• Η οικονομία της Ελλάδας δεν μπορεί να πετύχει πρωτογενή πλεονάσματα, 3.5% μέχρι το 2022 & κοντά στο 2% μέχρι το 2060.

  • Αναξιόπιστη η Ανάλυση Βιωσιμότητας Χρέους (DSA) της Κομισιόν & τα μακροπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης χρέους.

  • Ερώτηση Νίκου Χουντή (ΛΑΕ) στην Κομισιόν.

Υπερβολικά και μη βιώσιμα είναι τα πρωτογενή πλεονάσματα που η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δέσμευσε την Ελλάδα, για τα επόμενα 40 χρόνια, στο Eurogroup του Ιουνίου 2017 και με βάση τα οποία πραγματοποιήθηκε η τελευταία Ανάλυση Βιωσιμότητας Χρέους (DSA) της Κομισιόν. Αυτό σημειώνει με ερώτησή του προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Κομισιόν) ο ευρωβουλευτής της Λαϊκής Ενότητας, Νίκος Χουντής.

Ο ευρωβουλευτής της ΛΑΕ στην ερώτησή του αφού υπενθυμίζει ότι η Ελλάδα στο Eurogroup του Ιουνίου δεσμεύτηκε για πρωτογενή πλεονάσματα 3.5% μέχρι το 2022 και «όχι κάτω από 2% μέχρι το 2060», καθώς επίσης ότι στην τελευταία Ανάλυση Βιωσιμότητας Χρέους (DSA) λαμβάνονται υπόψη «τόσο οι αποφάσεις του Eurogroup του Ιουνίου 2017 για τα μελλοντικά πρωτογενή πλεονάσματα, όσο και τα βραχυπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους», τονίζει τα συμπεράσματα του Ινστιτούτου Διεθνών Οικονομικών Peterson (Peterson Institute for International EconomicsPIIE) για τη βιωσιμότητα αυτών των υποθέσεων.

Πιο συγκεκριμένα, το PIIE συγκρίνει «την ελληνική οικονομία με τις επιδόσεις 17 αναπτυγμένων χωρών στον τομέα των πρωτογενών πλεονασμάτων, για την περίοδο 1980-2015» και αποδεικνύει ότι «για μια χώρα σαν την Ελλάδα, με πολύ υψηλό χρέος και υψηλό κόστος δανεισμού από τις αγορές, είναι υπερβολικά αισιόδοξη η πρόβλεψη για διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων άνω του 2% για 37 χρόνια!!!», των πλεονασμάτων, δηλαδή, που συμφώνησε η ελληνική κυβέρνηση στο Eurogroup του Ιουνίου 2017.

Στη συνέχεια της ερώτησής του ο Έλληνας ευρωβουλευτής ζητά από την Κομισιόν να πάρει θέση σχετικά με το κατά πόσο έχει πληγεί η «αξιοπιστία της τελευταίας Ανάλυσης Βιωσιμότητας Χρέους που διενέργησε η Κομισιόν και κατ’ επέκταση η αποτελεσματικότητα των μακροπρόθεσμων μέτρων ελάφρυνσης χρέους του Eurogroup», καθώς επίσης, ποια ήταν η επιστημονική μέθοδος με την οποία «εξετάστηκε η δυνατότητα της Ελλάδας να επιτύχει τα πρωτογενή πλεονάσματα που αποφασίστηκαν στο τελευταίο Eurogroup».

Καταλήγοντας στην ερώτησή του ο Νίκος Χουντής ρωτά την Επιτροπή «Πως κρίνει την άποψη του Ινστιτούτο ότι η επιλογή ενός 4ου Προγράμματος από τον ESM θα είναι οικονομικά συμφέρουσα για τα κράτη μέλη της Ευρωζώνης, σε σχέση με την παροχή των μακροπρόθεσμων μέτρων ελάφρυνσης χρέους από τη μεριά τους».

Ακολουθεί η πλήρης ερώτηση:

Το Eurogroup του Ιουνίου 2017 αποφάσισε ότι η Ελλάδα δεσμεύεται για πρωτογενή πλεονάσματα στο 3.5% μέχρι το 2022 και στη συνέχεια όχι κάτω από 2% μέχρι το 2060.

Με βάση αυτή την απόφαση και τα βασικό μακροοικονομικό σενάριο που κάνει λόγο για ρυθμό μεγέθυνσης 2.5% το 2018 και 1.25% μακροπρόθεσμα, η τελευταία Ανάλυση Βιωσιμότητας Χρέους της Κομισιόν κρίνει το ελληνικό χρέος μη βιώσιμο, αφού οι Ακαθάριστες Χρηματοδοτικές Ανάγκες (GFN) ξεπερνούν το ανώτατο όριο βιωσιμότητας 20% του ΑΕΠ, χωρίς πρόσθετα μακροπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης.

Ωστόσο, η δυνατότητα επίτευξης των παραπάνω πρωτογενών πλεονασμάτων αμφισβητείται από πολλούς επιστήμονες.

Πιο συγκεκριμένα, το Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Peterson συγκρίνει την ελληνική οικονομία με τις επιδόσεις 17 αναπτυγμένων χωρών στον τομέα των πρωτογενών πλεονασμάτων, για την περίοδο 1980-2015, αποδεικνύοντας ότι για μια χώρα σαν την Ελλάδα, με πολύ υψηλό χρέος και υψηλό κόστος δανεισμού από τις αγορές, είναι υπερβολικά αισιόδοξη η πρόβλεψη για διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων άνω του 2% για 37 χρόνια!!!

Ερωτάται η Κομισιόν:

Με ποια επιστημονική μέθοδο εξετάστηκε η δυνατότητα της Ελλάδας να επιτύχει τα πρωτογενή πλεονάσματα που αποφασίστηκαν στο τελευταίο Eurogroup;

Θεωρεί ότι πλήττεται η αξιοπιστία της τελευταίας Ανάλυσης Βιωσιμότητας Χρέους που διενέργησε η Κομισιόν και κατ’ επέκταση η αποτελεσματικότητα των μακροπρόθεσμων μέτρων ελάφρυνσης χρέους του Eurogroup;

Πως κρίνει την άποψη του Ινστιτούτο ότι η επιλογή ενός 4ου Προγράμματος από τον ESM θα είναι οικονομικά συμφέρουσα για τα κράτη μέλη της Ευρωζώνης, σε σχέση με την παροχή των μακροπρόθεσμων μέτρων ελάφρυνσης χρέους από τη μεριά τους;

Το Γραφείο Τύπου

10.10.2017