Εκατό χρόνια μετά την Επανάσταση στη Ρωσία, οι οπαδοί της άποψης ότι ο καπιταλισμός είναι το κορυφαίο στάδιο στην εξέλιξη των ανθρώπινων κοινωνιών, θεωρούν ότι έχουν ξεφορτωθεί την απειλή από το «φάντασμα» του κομουνισμού. Με την κατάρρευση των καθεστώτων του ανατολικού μπλοκ και την αυτοδιάλυση του ΚΚΣΕ, λένε, αποδείχθηκε η «φυσική ανωτερότητα» της κυριαρχίας του δίπολου αγορά-αστικό κοινοβούλιο.

Του Σωτήρη Μάρταλη

Η συγκυρία τους βοηθάει: στις τελευταίες 3-4 δεκαετίες η εργατική τάξη και τα λαϊκά κινήματα, διεθνώς, δεν έχουν κατορθώσει να θέσουν το πρόβλημα της εξουσίας με επαναστατικό τρόπο, με τις εξεγέρσεις «από τα κάτω». Οι κυβερνήσεις της Αριστεράς στη Λατινική Αμερική προήλθαν κυρίως μέσα από εκλογικές νίκες και ήδη έχουν μπει σε διαλυτική φάση κρίσης, ενώ η ελπιδοφόρα έκρηξη των αραβικών εξεγέρσεων κράτησε λίγο και αποσυντέθηκε κάτω από την διπλή πίεση των δυτικόφιλων καθεστώτων αλλά και την επιρροή του ρεύματος των Αδελφών Μουσουλμάνων.

Και όμως. Εκατομμύρια αγωνιστές-στριες που παλεύουν διεθνώς, μέσα στις πιο διαφορετικές συνθήκες, εξακολουθούν να επιμένουν και να αναζητούν στρατηγική έμπνευση στην ιδεολογική και πολιτική παράδοση που δημιούργησε ο Οκτώβρης και η «γενιά» των επαναστατών που αναδύθηκε μέσα από το επαναστατικό κύμα του 1917-28.

Ο ίδιος ο Οκτώβρης είναι μια απάντηση στο ζήτημα της χρονικής «ασυνέχειας» των επαναστατικών κινημάτων. Μετά την ήττα της Κομμούνας στο Παρίσι, το 1871, ακολούθησαν 3-4 δεκαετίες όπου το «φάντασμα του κομμουνισμού» έμοιαζε να μην είναι και τόσο απειλητικό πάνω από την Ευρώπη και τον κόσμο. Το εργατικό κίνημα, με κέντρο της Γερμανία και το μεγάλο SPD, έμοιαζε να έχει πάρει άλλο δρόμο: ο σοσιαλισμός παρέμενε ως στόχος, αλλά ο στόχος αυτός θα μπορούσε/έπρεπε να διεκδικηθεί μέσα από μια κυρίως εξελικτική διαδικασία, όπου η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων μαζί με την ανάπτυξη του «εργατικού κόμματος» (μέσα στη βουλή και στα συνδικάτα) θα ήταν οι καθοριστικοί παράγοντες, που λειτουργώντας αθροιστικά θα οδηγούσαν «αναπόφευκτα» στη σοσιαλιστική νίκη.

Η έννοια της «τομής», η έννοια της επανάστασης, έμοιαζε να έχει υποχωρήσει ακόμα και μέσα στα επιτελεία του SPD, ενός κόμματος αυθεντικά εργατικού και πολύ πιο ριζοσπαστικού από τα σημερινά σοσιαλδημοκρατικά ή κεντροαριστερά κόμματα.

Τη «νύχτα» αυτή φώτισε στιγμιαία η επανάσταση του 1905 (που τόσο έχει υποτιμηθεί και εξακολουθεί να υποτιμάται), αναδεικνύοντας νέες κομβικές έννοιες (σοβιέτ!) και πυροδοτώντας νέες συζητήσεις που συγκλόνισαν τη διεθνή Αριστερά (με τα συμπεράσματα και τα σχετικά κείμενα του Κάουτσκι, της Λούξεμπουργκ, του Μέρινγκ και της Τσέτκιν, του Πάρβους και του Πάνεκουκ, όπως και την ανάδειξη της φουρνιάς των νέων Ρώσων επαναστατών όπως ο Λένιν και ο Τρότσκι).

Την τελική απάντηση έδωσε η νικηφόρα εργατική-σοσιαλιστική επανάσταση του 1917, με την πολιτική ηγεσία των μπολσεβίκων και με κορωνίδα το σύνθημα «όλη η εξουσία στα σοβιέτ».

Αυτή η ανατροπή δεν είναι δυνατόν να γίνει κατανοητή αν δεν συνυπολογίσουμε τη φρικτή εμπειρία του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου. Όταν οι καπιταλιστές, αναζητώντας διέξοδο στην κρίση του συστήματος και τους ανταγωνισμούς μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, δεν δίστασαν να βυθίσουν την ανθρωπότητα στο επίπεδο μιας μαζικής αλληλοσφαγής. Η υπενθύμιση έχει σημασία, γιατί και σήμερα ο καπιταλισμός διεθνώς περνάει μια βαθιά και παρατεταμένη κρίση, όπου όλες οι «λύσεις» που συζητιούνται θα αποδειχθούν αιματηρές. Είτε με την κοινωνικο-οικονομική έννοια, δηλαδή με την πλήρη ισοπέδωση των εργατικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Είτε, ακόμα, και με την κυριολεκτική έννοια, γιατί ουδείς δικαιούται να υποτιμά την αύξηση των εξοπλισμών, την ένταση των πολέμων «δι’ αντιπροσώπων», τα σύννεφα που πυκνώνουν στην Κορέα ή στη θάλασσα της Ν. Κίνας…

Μέσα στη φρίκη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, οι δυνάμεις του κόσμου μας πιέστηκαν να αναζητήσουν τις ακραία ριζοσπαστικές, τις επαναστατικές απαντήσεις: και η ιμπεριαλιστική αλυσίδα έσπασε στον «αδύναμο κρίκο» της, στην τσαρική Ρωσία. Όμως το ρήγμα αφορούσε τους πάντες: δεν είναι τυχαίο ότι τα επαναστατικά γεγονότα εξαπλώθηκαν μετά το 1917 σε όλο το «κέντρο» του τότε αναπτυγμένου κόσμου, στη Γερμανία, στην Αυστρία και στην Ουγγαρία, στην Ιταλία κ.ο.κ., ενώ η κλιμάκωση των μαζικών αγώνων συγκλόνισε όλες –χωρίς εξαίρεση– τις καπιταλιστικές δυνάμεις.

Ένα από τα πιο δηλητηριώδη επιχειρήματα των απολογητών του καπιταλισμού είναι ότι ο Οκτώβρης ήταν ένα «κόκκινο πραξικόπημα». Στην πραγματικότητα ήταν η πιο μεγάλη δημοκρατική νίκη στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Ένα βαθύ δημοκρατικό πρόγραμμα (Ψωμί-Γη-Ειρήνη!) επιβλήθηκε «μονομερώς» και ακαριαία, γιατί την υλοποίησή του ανέλαβαν οι επαναστατημένες εργατικές και λαϊκές μάζες, που για πρώτη φορά στην ιστορία απάντησαν στο πρόβλημα της εξουσίας, απαιτώντας να συγκεντρωθεί όλη η εξουσία στα χέρια των δικών τους οργάνων, στα χέρια των σοβιέτ των εργατών-αγροτών-στρατιωτών. Αυτή η απάντηση στο πρόβλημα της εξουσίας, απάντηση που ξέφυγε μέσα από τις σελίδες του «Κράτος κι Επανάσταση» κι έγινε ζωντανή δραστηριότητα χιλιάδων και χιλιάδων απλών ανθρώπων, ήταν η βάση για την πιο καυτή κοινωνική «άνοιξη» στην ιστορία. Στους τομείς της εκπαίδευσης, της τέχνης, της ρύθμισης των ανθρώπινων σχέσεων (π.χ. στην οικογένεια και στη σεξουαλικότητα) ο σύγχρονος κόσμος, 100 χρόνια μετά, υστερεί κατά πολύ από τις θεσμίσεις και τις κατακτήσεις που επιτεύχθηκαν σε μια φτωχή και καθυστερημένη χώρα, κατά το «Έτος Ένα» της επαναστατικής Ρωσίας.

Γνήσιο τέκνο αυτής της αυθεντικής εργατικής επανάστασης υπήρξε η 3η Διεθνής, η θρυλική Κομιντέρν, που στον καιρό του Λένιν, στα 4 πρώτα συνέδριά της, καταπιάστηκε συγκεκριμένα με το ζήτημα της επέκτασης της επανάστασης. Χωρίς αυτήν τη διάσταση, χωρίς τον έμπρακτο διεθνισμό, είναι επίσης αδύνατο να κατανοήσουμε το τι επιχειρούσαν να κάνουν οι μπολσεβίκοι. Ο Λένιν και ο Τρότσκι, άλλωστε, ποτέ δεν παρέλειπαν να υπογραμμίζουν ότι «χωρίς την επανάσταση στη Γερμανία, είμαστε χαμένοι!». Δεν ήταν ένας τυφλός βολονταρισμός, ένας ακραίος επαναστατικός «ρομαντισμός»: η επανάσταση έγινε στη Γερμανία. Αλλά, για λόγους άσχετους με τις προθέσεις των μπολσεβίκων (αλλά κυρίως εξαιτίας του ρόλου που ανέλαβε η σοσιαλδημοκρατία, καθώς και των αδυναμιών της γερμανικής επαναστατικής Αριστεράς) η επανάσταση στη Γερμανία ηττήθηκε. Οι συνέπειες ήταν σημαντικές για την Ευρώπη και τραγικές για την επαναστατημένη Ρωσία.

Η τελευταία υποχρεώθηκε να αντιμετωπίσει την ιμπεριαλιστική εισβολή, την ανασύνταξη των αντεπαναστατικών εσωτερικών δυνάμεων, έναν άγριο εμφύλιο πόλεμο. Παρά τη στρατιωτική νίκη της, η πολιορκημένη πλέον επανάσταση υποχρεώθηκε σε μεγάλες υποχωρήσεις: το σκληρό καθεστώς του πολεμικού κομμουνισμού, οι ακροβασίες της περιόδου της Νέας Οικονομικής Πολιτικής (ΝΕΠ), η υποχώρηση των σοβιέτ, η οχύρωση στο «μονοκομματικό κράτος», ήταν «φάρμακα» με εξίσου οδυνηρές και επικίνδυνες παρενέργειες όσο και οι «ασθένειες» τις οποίες επιχειρούσαν να αντιμετωπίσουν. Η ίδρυση της πολιτικής αστυνομίας (ΤσεΚα), η καταστολή της εξέγερσης της Κροστάνδης και η κατάργηση του δικαιώματος των τάσεων στο εσωτερικό του κόμματος, είναι μόνο τα πιο γνωστά από τα σημεία που αποδεικνύουν την υποχώρηση της επανάστασης και των μπολσεβίκων, από την κορυφή του 1917 και των αρχικών στόχων τους.

Ενώ ακόμη ζούσε ο Λένιν, οι μπολσεβίκοι ηγέτες περιέγραφαν την κατάσταση στη χώρα ως ένα γραφειοκρατικά εκφυλισμένο εργατικό κράτος. Ο γραφειοκρατικός εκφυλισμός αφορούσε την υποχώρηση της εργατικής τάξης από την άμεση άσκηση της εξουσίας. Ο εργατικός χαρακτήρας αυτού του κράτους οφειλόταν όλο και περισσότερο στο ότι το κόμμα που έστεκε στην κορυφή του, οι μπολσεβίκοι, ήταν η τελευταία δύναμη που έμενε πιστή στην κληρονομιά του Οκτώβρη.

Αυτή η ισορροπία δεν ήταν δυνατόν να παραταθεί για πολύ. Η γραφειοκρατία ενισχυόταν και ταυτόχρονα αποκτούσε συνείδηση του διακριτού ρόλου της. Η «νομενκλατούρα» του κόμματος, συνέτριψε τελικά τον μπολσεβικισμό, ανέτρεψε τα τελευταία «οχυρά» του Οκτώβρη και από το 1928-29 καθοδήγησε συνειδητά την ανάπτυξη του κρατικού καπιταλισμού στη Ρωσία.

Το τελικό επιχείρημα των απολογητών του καπιταλισμού είναι η ταύτιση, τάχα ομαλή συνέχεια, μεταξύ της επανάστασης του 1917 και της περιόδου του σταλινισμού. Εμπόδιο σε αυτό το επιχείρημα στέκει η τελευταία προσφορά της μεγάλης επαναστατικής «γενιάς» του ’17: ο Τρότσκι, ο Κάμενεφ, ο Ζηνόβιεφ, ο Μπουχάριν και πίσω τους χιλιάδες στελέχη του Οκτώβρη και της Κομιντέρν, δεν ακολούθησαν «ομαλά» το δρόμο του σταλινικού εκφυλισμού. Προτίμησαν το εκτελεστικό απόσπασμα ή το θάνατο στις εξορίες της Σιβηρίας. Υπογράφοντας έτσι με το αίμα τους την απόσταση που χωρίζει τους στόχους της επανάστασης του Οκτώβρη με τα έργα και τις ημέρες του σταλινισμού. Είναι μια κορυφαία διαφορά με την ντροπή των καθεστώτων που οικοδομήθηκαν πάνω στα συντρίμμια της ήττας του Οκτώβρη, τα οποία, όταν έφτασαν μπροστά στην κατάρρευση το 1989, δεν βρέθηκε ούτε μια μικρή μειοψηφία για να τα υπερασπίσει…

Στην πείρα του Οκτώβρη, στην πείρα του κορυφαίου επαναστατικού κύματος στην ιστορία, οι αγωνιστές του σήμερα θα βρουν τα κριτήρια, θα βρουν τη λογική, για να γράψουν οι ίδιοι το αναγκαίο επαναστατικό πρόγραμμα στην εποχή μας. Που, 100 χρόνια μετά, είναι αρκετά διαφορετική αλλά και αρκετά ανάλογη με εκείνη που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν ο Λένιν, ο Τρότσκι και η Ρόζα.