Εν αρχή υπήρξε ο προλεταριακός διεθνισμός τον οποίο διέρρηξε η σοσιαλδημοκρατία στον Α Παγκόσμιο Πόλεμο και εν συνεχεία ο σταλινισμός δια της συλλήψεως του «σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα» (η οποία συνέχισε βεβαίως να ονομάζεται ΕΣΣΔ, όπως ιδρύθηκε με την Οκτωβριανή Επανάσταση και όχι Ρωσική…) . Οι πολιτικές συνέπειες αυτών των εξελίξεων στο πέρασμα του χρόνου και των γεγονότων που γέννησε η ταξική πάλη, οδήγησαν τελικά στην ισχυροποίηση, εντός του ευρύτερου κινήματος της αριστεράς (σοσιαλδημοκρατία και εκδοχές ΚΚ), της πατριωτικής αιχμής έναντι της διεθνιστικής. Πιο συγκεκριμένα, στην Ελλάδα, όπου μάλιστα η συγκεκριμένη υπόθεση του μακεδονικού ζητήματος στην ιστορική της διαδρομή είναι απολύτως ενδεικτική στη «στροφή» της γραμμής.  Στις μέρες μας, με την απουσία εδώ και χρόνια της «σοσιαλιστικής πατρίδας», στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και του νεοφιλελεύθερου μονόδρομου, με την ενισχυμένη παρουσία του αστικού κοσμοπολιτισμού και τις δυσκολίες στόχευσης του αντιιμπεριαλισμού καθώς δεν είναι προφανώς «ένας ο εχθρός», οι μαζικές, αριστερές, πολιτικές απαντήσεις δεν έρχονται έτοιμες από το παρελθόν.

Στις τρέχουσες συνθήκες, μάλιστα, στην Ελλάδα των μνημονίων και της «αριστερής» κυβέρνησης που τα υλοποιεί, το μέγεθος του εθνικιστικού συλλαλητηρίου (παρ’ ότι με βάση την ιστορική ισχύ της ακροδεξιάς, του χουντικού και βασιλικού χώρου, της ισχύος της εκκλησίας κ.λ.π., δεν μπορεί να χαρακτηριστεί και ιδιαιτέρως μεγάλο) ανέδειξε μια νέα μεγάλη πρόκληση για την αριστερά (και ταυτόχρονα τη σύγχυση και την αμηχανία).

Το συλλαλητήριο στη Θεσσαλονίκη φανέρωσε τις δυνατότητες κινητοποίησης που διαθέτει ακόμη ο ελληνικός εθνικισμός όταν του δοθεί η ευκαιρία. Επίσης, ήταν ενδεικτικό της ιδεολογικοπολιτικής πόλωσης στην κοινωνία στα χρόνια της μνημονιακής διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.

Η πίεση επί της αριστεράς για σύνδεση μ’ αυτό τον κόσμο και γενικότερα με το επιθετικό εθνικιστικό αίσθημα (που εκφράζει αναμφισβήτητα τη θέση ισχύος της χώρας στην αντιπαράθεση και ασφαλώς δεν τίθεται ζήτημα άμυνας και ενδεχόμενης ανάπτυξης κινήματος αυτοδιάθεσης με αριστερή προοπτική) αποτελεί απότοκο των παλαιότερων αναλύσεων και πολιτικών επιλογών της σταλινικής και της σοσιαλδημοκρατικής μήτρας που σήμερα οδηγούν την αριστερά μακριά από την κοινωνική της δύναμη και τις δυνατότητες που προσφέρει η περίοδος. Οποιαδήποτε αριστερή «συμπάθεια» ή και πίεση προς αυτή την πατριωτική/ εθνικιστική έκφραση και αιχμή της συγκυρίας οδηγεί σε ισχυροποίηση του ΣΥΡΙΖΑ, στο εσωτερικό ιδιαίτερα μαζικών αριστερόστροφων κοινωνικών ακροατήριων, καθώς προσπαθεί να τον υπερβεί… απ’ τα δεξιά. Η εθνικιστική έξαρση ευνοεί τους φασίστες και υποβάλει σε πιέσεις τον Μητσοτάκη παρά τον Τσίπρα. Ενισχύει τη δυνατότητα του ΣΥΡΙΖΑ να διεκπεραιώνει, εντέλει μέσω της γραμμής «αριστερά – δεξιά», την στρατηγική των νεοφιλελεύθερων και ιμπεριαλιστικών κέντρων, εν προκειμένω τους σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια, ως ισχυρό χαρτί του ελληνικού αστισμού, έναντι των δυσκολιών στην οικονομία, στο ισοζύγιο της ισχύος του κράτους (και του … έθνους). Είναι, εξάλλου, μέρος της γεωπολιτικής στρατηγικής του ΣΥΡΙΖΑ με αιχμή της τον άξονα με το Ισραήλ, την Κύπρο και την Αίγυπτο που ήδη έχει φέρει σε δύσκολη θέση την Τουρκία. Το πρόβλημα της «αριστερής –πατριωτικής» αντιμετώπισης μπορεί να έχει ιδεολογικές βάσεις (και τη συνακόλουθη ιστορία αντίστοιχων καταστροφικών επιλογών για το κίνημα και την αριστερά) εντούτοις, σήμερα, βρίσκεται κυριολεκτικά σε πολιτικό κενό. Το επιχείρημα της ιμπεριαλιστικής «πλάτης» του μικρού κρατιδίου που επιβουλεύεται την ανήμπορη ψωροκώσταινα, του οποίου η επιβίωση μέσω της σύνδεσής του με τους μεγάλους υπερεθνικούς οργανισμούς – ΝΑΤΟ και ΕΕ-, κρίνεται σε μεγάλο βαθμό από την στάση της Ελλάδας, η οποία αποτελεί τον ισχυρό εκπρόσωπό τους στην περιοχή, καταρρέει. Μένει μόνο η γυμνή ιδεοληψία για τον «επικίνδυνο αλυτρωτισμό» της γείτονος. Επίσης, το επιχείρημα ότι αποτελεί στρεβλή ή διαθλασμένη αντιμνημονιακή και αντικυβερνητική έκφραση είναι εξαιρετικά αδύναμο έως… αυτοκαταστροφικό. Είναι ασφαλώς αντικυβερνητική έκφραση απ’ τα δεξιά, όχι όμως απαραίτητα αντιμνημονιακή. Και σε καμιά περίπτωση δεν έχει αριστερή προοπτική ως επιθετικός εθνικισμός. Σίγουρα όχι στο επίπεδο της ηγεσίας πχ Φράγκος αλλά ούτε και στην βάση στην εποχή που στις καθαρές εργατικές αλλά και ευρύτερα λαϊκές αντιμνημονιακές εκδηλώσεις η αντίστοιχη κινητοποίηση είναι συντριπτικά μικρότερη στους πλειστηριασμούς και πρακτικά ανύπαρκτη στις απεργίες (παρότι ακόμη και σε μια τέτοια περίπτωση η μάχη θάπρεπε να δοθεί για την απόσπαση του εργατικού/ λαϊκού κινήματος από τις δηλητηριώδεις εθνικιστικές ιδέες και τις αντίστοιχες κινητοποιήσεις).

Στην πολιτική πραγματικότητα πρόκειται, αντικειμενικά, για την αδυναμία να επιχειρηθεί η αριστερή υπέρβαση του ΣΥΡΙΖΑ. Για το ΚΚΕ δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα. Κάθε δυνατότητα συγκέντρωσης δύναμης του κινήματος και της αριστεράς ανακόπτεται απ’ την αρχή. Εξού και η θέση του είναι πιο «προστατευμένη» όσο κι αν στα πλαίσια της εκλογικής του τακτικής απλώνει δίχτυα προς όλες τις κατευθύνσεις βάζοντας τα ζητήματα του αλυτρωτισμού δίπλα στην πρώτη (σωστή) έμφαση των νατοϊκών σχεδιασμών και του αντίστοιχου ρόλου της κυβέρνησης.

Για άλλες δυνάμεις της αριστεράς που αναζητούν εναλλακτική, θετική εκδοχή αυτών των εξελίξεων και πρόσβαση στα κοινωνικά τμήματα που κινητοποιεί σήμερα το μακεδονικό, στην υπηρεσία μιας αντιμνημονιακής ανατροπής, πρόκειται για διπλή αστοχία καθώς αφενός ευνοούν μ’ αυτή την στάση (ανάλογα τον βαθμό) την συσπείρωση του ΣΥΡΙΖΑ (καθώς ρέπουν προς μια καθαρόαιμα δεξιά υπόθεση) και αφετέρου δεν ωφελούνται, αλλά αντίθετα μειώνουν τις δυνατότητές τους αναζητώντας ακροατήρια στα πλέον καθυστερημένα ιδεολογικά και πολιτικά, κοινωνικά τμήματα.

Η ΛΑΕ οφείλει να τοποθετηθεί ξεκάθαρα και εμφατικά πως στέκεται ενάντια στην κυβέρνηση που υλοποιεί την εγχώρια αστική ατζέντα τόσο στο οικονομικό πεδίο τσακίζοντας τα εργατικά δικαιώματα και βαθαίνοντας τη μνημονιακή λιτότητα όσο και στο γεωπολιτικό πεδίο αναζητώντας τα μέγιστα οφέλη ως η ισχυρότερη δύναμη στην περιοχή, συμπλέοντας και πλειοδοτώντας στις κυρίαρχες κατευθύνσεις του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Η τοποθέτηση με έμφαση στον αλυτρωτισμό είναι λάθος και δεν αποτελεί κοινό τόπο των συνιστωσών δυνάμεων. Σήμερα παρουσιάζεται η δυνατότητα να αναδειχτεί η αριστερή, ριζοσπαστική εναλλακτική και συνάμα η ουσιαστική διάκριση αριστεράς – δεξιάς «δένοντας» το ταξικό περιεχόμενο της ανατροπής της λιτότητας με «μνημόνιο στο κεφάλαιο», την αντιιμπεριαλιστική πάλη ενάντια σε ΝΑΤΟ και ΕΕ,  με τις ιδέες και τα οράματα της αριστεράς έναντι μιας αριστεροδέξιας κυβέρνησης που υλοποιεί ακριβώς αυτούς τους σχεδιασμούς (των ντόπιων αστών και των διεθνών κέντρων) και μιας δεξιάς – ακροδεξιάς που απειλεί.

Πηγή: rproject.gr