Του Π. Μαντά μέλους της Π. Γραμματείας της ΛΑΕ

Αυτοί που έκαψαν την σημαία στο Πολυτεχνείο δεν είναι υποστηρικτές της πολιτικής «τάξη ενάντια σε τάξη» όπως εμφανίζονται και δεν προχώρησαν

σε μια τέτοια ενέργεια κινούμενοι από κάποια υποτιθέμενα «ταξικά κίνητρα». Ούτε βέβαια μπορεί η ενέργειά τους να εκληφθεί ως σύμπτωμα πολιτικής αφέλειας, κάτι που ίσως μπορούσε να ισχύει παλιότερα όταν η έκταση του αποικιοκρατικού πογκρόμ που έχει εξαπολυθεί εναντίον της χώρας μας δεν είχε ακόμη από πολλούς γίνει αντιληπτή.

Είναι γνωστό άλλωστε ότι η ελληνική σημαία δεν πολιτογραφήθηκε και δεν νοηματοδοτήθηκε στα κεφαλαιοκρατικά ιμπεριαλιστικά κέντρα του Βερολίνου και των ΗΠΑ, την ιστορική και κατ΄ επέκταση ιδεολογική αποενοχοποίηση των οποίων (ξαναγράψιμο της Ιστορίας) επιδιώκουν – όπως θα δείξουμε – οι φυσικοί και οι πολιτικοί αυτουργοί της πιο πάνω ενέργειας.

Η ελληνική σημαία νοηματοδοτήθηκε και πολιτογραφήθηκε ως σύμβολο σε κορυφαίες λαϊκές κινηματικές εξάρσεις (ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, Εξέγερση 1946-΄49, 1-1-4, Πολυτεχνείο) και πολλαπλές εμβληματικές αντιστασιακές πράξεις με διεθνή αντίκτυπο. Σε κινηματικές εξάρσεις και μοναδικές αντιστασιακές πράξεις όπου πρωταγωνίστησαν και έδωσαν τον πολιτικό χρώμα κατεξοχήν τα ταξικά καταπιεζόμενα στρώματα του λαού.

Συνδέθηκε άρρηκτα με Πολυτεχνείο και πιο πριν με το ΕΑΜικό κίνημα το οποίο με την ρήση του Άρη το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα, με το Λευτεριά και προκοπή και το Η Ελλάδα ανήκει στους έλληνες που απηύθυνε στον μαχόμενο λαό της Αθήνας η ΚΟΑ του ΚΚΕ τον Δεκέμβρη του ΄44 έγραψε ένα έπος.

Πέτυχε να σώσει τον λαό από τον φυσικό και ηθικό εξανδραποδισμό και την γενοκτονία (επιστράτευση Λογοθετόπουλου) την οποία επιχείρησαν τα ίδια ιμπεριαλιστικά κέντρα που την επιχειρούν, με άλλα μέσα και με σύγχρονες – μεταμοντέρνες μεθόδους, και σήμερα.

Κι΄ αυτό γιατί η Αριστερά επέλεξε να μην υπεκφύγει. Επέλεξε να απαντήσει ευθέως στο καθήκον που έθετε η συγκυρία. Στο καθήκον αντιιμπεριαλιστικού – εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα.

Επέλεξε να ηγηθεί όχι μόνο μιας τάξης αλλά ολόκληρου του «έθνους που Αντιστέκεται» έτσι ώστε παρά την κατάληξη που της επεφύλασσε με τον Λίβανο και την Βάρκιζα η ηγεσία της, να διατηρήσει την συνέχεια και συνοχή της Αντίστασης. Και κάτι ακόμη περισσότερο, να κατέχει την ιδεολογική ηγεμονία στην ελληνική κοινωνία δεκαετίες μετά την ήττα! Για να συμβεί το παγκόσμιο παράδοξο, η Ιστορία εκείνης της περιόδου να μην γραφτεί από τους νικητές αλλά από τους ηττημένους.

Διατήρησε την ηγεμονία των ιδεών ως το 1988-‘91, όπου, ως αποτέλεσμα της πτώσης της ΕΣΣΔ και της επέλασης της Παγκοσμιοποίησης, εγκαταλείφθηκαν τα ΕΑΜικά – αντιιμπεριαλιστικά προτάγματα τα οποία συνιστούσαν στην χώρα μας – μια χώρα «από ιδρύσεώς της εξαρτημένη» – κεντρικά βάθρα θεμελίωσης της Αριστεράς και της ανεξαρτησίας της από την επιρροή των μητροπολιτικών κέντρων της Δύσης και την ξενοκρατία ποδηγετούσε την πολιτική ζωή.

«Απ’ το βάθρο της εθνικής ανεξαρτησίας, και της ακεραιότητας των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, να υποχωρήσουμε δεν μπορούμε, γιατί εδώ κάθε υποχώρηση σημαίνει προδοσία» έγραφε τον Σεπτέμβρη του 1949, μετρώντας τις λέξεις του, ο γραμματέας του ΚΚΕ Ν. Ζαχαριάδης.

Ανάλογες ήταν και οι τοποθετήσεις στην, γεμάτη από ταλαντεύσεις, αλλά  αδιαμφισβήτητη, πορεία «δια πυρός και σιδήρου» των Λαμπράκηδων

και της προδικτατορικής ΕΔΑ.

Αυτά έγραφε τον Σεπτέμβρη του ΄49 ο Ν. Ζαχαριάδης στον οποίο μπορεί κάποιος να καταλογίσει – δίκαια ή άδικα – πολλά, αλλά όχι εθνικισμό, ούτε αθώωση της αστικής τάξης της χώρας του και… ταξική συνεργασία! Αυτό ήταν το ΕΑΜ και η συνέχειά του, ο Δ.Σ.Ε. και η μεταπολεμική Αριστερά που τιμούσαν και υπερασπίζονταν την σημαία. Αυτοί που τώρα – εν΄ μέσω νέας κατοχής – την καίνε, από πού προέρχονται;

Θα πρέπει να ψάξει κάποιος όχι στην ιστορία των διάφορων διασπάσεων και ρευμάτων της Αριστεράς και του Αναρχισμού, ενδύματα των οποίων μπορεί να ενδύονται σήμερα οι περί ου ο λόγος, αλλά στην άρρωστη τριετία 1988 – 1991, για να αναζητήσει την πραγματική καταγωγή τους.

Να ψάξει στη συντριπτική ρεβάνς που κατάφερε όχι μόνο κατά των ιδεών του σοσιαλισμού, αλλά κατά του βαθύτερου πυρήνα της προοδευτικής σκέψης η επέλαση του ιδεολογήματος της Παγκοσμιοποίησης.

Η επέλαση του «τέλους των συμβόλων και των ιδεολογιών» και της εικονικής πραγματικότητας του  παγκόσμιου χωριού το οποίο θέλουν τώρα να αποκαθάρουν από τα υπολείμματα της εποχής των «εθνικών κρατών» και τους νοσταλγούς του «παλιού κόσμου» του εξοβελιστέου προηγούμενου Αιώνα, οι κάθε απόχρωσης πρέσβεις του σύγχρονου Ολοκληρωτισμού.

Πρόκειται για την επίδραση ενός ιδεολογήματος το οποίο διαπερνά δυστυχώς οριζόντια όλους τους πολιτικούς χώρους, και την Αριστερά, και στο βάθος του θεωρεί ότι η Παγκοσμιοποίηση κάθε άλλο παρά βρίσκεται στον αντίποδα του πραγματικού διεθνισμού.

Ότι δεν αποτελεί τον «σιαμαίο αδελφό» και το μακρύ χέρι της δικτατορίας των «αγορών» και της βαρβαρότητας του «ολοκληρωτικού καπιταλισμού» που βιώνουμε σήμερα.

Ότι αποτελεί τάχα μια αντικειμενική ή έστω τεχνοκρατική και πάντως ουδέτερη πολιτικά διαδικασία που τυγχάνει μάλιστα να λειτουργεί και ευεργετικά εφόσον ρίχνει τα σύνορα και… ενώνει τους λαούς.

Ότι είναι μια εξέλιξη η οποία δεν μας ανεβάζει βέβαια στο club των ισχυρών της γης, αλλά μας κρατά τουλάχιστον συνδεδεμένους με μια σταθερότητα και εμποδίζει – όταν όλα γύρω μας καταρρέουν – να βρεθούμε στον πάτο του Παγκόσμιου βαρελιού.

Πρόκειται για αντίληψη η οποία συνιστά προέκταση του γνωστού «ανήκουμε στη Δύση» και απετέλεσε τον τάφο του ΣΥΡΙΖΑ και πιο πριν της Ευρωπαϊκής Αριστεράς. Εδώ πρέπει να αναζητήσει κανείς τους «πολιτικούς αυτουργούς» του καψίματος της σημαίας αλλά και του άγους της βεβήλωσης και καπηλείας της από τους απογόνους των γερμανοτσολιάδων, του φασιστικού μορφωματος της Χ.Α. .

Επιτομή της επίδρασης του ιδεολογήματος της Παγκοσμιοποίησης, και όχι μιας λογικής «τάξη ενάντια σε τάξη», υπήρξε το σύνθημα NON PATRIE! (ΟΧΙ ΠΑΤΡΙΔΑ!) που ρίχθηκε μαζί με τις κατηγορίες για εθνικισμό – λαϊκισμό και… (αν είναι δυνατόν) εθνική αναδίπλωση! εναντίον όποιας άποψης προέκρινε μια ανεξάρτητη από την Ευρωκρατία και από τις πολιτικές αναδιάταξης των συνόρων της χώρας μας και της Βαλκανικής, πορεία.

Κατηγορίες, η κατασκευή και η πατρότητα των οποίων δεν ανήκει σε κάποια Αριστερή Τάση αλλά στον Σημίτη και το ηγετικό επιτελείο της κεντροαριστεράς (Παπανδρέου, Πάγκαλος, Διαμαντοπούλου, Δαμανάκη κ.ο.κ.) της περίφημης οκταετίας 1996-2004.

Διότι οι πιο πάνω, οι οποίοι είχαν αναλάβει στρατηγικά την ενσωμάτωση του «αδύναμου κρίκου» της Ελλάδας στην Παγκοσμιοποίηση (Ε. Ένωση, Δ.Ν.Τ. κ.λ.), γνώριζαν άριστα ότι ο κοινωνικοί και ταξικοί αγώνες εξαρτώνται από την αποτελεσματικότητά τους και επομένως δεν έχουν κάποια τύχη αν διεξάγονται από υπόδουλους λαούς και σκλάβους – χωρίς την προοπτική της εθνικής και κοινωνικής απελευθέρωσης.

Για να καταλήξουμε έτσι ανεμπόδιστα, αν εξαιρεθεί το συκοφαντημένο επίσης ως εθνικιστικό, κίνημα των πλατειών, το 62% του ΟΧΙ και η καταψήφιση από τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ που συγκρότησαν την ΛΑΕ, στην ολοκληρωτική εξάρτηση και εκχώρηση της εθνικής κυριαρχίας. Όπως υπαγόρευε η Συνθήκη του Μάαστριχτ και ζητούσε η ξενόδουλη άρχουσα τάξη και το χρεοκοπημένο – ανήμπορο να περατώσει μόνο του τις νεοφιλελεύθερες αναδιαρθρώσεις -πολιτικό σύστημα της τελευταίας 30/ετίας.

Να καταλήξουμε σε ένα είδος διεθνούς προτύπου «φαλιρισμένου κράτους» (failed state) και διακυβέρνησης της Παγκοσμιοποίησης και της διεθνούς των αγορών… σε ένα σύγχρονο Ολοκληρωτισμό αντικαταστάτη του παρωχημένου φασισμού του Μεσοπολέμου.

Η συλλογική μνήμη ως προς την ιστορική σχέση έθνους και Αριστεράς είναι βαθιά χαραγμένη στον τόπο μας. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο μόνο θυμηδία και χιούμορ προκαλούσε η πατριδοκαπηλεία και η εθνικοφροσύνη στην οποία επιδιδόταν το μεταπολεμικό ελληνικό κράτος, την ίδια στιγμή που υπέγραφε τις επαίσχυντες συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου ή επιχειρούσε – κατ΄ απαίτηση των ΗΠΑ – την δια της βίας Τουρκοποίηση των Πομάκων της Θράκης.

Ομοίως μόνο χιούμορ προκαλούν σήμερα στον ελληνικό λαό οι επικλήσεις του πατριωτισμού από τους Τσίπρα, Κοτζιά κ.λ. την στιγμή κατά την οποία εκποιούν τον εθνικό πλούτο. Την στιγμή που σχεδιάζουν την αναβάθμιση της αθλιότητας των Ελληνοτουρκικού Διερευνητικού Διαλόγου προκειμένου να αποσπάσουν το χρίσμα Τράμπ, Σχεδιάζουν δηλαδή διάλογο με το καθεστώς Ερντογάν για το αν π.χ. η Ψέριμος ή η Καλόλιμνος, δύο κατοικήσιμα ελληνικά νησιά, αποτελούν «γκρίζες ζώνες» ή όχι!

Αλλά για την φαλκίδευση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας και της ζώνης Κύπρος – Αιγαίο – Θράκη και για το πώς η ελληνική άρχουσα τάξη και ο νεόκοπος σε αυτήν ΣΥΡΙΖΑ συναινούν, θα επανέλθουμε αναλυτικά.