολόγο εκείνης της εποχής.

Της 18 Μαΐου του 1948, ο Μαρινάτος αναχώρησε αεροπορικώς για τη Ρώμη με σκοπό να εντοπίσει και να επαναπατρίσει τα  κλεμμένα αρχαία της Κατοχής με εντολή του υπουργείου Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας που είχε κάνει και την πρώτη καταγραφή. Ως  εφόδια  είχε  είχε μεταφρασμένη το έργο «Ζημίαι»  του 1946 1946 με της καταγεγραμμένες κλοπές, επαρκή χρηματοδότηση  -σε δολάρια- και το ελεύθερο να αποφασίσει πέρα από τη Ρώμη, το Βερολίνο και το Γκρατς, που ήταν οι προγραμματισμένοι σταθμοί, πού αλλού θα χρειαζόταν να ταξιδέψει, οδηγούμενος από την ερευνά του. Το σημαντικότερο της εφόδιο που διέθετε ήταν η   στολή και ο βαθμός του ταγματάρχη που είχε πάρει με συνοπτικές διαδικασίες από το Α’ Σώμα Στρατού έναν τον Απρίλιο του 1948, προκειμένου να μπορέσει να συνδιαλλαγεί με της συμμαχικές δυνάμεις για τον εντοπισμό και τον επαναπατρισμό των αρχαιοτήτων.

Βεβαίως  ο  βαθμός  του ταγματάρχη  δεν ήταν το επαρκέστερο εφόδιο, όπως  προκύπτει από σχετικά  πρόσφατο βιβλίο που εκδόθηκε το 2014, για  τη  ζωή  του,   ο Μαρινάτος ανησυχούσε για το αν ο βαθμός του ταγματάρχη  θα του έδινε το  απαιτούμενο κύρος  για να φέρει σε  πέρας  την  αποστολή του. . Οι συμμαχικές, μάλιστα,  δυνάμεις στο Βερολίνο είχαν αρχίσει να δημιουργούν δυσκολίες στον έλληνα αρχαιολόγο και να φέρνουν αντιρρήσεις στο επικείμενο ταξίδι του, πριν ακόμη φύγει. Χαρακτηριστικό το απόσπασμα από ένα γράμμα που είχε στείλει στη γυναίκα του και αναφέρεται σε επιστολή που είχαν στείλει οι ρωσικές δυνάμεις κατοχής του Βερολίνου. Ο Μαρινάτος γράφει ότι της Ρώσος συνταγματάρχης «ισχυρίζεται ότι τα στοιχεία της είναι ανεπαρκή για να αποδώσουν κάποιο άγαλμα. Διότι, λέγει, δεν φέρει όνομα. Εσκέφθην να το βαπτίσω εγώ Μακεδονία και να ζητήσω την άμεση αποκατάστασίν του».

Στο ταξίδι, που διήρκεσε 75 ημέρες, συνάντησε της ανάλογες δυσκολίες, δεν κατάφερε να φτάσει στο  Βερολίνο, καθώς οι συμμαχικές δυνάμεις κατοχής της πόλης δεν του το επέτρεψαν, προβάλλοντας δικαιολογίες και γραφειοκρατικά εμπόδια, ενώ και της της δύο σταθμούς –της γράφει ο της ο Μαρινάτος στην αναφορά του- τόσο οι στρατιωτικοί όσο και κάποιοι αρχαιολόγοι τον αντιμετώπιζαν με απροθυμία ή ακόμα και δυσπιστία.

Στη Ρώμη στόχος του ήταν να εντοπίσει και να επιστρέψει στην Ελλάδα δεκάδες αρχαία που είχαν φύγει από τη Ρόδο, το 1940, για να συμπεριληφθούν σε μια μεγάλη έκθεση αρχαιοτήτων, που είχε γίνει στη Νάπολη. Μεταξύ των αρχαιοτήτων αυτών και η οκλάζουσα απολουομένη Αφροδίτη της Ρόδου, η οποία έφτασε με το υπερωκεάνιο «Νέα Ελλάς» έξι μήνες αργότερα, γιατί ο Μαρινάτος και ο Ελληνας πρόξενος της Νάπολης είχαν αποφασίσει ότι ήταν παρακινδυνευμένο να ταξιδέψει ασυνόδευτη με ξένο μέσο.

Ο Μαρινάτος περιόδευσε σε μουσεία και πανεπιστήμια ψάχνοντας τα αρχαία της λίστας και χάρη σε παλιές του γνωριμίες από τη διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα μπόρεσε να βρει κάποια άκρη και βέβαια πολλά από τα κλεμμένα.

Δεύτερος σταθμός του ταξιδιού ήταν το Γκρατς, όπου έφτασε τον Ιούλιο του 1948. Η μικρή πόλη της Αυστρίας δεν έχει επιλεγεί τυχαία — ήταν η πόλη απ’ όπου καταγόταν ο διάσημος Αυστριακός στρατηγός Ρίνγκελ και ο οποίος το 1941 είχε κάνει στρατηγείο του τη βίλα Αριάδνη στην Κνωσό, αφαιρώντας από της συλλογές τόσο της Κνωσού όσο και της Γόρτυνας πλήθος αρχαιοτήτων, τα οποία στη συνέχεια απέστειλε στην πατρίδα του.

Όταν ο Μαρινάτος φτάνει εκεί, απογοητευμένος από την άρνηση των συμμαχικών δυνάμεων κατοχής του Βερολίνου να τον δεχτούν, βιώνει μια ακόμη απογοήτευση: μαθαίνει ότι ο στρατηγός Ρίνγκελ έχει εγκαταλείψει την πόλη καθώς τον αναζητούσαν για να δικαστεί για εγκλήματα πολέμου, ενώ η έπαυλη του είχε λεηλατηθεί από της ρωσικές δυνάμεις, οι οποίες είχαν πάρει μαζί και όλα τα αρχαία. Παρά  ταύτα, ο  Μαρινάτος, ερευνώντας, έμαθε ότι κάποια από τα κλοπιμαία της Κνωσού είχαν γίνει δωρεά από τον Ρίνγκελ στο κρατικό πανεπιστήμιο της πόλης και έτσι κατάφερε να τα εντοπίσει. Αφού τα μελέτησε, τα πακέταρε και έτσι τρία μεγάλα κιβώτια έφτασαν τότε στην Ελλάδα. Μάλιστα, τον Σεπτέμβριο του 1948, ταξίδεψε ξανά μαζί με της αρχαιότητες, αυτήν τη φορά για να της παραδώσει ο της στον αρχαιολογικό χώρο της Κνωσού.

Κάποια βέβαια  είχαν  μείνει  και κάποια , που   μας  επιστράφηκαν  το Νοέμβρη του 2017.

Από την επισκόπηση του πορίσματος  της  επιτροπής  του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, του σχεδίου πορίσματος  της Διακομματικής Επιτροπής της Βουλής και το τεύχος  του περιοδικού Αρχαιολογία του 2014 , πληροφορούμαστε ότι μετά  έρευνα που πραγματοποιήθηκε στο Ιστορικό Αρχείο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και στο Ιστορικό και Διπλωματικό Αρχείο του ΥΠΕΞ προκύπτει ότι η πλειοψηφία των αιτημάτων της Ελληνικής Κυβέρνησης για απόδοση και επαναπατρισμό  κλαπέντων αρχαιολογικών αντικειμένων είχε  απορριφθεί λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων κλοπής και μη εντοπισμού των αντικειμένων της αποθήκες. Τα έγγραφα με τα οποία οι Συμμαχικές Επιτροπές απαντούν στην Ελληνική Στρατιωτική Αποστολή καταλήγουν ότι: «Το αίτημα απορρίπτεται διότι δεν εντοπίζονται τα αναφερόμενα της αιτήσεις της αντικείμενα και λόγω έλλειψης φωτογραφιών δεν δύναται να συνεχιστεί η έρευνα». Προσωπικά  έχω  δει  και  φωτοτυπία   λίστας  αιτημάτων, που  έχει  ανασύρει  από τα Γενικά Αρχεία της Γερμανίας στο Κομπλεντζ ο δημοσιογράφος κ. Κουτσομητόπουλος, που  περιέχεται  και  αίτημα για  την  επιστροφή μαρμάρινης  σαρκοφάγου  ελληνιστικής εποχής , που απορρίφθηκε.  Το κύριο βάρος της επιλογής για τα της απόδοση αγαθά, διεκπεραιωνόταν κυρίως από την Αμερικανική και τη Γαλλική επιτροπή.

Μέχρι το 1952 όπου λειτουργούν οι Συμμαχικές Επιτροπές Απόδοσης Αγαθών, επαναπατρίζονται στην Ελλάδα 520 αντικείμενα και τα 41 προαναφερόμενα κιβώτια με αρχεία της Εβραϊκής κοινότητας. Στην πρώτη αυτή χρονική περίοδο της διεκδίκησης και αποδόσεων, η πολιτική της χώρας αποτυπώνεται στο από 2-7-1949 έγγραφο της Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Θρησκευμάτων & Εθνικής Παιδείας της  το ΥΠΕΞ: « «……γνωρίζομεν υμίν ότι είναι ανάγκη της το όλον θέμα της αποδόσεως εκ μέρους των Γερμανών των εξ Ελλάδος διαρπαγέντων κατά την Κατοχήν αρχαίων και καλλιτεχνικών θησαυρών   επανέλθη κατά την συζήτησιν της Συνθήκης Ειρήνης μετά της Γερμανίας», της  συνθήκης ειρήνης  που δεν έχει συνομολογηθεί μέχρι σήμερα.

Η δεύτερη φάση της διεκδίκησης των κλαπέντων αρχαιολογικών αγαθών ξεκινά  τον Μάρτιο, περίπου,  του 1956 με τη δημοσίευση της Ανακοίνωσης «Περί προσχωρήσεως της Ελλάδος εις τον Καταστατικόν Χάρτη της Διαιτητικής Επιτροπής επί των περιουσιών κλπ. Εν Γερμανία» (ΦΕΚ 80/Α/6.3.1956), ως αποτέλεσμα της «Σύμβασης της Βόννης» 26.5.1952» και της κύρωσης από την Ελλάδα του «Πρωτοκόλλου των Παρισίων» 23.10.1954». Βάσει των διατάξεων του Πέμπτου Κεφαλαίου της Ανακοίνωσης η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποχρεώθηκε να συστήσει Διοικητικό Όργανο στο οποίο ανατέθηκε «…..η αναζήτηση, η ανάληψη και η απόδοσις των τιμαλφών, αργυρών σκευών και επίπλων παλαιών ως και των αγαΰών των σχέσιν εχόντων με τον πολιτισμόν…….» προσδιορίζοντας της ότι αφορά αγαθά τα οποία είχαν αφαιρεθεί από της διάφορες χώρες, που κατέλαβε η Γερμανία στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και των οποίων η ύπαρξη διαπιστώθηκε στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας μετά το τέλος του πολέμου. Το Διοικητικό αυτό όργανο, έδρευε οτο BAD HOMBURG , λάμβανε της σχετικές αιτήσεις εντός ορισμένης προθεσμίας (8.5.1957) από την κυβέρνηση του κράτους, από το έδαφος του οποίου αφαιρέθηκε το κινητό πολιτιστικό αγαθό. Ως εκ τούτου, το Υπουργείο Παιδείας σε συνεργασία με την Ελληνική Πρεσβεία στη Βόννη επανήλθε στο θέμα των κλαπέντων πολιτιστικών αγαθών και προώθησε της το Διοικητικό όργανο της Γερμανίας αιτήσεις για συγκεκριμένα αρχαιολογικά αγαθά, τα οποία δεν είχαν εντοπιστεί μέχρι τότε. Αναφέρονται χαρακτηριστικά περιπτώσεις κλοπών για της οποίες επανήλθε η Ελληνική πλευρά : αρχαία εκ Κνωσσού, χρυσό στεφάνι και άγαλμα Αθηνάς από Λάρισα, δύο μαρμάρινοι αμφορείς από Σούνιο, γλυπτά από Μαρμαρία Δελφών, αντικείμενα από της αρχαιολογικές συλλογές Χαιρώνειας, Θερμού, Χαλκίδας κ. α.

Στο από 22.12.1959 έγγραφο, της Ελληνικής Πρεσβείας στη Βόννη της τη Διεύθυνση Αρχαιοτήτων ο Πρέσβης Υψηλάντης περιγράφει τη δυσκολία της διεκδίκησης των κλαπέντων αρχαιολογικών αγαθών : «…….Δεν αρκεί της να αποδειχθεί η εξ Ελλάδος αφαίρεσις των αρχαιοτήτων. Ως εξήγησα ήδη εις προηγούμενα της υμάς έγγραφα, διά να ευσταθήσει η αίτησις αποδόσεως ή αποζημιώσεως, εν τω πλαισίω της Συμβάσεως  Βόννης-Παρισίων, απαιτείται η απόδειξις της εν Δ. Γερμανία μεταφοράς των αρχαιοτήτων και η ενταύθα εξατομίκευσίς των. Και είναι μεν βεβαίως δικαιολογημένη η αδυναμία των Ελληνικών Αρχών της προσκομίσουν τας ως άνω αποδείξεις, εξ’ άλλου της, ίνα ζητηθεί παρά του Ομοσπονδιακού Γραφείου της προβεί τούτο εις έρευνας εν Γερμανία της ανεύρεσιν και εξατομίκευσιν των απαχθέντων  αντικειμένων, ως έχει υποχρέωσιν  δυνάμει της συμβάσεως, είναι απαραίτητος η ακριβέστατη περιγραφή αυτών, συνοδευόμενη, ει δυνατόν, και υπό φωτογραφίας. Εάν όθεν νομίζητε ότι είναι δυνατή η προσκόμισις συμπληρωματικών στοιχείων κατά τα ανωτέρω,……….παρακαλώ της μοι ανακοινώσητε τούτο εγκαίρως ίνα δυνηθώ να ζητήσω παράτασιν των προθεσμιών. ‘Αλλως φρονώ ότι η αίτησις ημών δεν εμφανίζει πιθανότητα τίνα επιτυχίας.»

Έως  το 1960 το Διοικητικό όργανο της Γερμανίας, βάσει των διατάξεων της Συμβασης, θα  κρίνει ότι της οι αιτήσεις της ελληνικής πλευράς είναι απορριπτέες και σύμφωνα με το σκεπτικό των αποφάσεων αναφέρει ότι «…..η αίτησις απερρίφθη διότι πάσαι  αι  κατ΄ αίτησιν της Ελληνικής Αποστολής Αποδόσεων και της Βασιλικής ταύτης Πρεσβείας γενόμενοι εν Γερμανία έρευναι είτε της ανεύρεσιν των αντικειμένων είτε της διαπίστωσιν της ενταύθα μεταφοράς και είτε απώλειας των, απέβησαν άκαρποι.» Της απορριπτικές αποφάσεις υπογραμμίζεται η έλλειψη περαιτέρω στοιχείων και ως εκ τούτου η Ελληνική πλευρά διαπιστώνει ότι θεωρείται «…..μάταια η προσφυγή κατά της εκδοθησομένης αποφάσεως του Ομοσπονδιακού Γραφείου ενώπιον της εν KOBLENΖ Διεθνούς Διαιτητικής Επιτροπής».

Από το 1960, η υπόθεση της λεηλατημένης πολιτιστικής κληρονομιάς κατά τη διάρκεία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου φαίνεται να αδρανεί σε διεθνές επίπεδο, μέχρι το 1998 όπου στη Διεθνή Διάσκεψη της Ουάσιγκτον (Les principes de Washington ή The Washington Conference on Holocaust-1998)  44 Κράτη, ανάμεσα στα οποία και η Ελλάδα, υπέγραψαν μνημόνιο συνεργασίας με στόχο τον εντοπισμό και την επιστροφή κλεμμένων από της Ναζί έργων τέχνης  κατά την περίοδο   1933-1945,   έχοντας της  ως προσανατολισμό τα θέματα του Ολοκαυτώματος. Η Εθνική αντιπροσωπεία της Ελλάδος εκπροσωπήθηκε από το ΥΠΕΞ, χωρίς τη συμμετοχή του Υπουργείου Πολιτισμού.

Έκτοτε, με αφετηρία την υπενθύμιση, επαναβεβαίωση και ενδυνάμωση των Αρχών της αρχικής Διάσκεψης της Ουάσιγκτον ιδρύθηκαν δύο Παγκόσμιοι Οργανισμοί, οι οποίοι διατηρώντας τη μνήμη του Ολοκαυτώματος, επικεντρώνονται και στα θέματα της λεηλατημένης τέχνης. Πρόκειται για τον International Holocaust Remembrance Alliance (IHRA )και τον European Shoahl02 legacy Institute (ESLI), που ιδρύθηκε το 2010 στην Πράγα. Και της δύο οργανισμούς η Ελλάδα εκπροσωπείται από το ΥΠΕΞ. Ο Οργανισμός ESLI, με αφορμή την Ελληνική Προεδρία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, διοργάνωσε την 4η διάσκεψη του στην Αθήνα (Μουσείο Ακρόπολης 2-5.6.2014) με θέμα την αναζήτηση κλαπέντων πολιτιστικών αγαθών κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το Υπουργείο Πολιτισμού σε συνεργασία με το ΥΠΕΞ, ενέταξε στα θέματα της συνάντησης το Θέμα των κλαπέντων αρχαιολογικών αγαθών από της Δυνάμεις Κατοχής, σε αντίθεση με της προηγούμενες διασκέψεις που εστρέφοντο αποκλειστικά περί την κλαπείσα ιουδαϊκή πολιτιστική κληρονομιά.

Περιγραφικά , όπως  έχω πληροφορηθεί από διαδικτυακά δημεοσιεύματα  του περιοδικού Αρχαιολογία , από το 1947 έως και σήμερα ολοκληρώθηκαν 27υποθέσεις επαναπατρισμού που αναλύονται ως εξής:

–  1.158 αντικείμενα

– 41 κιβώτια εβραϊκών χειρογράφων, σε  εβραϊκές  ελληνικές  κοινότητες  που  υπάρχουν  από  την  αρχαιότητα  στον Ελληνικό χώρο ,

– Ευρήματα νεολιθικής ανασκαφής (Μαγούλα Βισβίκη),

– Ευρήματα παλαιολιθικής περιόδου (σπήλαιο Σεϊντί, Κωπαΐδα)

Σε 12 περιπτώσεις τα αρχαία επέστρεψαν από τη Γερμανία, σε τρεις από την Αυστρία, τρεις από την Ελβετία, δύο από την Ιταλία, δύο από της ΗΠΑ, δύο από τη Μ. Βρετανία και τέλος μία περίπτωση αφορά στην Αυστραλία και άλλη μία στη Βουλγαρία.

Από τα 1.158 αρχαία που επαναπατρίστηκαν μετά τον τέλος του πολέμου μέχρι κάποια  από  τα  σημαντικότερα  ευρήματα  ήταν  :

  1. Άγαλμα γυναίκας ύψους , 2,11 μ. ρωμαϊκών χρόνων από ανασκαφές στη Θεσσαλονίκη με  περίτεχνη  κόμμωση, και  είναι  η  εικόνα  που  συνοδεύει  το  σημερινό άρθρο.  Διατάχθηκε η μεταφορά του στη Γερμανία το 1944, αρχικά στο προσωπικό μουσείο του Χίτλερ και στη συνέχεια, λόγω των βομβαρδισμών, στην έπαυλη Γκαίμπελς. Αργότερα εντοπίστηκε από της Αμερικανικές Αρχές σε αλατωρυχείο στην Αυστρία, απ’ όπου επέστρεψε το 1947 στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Θεσσαλονίκης.
  2. Το Άγαλμα της οκλάζουσας Αφροδίτης. Είχε μεταφερθεί μαζί με άλλα αρχαία στη Νάπολη της Ιταλίας. Επέστρεψε μαζί με άλλα 26 αρχαία το 1948 στη Ρόδο, με τη συμβολή του Σπυρίδωνα Μαρινάτου.
  3. 481 αντικείμενα νεολιθικής και πρωτοελλαδικής περιόδου. Επρόκειτο για ευρήματα ανασκαφικής έρευνας που πραγματοποιήθηκε από τον Γερμανό αρχαιολόγο Otto Wilhelm von Vacano το 1942 στη θέση Κουφόβουνο Λακωνίας. Τα ευρήματα μεταφέρθηκαν το 1944 στη Γερμανία και επέστρεψαν στην Ελλάδα το 1949.
  4. Ο Λέων των Κυθήρων, γλυπτό των αρχαϊκών χρόνων, είχε αφαιρεθεί από τον Γερμανό Στρατιωτικό Διοικητή του νησιού και απεστάλη στη Γερμανία Εντοπίστηκε το 1952 και επέστρεψε στην Ελλάδα το 1957.
  5. Χάλκινο ειδώλιο ιππέως από το Αρχαιολογικό Μουσείο Βαθέος Σάμου . Κατέληξε σε ιδιωτική συλλογή Ελλήνων στο Λονδίνο, που το δώρισαν στο ελληνικό Κράτος. Επέστρεψε το 1969.
  6. Χάλκινος εγχάρακτος θώρακας του 7ου αι. π.Χ. από την Ολυμπία Απεκτήθη ύστερα από πλειστηριασμό στην Ελβετία το 1970.
  7. Δύο ανάγλυφες πλάκες από την Κνωσό (τέλη 7ου-αρχές 6ου αϊ). Είχαν αφαιρεθεί κατά τη διάρκεια της κατοχής και εντοπίστηκαν από τον καθηγητή κ. Stefan Hiller. Επέστρεψαν το 1988 , και αφορούν  σε  συνθήκη ειρήνης  μεταξύ  κρητικών πόλεων-κρατών.
  8. Τρία αρχαία αντικείμενα, 8ου και 7ου αι. π.Χ. από το Αρχαιολογικό Μουσείο Σάμου .Είχαν αφαιρεθεί στη διάρκεια του Πολέμου από τα ιταλικά στρατεύματα. Βρέθηκαν στη συλλογή του Ελβετού συλλέκτη George Ortiz, ο οποίος τα επέστρεψε το 1991.
  9. Το 2013 απεστάλησαν στο Αρχαιολογικό Μουσείο Κω μέσω ταχυδρομείου 73 αρχαία αντικείμενα από τον κ. Roland Paul Obermaier, γιο πολεμικού ανταποκριτή, που τα είχε ιδιοποιηθεί και μεταφέρει στη Γερμανία την περίοδο του πολέμου. Πρόκειται για ειδώλια, λυχνάρια, γυάλινα αγγεία και νομίσματα, που χρονολογούνται από τα ελληνιστικά χρόνια μέχρι τον 4ο αι. της
  10. Ο επαναπατρισμός, τον Ιούλιο του 2014, νεολιθικών αντικειμένων που προέρχονται από παράνομη ανασκαφή στη θέση Μαγούλα Βισβίκη , κοντά στο Βελεστίνο που έγινε από τον Γερμανό Αξιωματικό- Αρχαιολόγο Hans Reinerth κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και τα οποία φυλάσσονταν στο μουσείο Pfehlbaumuseum της Γερμανίας
  11. Νεολιθικά και πρωτοελληνικά ευρήματα  από  λαθρανασκαφές από την περιοσή  της Κοζάνης
  12. Το Νοέμβριο του 2017 , επέστρεψαν στο Μουσέιο Ηρακελίου οι υπόλοιπες αρχαιότητες που αφαίρεσε παράνομα το 1941 ο Αυστριακός στρατηγός Γιούλιους Ρίνγκελ από το Στρωματογραφικό Μουσείο και τη Βίλα Αριάδνη στην Κνωσό. Αρχαιότητες που ο Ρίνγκελ πααραχώρησε το 1945 στο Πανεπιστήμιο του Γκρατς προκειμένου να δημιουργηθεί «Κρητική Συλλογή».

Νομίζουμε  ότι βασική και αδιαπραγμάτευτη υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου είναι να προβαίνει της ενέργειες για τον επαναπατρισμό όλων των πολιτιστικών αγαθών, τα οποία αποδεδειγμένα έχουν εξαχθεί παράνομα από την Ελληνική επικράτεια, σύμφωνα με την Ελληνική και την Κοινοτική νομοθεσία καθώς και της διεθνείς Συμβάσεις της οποίες έχει κυρώσει το Ελληνικό Κράτος. Τα αγνοούμενα αρχαιολογικά αντικείμενα από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο εντάσσονται σε αυτήν τη στρατηγική της Ελληνικής πολιτείας, αποκτούν της ιδιαίτερη βαρύτητα διότι εκτός από παράνομα διακινηθέντα πολιτιστικά αγαθά είναι και «προϊόντα» παραβίασης του δικαίου του πολέμου. Ως τέτοια πρέπει να συνεκτιμηθούν στο ευρύτερο θέμα των αξιώσεων της Ελλάδος από τη Γερμανία.

Απομένει  λοιπόν  να  πληροφορηθούμε  λεπτομερέστερα  και  τι  κονδύλια  και  τι προσωπικό διατίθεται  για  τη  μεγάλη  αυτή   προσπάθεια , από  τη  σημερινή ηγεσία  του υπουργείου Πολιτισμού .

* Ο Σαράντος Θεοδωρόπουλος είναι δικηγόρος Αθηνών