Η κρίση της ευρωπαϊκής ενοποίησης, με την αυξανόμενη απόκλιση αντί σύγκλιση οικονομιών, την διεύρυνση των εισοδηματικών και περιφερειακών ανισοτήτων, την υψηλή ανεργία, τη διόγκωση του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους, τις ακραίες πολιτικές λιτότητας και το τεράστιο «δημοκρατικό έλλειμμα» νομιμοποίησης των επιλογών, έχουν οδηγήσει σε αυξανόμενη φτωχοποίηση τα λαϊκά στρώματα και σε ουσιαστική συρρίκνωση της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας (ιδιαίτερα στις αδύναμες χώρες όπως η Ελλάδα), θέτοντας γενικότερο ζήτημα βιωσιμότητας της Ευρωζώνης και της ΕΕ.

Γιάννης Τόλιος, διδάκτωρ Οικονομικών, μέλος της ΠΓ της ΛΑΕ

Από την άλλη η απόφαση αποχώρησης της Βρετανίας από την ΕΕ αποδυναμώνει αντικειμενικά τη θέση της ΕΕ στο διεθνή χώρο, ενώ οι αντιθέσεις με τη προεδρεία Τραμπ (η συμφωνία ΤΤΙΡ, εμπορικό πλεόνασμα Γερμανίας, δαπάνες ΝΑΤΟ, κά), οι «τριβές» μεταξύ χωρών της ΕΕ στο «μεταναστευτικό» και οι γεωπολιτικές εντάσεις (Ουκρανία, Μ.Ανατολή), σε συνδυασμό με τη μηδενική ή πολύ ασθενική ανάπτυξη της ΕΕ και ιδιαίτερα της ευρωζώνης, εντείνουν τα κρισιακά φαινόμενα του νεοφιλελεύθερου «ευρωπαϊκού οικοδομήματος».

  1. Η απάντηση των κυρίαρχων ελίτ στην κρίση της ΟΝΕ και ΕΕ

Στην άτυπη Σύνοδο Κορυφής των ηγετών των 27 της ΕΕ στο Ταλίν της Εσθονίας (28-29/917), έγινε η πρώτη συζήτηση για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι κυρίαρχες ελίτ των Βρυξελλών, κυρίως Βερολίνου και Παρισίων, στη βάση των προτάσεων της Κομισιόν, επιχειρούν μια εφ’ όλης της ύλης απάντηση στην κρίση της Ευρωζώνης και της ΕΕ. Ειδικότερα η «Έκθεση των πέντε προέδρων» (Συνόδου Κορυφής, Κομισιόν, Ευρωκοινοβουλίου, ΕΚΤ, Eurogroup) και η «Λευκή Βίβλος για το μέλλον της Ευρώπης» με πέντε εξειδικευμένα κείμενα («τιθάσευση παγκοσμιοποίησης», «εμβάθυνση ΟΝΕ», «κοινωνική διάσταση Ευρώπης», «ευρωπαϊκή άμυνα» και «ίδιοι πόροι»), προσπαθούν να δώσουν ένα «νέο αφήγημα» για την προοπτική της ΟΝΕ και της ΕΕ. Ωστόσο οι λύσεις που προτείνουν αναπαράγουν τους ανισότιμους όρους συμμετοχής, χωρών και λαών, στην διαδικασία της «ευρωπαϊκής ενοποίησης» (καπιταλιστικής ολοκλήρωσης), ενώ στηρίζονται στις ίδιες αρχές και στα ίδια «υλικά» που οικοδομήθηκε ως τώρα η ευρωζώνη και η ΕΕ. Στην ουσία οι προτάσεις των 5 προέδρων και η «Λευκή Βίβλος για το μέλλον της Ευρώπης» έχουν ως βάση το «Ευαγγέλιο του νεοφιλελευθερισμού», υπό την ηγεμονία του ευρωπαϊκού χρηματιστικού κεφαλαίου, κυρίως του γερμανικού και γαλλικού.

Συγκεκριμένα οι κυριότερες ιδέες που περιέχονται στο κείμενο για τη «τιθάσευση της παγκοσμιοποίησης», σε ότι αφορά το εξωτερικό της ΕΕ, είναι η επιδίωξη μιας παγκόσμιας τάξης βασισμένης στην πολυμερή συνεργασία, τους κοινούς κανόνες ανταγωνισμού και στις συντονισμένες πολιτικές. Πρόκειται για τη στρατηγική προώθησης των οικονομικών και γεωπολιτικών συμφερόντων των ηγέτιδων δυνάμεων της ΕΕ, μέσω της «παγκόσμιας διακυβέρνησης», με το άνοιγμα των εθνικών αγορών στις ξένες επενδύσεις και την προστασία τους με δημιουργία «πολυμερών επενδυτικών δικαστηρίων» ICS (Investment Court System) στη λογική των ISDS (Investor State Dispute Settlement). Προώθηση των «συμφωνιών ελευθέρου εμπορίου» τύπου CETA, TTIP, TiSA, κά, την επιβολή κοινών κανόνων ανταγωνισμού, αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής, την προστασία του περιβάλλοντος, τα κοινωνικά πρότυπα κά.

Ως προς το εσωτερικό της ΕΕ, η «τιθάσευση της παγκοσμιοποίησης» σημαίνει προετοιμασία της Ένωσης και των κρατών-μελών, μέσω της επένδυσης στο ανθρώπινο κεφάλαιο, στη δια βίου μάθηση, στην ανάπτυξη δεξιοτήτων και στην κινητικότητα της εργασίας, καθώς και αναπροσαρμογές των κοινωνικών και εργασιακών προτύπων κά. Στην ουσία οι προτάσεις της Κομισιόν αποτελούν τη νεοφιλελεύθερη αφήγηση της ευρωπαϊκής ελίτ, στην αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων της παγκοσμιοποίησης, σε όφελος κυρίως των ευρωπαϊκών πολυεθνικών και σε βάρος των εργαζόμενων και ευρωπαϊκών λαών.

Στο δεύτερο κείμενο για την «εμβάθυνση της ΟΝΕ» και την υπέρβαση των σημερινών αδιεξόδων της ευρωζώνης-ευρώ, η Επιτροπή προτείνει: α) την σύγκλιση των οικονομιών με την ολοκλήρωση της χρηματοοικονομικής και δημοσιονομικής ένωσης, β) τη λογοδοσία και ενίσχυση των θεσμικών οργάνων της ΟΝΕ, γ) την ένταξη στην ΟΝΕ όλων των χωρών της ΕΕ και δ) τη διαφάνεια στη λήψη αποφάσεων. Ειδικότερα ως το 2019, προτείνει την πανευρωπαϊκή διαχείριση των κόκκινων δανείων, τη δημοσιονομική στήριξη του Ταμείου Εξυγίανσης Τραπεζών, την υιοθέτηση πανευρωπαϊκής εγγύησης καταθέσεων, την απελευθέρωση της ευρωπαϊκής αγοράς κεφαλαίων στα πρότυπα των ΗΠΑ, την υιοθέτηση μιας μορφής ευρωομολόγων, διαβαθμισμένα σύμφωνα με το ρίσκο, για τα οποία κάθε χώρα θα είναι υπεύθυνη στην αποπληρωμή τους, κά. Για μετά το 2019, προτείνει σειρά θεσμικών και οικονομικών αλλαγών, όπως το μεγαλύτερο συντονισμό των οικονομικών, φορολογικών και κοινωνικών πολιτικών, τη δημιουργία θέσης ευρωπαίου υπουργού οικονομικών, την μετατροπή του ESM σε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο, κά. Ωστόσο οι περισσότερες από αυτές τις ιδέες – ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι έδιναν μια προσωρινή καπιταλιστική διέξοδο – έχουν ακουστεί και στο παρελθόν και έχουν απορριφθεί «μετ’ επαίνων», πρώτα απ’ όλα από τη Γερμανία και ήδη προβάλλοντα ανοιχτά αντιρρήσεις με την επαναφορά τους και μάλιστα από θεσμικούς παράγοντες.

Όσον για το κείμενο «κοινωνική διάσταση της Ευρώπης», παρ’ ότι αναγνωρίζεται ότι η ΕΕ δεν έχει αποκλειστική αρμοδιότητα στα θέματα κοινωνικής πολιτικής (εργασιακές σχέσεις, ασφαλιστικά συστήματα, κά), ωστόσο προτείνει τη στενότερη συνεργασία και κοινά πρότυπα κοινωνικού κράτους και εργασιακών σχέσεων. Το ζήτημα βέβαια δεν είναι η «στενότερη συνεργασία» αλλά η πολιτική κατεύθυνση των αλλαγών και κατά πόσο απαντούν στις αυξανόμενες ανισότητες, την υψηλή ανεργία, τη γήρανση του πληθυσμού, κά. Το κείμενο έμμεσα πλην σαφώς δίνει καθαρή νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση. Προτρέπει τα κράτη μέλη να διεξάγουν μια «ανοικτή συζήτηση σχετικά με την ικανότητα των οικονομικών και κοινωνικών συστημάτων να ανταποκρίνονται στις ατομικές και συλλογικές ανάγκες της κοινωνίας». Με άλλα λόγια, η συζήτηση για την «κοινωνική διάσταση της Ευρώπης» δεν είναι τίποτα άλλο, από το σχέδιο παραπέρα αποδιάρθρωσης (ότι έχει απομείνει) από το κοινωνικό κράτος και τις εργασιακές σχέσεις όπως τις γνωρίσαμε πριν από το 2000.

Ειδικότερα στο όνομα της ανταγωνιστικότητας και των σύγχρονων προκλήσεων της παγκοσμιοποίησης, προβάλλεται η υπεράσπιση τριών γενικών αρχών: α) ίσες ευκαιρίες πρόσβασης στην αγορά εργασίας, β) δίκαιες συνθήκες εργασίας και γ) προστασία και κοινωνική ένταξη των πολύ αδυνάτων. Ωστόσο πουθενά δεν υπάρχει συγκεκριμένη αναφορά ή κατεύθυνση για τη διασφάλιση κατώτατου μισθού, επιδομάτων ανεργίας, σύνταξης, κοινωνικής προστασίας και άλλα θεμελιώδη εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα. Αντίθετα η εφαρμογή των Μνημονίων αποτελούν το όχημα επιβολής ακραίων μέτρων λιτότητας και δημοσιονομικής πειθαρχίας. Αυτήν την εμπειρία των Μνημονίων την μετατρέπουν σε θεσμικές αλλαγές στο όνομα θωράκισης του ευρωπαϊκού οικοδομήματος και του ενιαίου νομίσματος.

Από την άλλη, το κείμενο για την «ευρωπαϊκή άμυνα» στηρίζεται στη βασική ιδέα, ότι η στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης περνάει μέσα από τη δημιουργία ισχυρού «στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος», με την αύξηση των κονδυλίων για στρατιωτικούς σκοπούς (οπλικά συστήματα, έρευνα, κά) και τη δημιουργία μιας ενιαίας αγοράς στον τομέα παραγωγής και προμήθειας πολεμικού υλικού. Στο κείμενο υπάρχουν όλα τα πιθανά σενάρια «ενισχυμένης» αμυντικής συνεργασίας, μέχρι την «κοινή πολιτική άμυνας και ασφάλειας», τα οποία προβλέπουν αύξηση στρατιωτικών δαπανών σε εθνικό επίπεδο και σε επίπεδο ΝΑΤΟ. Επίσης προβλέπουν την ενίσχυση της διεθνούς στρατιωτικής παρουσίας της ΕΕ, την στενότερη συνεργασία των υπηρεσιών ασφαλείας των χ-μ, τον αυξημένο ρόλο των ισχυρών κρατών, κά. Είναι φανερό ότι ο δρόμος της «στρατιωτικοποίησης» της ΟΝΕ και της ΕΕ, αποτελεί καθαρά μια αντιδραστική εξέλιξη που αντιστρατεύεται τα ζωτικά συμφέροντα των λαών και εργαζόμενων της Ευρώπης.

Τέλος στο κείμενο για τους «ίδιους πόρους», ομολογείται η τάση συρρίκνωσης τους σε ποσοστό του ΑΕΠ των χωρών της ΕΕ (από 1,18% το 1999, σε 0,98% το 2015) και η αδυναμία τους να ανταποκριθούν σε νέες απαιτήσεις που προκύπτουν από την παγκοσμιοποίηση, την ψηφιακή τεχνολογία, τις δημογραφικές αλλαγές, την οικονομική σύγκλιση, κοινωνική συνοχή, κλιματική αλλαγή, βιώσιμη ανάπτυξη, μείωση ανεργίας, κά. Ωστόσο τα σενάρια για το μέλλον των ιδίων πόρων, κινούνται σε αντίθετη κατεύθυνση από τις ανάγκες των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Η αναζήτηση κονδυλίων για κάλυψη των νέων αναγκών, επικεντρώνεται κυρίως στη μείωση των κονδυλίων προς την γεωργία και πολιτική συνοχής (περιφερειακή ανάπτυξη, κοινωνική πολιτική, κά), ενώ αντίθετα η αύξηση των κονδυλίων για στρατιωτικούς σκοπούς θεωρείται δεδομένη. Ακόμα και το πιθανό σενάριο αύξησης των «ιδίων πόρων» παραμένει ασαφές, χωρίς καμιά συγκεκριμένη αναφορά για αύξηση τους (πχ. στο 2% ή 5% του ΑΕΠ). Κατά συνέπεια όλα τα «σχέδια» για το ξεπέρασμα της βαθειάς κρίσης της ΟΝΕ και ΕΕ, αποτελούν σε μεγάλο βαθμό «σχέδια επί χάρτου» γιατί αναπαράγουν όλα τα στοιχεία διαιώνισης της κρίσης.

  1. Το νέο αφήγημα, η «Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων»

Το βασικό συμπέρασμα που βγαίνει από τα κείμενα των πολιτικών προθέσεων της Κομισιόν, είναι ότι η μελλοντική πορεία των θεσμικών αλλαγών της ΕΕ και της Ευρωζώνης, θα είναι στην κατεύθυνση της αυστηρότερης εποπτείας των οικονομιών των χωρών-μελών και πειθάρχησης τους στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, της στενότερης εποπτείας των εθνικών προϋπολογισμών, περιορισμού της δημοκρατίας και της λαϊκής κυριαρχίας, της στρατιωτικοποίησης των οικονομιών και ενίσχυσης της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας της ΕΕ. Από την άλλη αναπαράγεται το τεράστιο δημοκρατικό έλλειμμα νομιμοποίησης των επιλογών. Σε πρόσφατη συνέντευξη του ο ευρωπαίος Επίτροπος Π.Μοσκοβισί κατήγγειλε με αγανάκτηση (!) το «ογκώδες δημοκρατικό έλλειμμα στην Ευρωζώνη», το οποίο οφείλει να καλυφθεί με βάση τις προτάσεις της Επιτροπής. Δηλ. με «περισσότερες ενημερώσεις (!) των κοινοτικών οργάνων, του Ευρωκοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων».! Στην ουσία ωστόσο, δεν γίνεται απολύτως κανένα βήμα κάλυψης του τεράστιου «δημοκρατικού ελλείμματος» στη λήψη των αποφάσεων, ούτε με την ενίσχυση του αποφασιστικού ρόλου του Ευρωκοινοβουλίου, ούτε με το σεβασμό της λαϊκής κυριαρχίας και της βούλησης των λαών και εργαζόμενων της ΕΕ.

Η βαθύτερη φιλοσοφία της μελλοντικής ΕΕ, βρίσκεται στο κείμενο των «πέντε προέδρων» και συγκεκριμένα στο κείμενο «πολιτικών προθέσεων» της Κομισιόν που ονομάζεται «Λευκή Βίβλος σχετικά με το μέλλον της Ευρώπης». Εκεί καταγράφονται 5 πιθανά σενάρια για τη μελλοντική πορεία της Ένωσης, τα οποία ξεκινούν από μια χαλαρή εμπορική ένωση με κοινή αγορά και φτάνουν στη στενότερη οικονομική και πολιτική ένωση. Αν υποθέσουμε ότι υπήρχε σενάριο για ομοσπονδιακή δομή της ΟΝΕ και ΕΕ, τύπου ομοσπονδιακής δομής Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι πρόκειται για ένα βιώσιμο σχέδιο έστω και με καπιταλιστικούς όρους. Ωστόσο δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο, διότι το ενδεχόμενο προώθησης του προσκρούει στις έντονες αντιθέσεις των κυρίαρχων ελίτ της ΕΕ. Το πιθανότερο σενάριο που διαφαίνεται, είναι αυτό της «Ευρώπης των πολλών ταχυτήτων», το οποίο σε γενικές γραμμές πρόβαλλε εμφαντικά ο νέος πρόεδρος της Γαλλίας Ε.Μακρόν, μιλώντας στους πρεσβευτές της Γαλλίας τον Αύγουστο ’17.

Ειδικότερα ο Μακρόν τάχτηκε υπέρ μιας «επανιδρυόμενης Ευρώπης των πολλών ταχυτήτων», όσων επιθυμούν να προχωρήσουν πιο μακριά τη σύγκλιση των οικονομιών τους, φωτογραφίζοντας στην ουσία μια νέα Γερμανο-Γαλλική συμμαχία, η οποία θα δεσπόζει σε μια διαιρεμένη σε πολλά σχήματα και ταχύτητες των χ-μ της ΕΕ. Ειδικότερα μίλησε για «πρωτοπορία των προθύμων», δηλ. των πιο ισχυρών οικονομιών που θα οδηγούν την άμαξα, ενώ οι άλλες χώρες θα έχουν ουσιαστικά το ρόλο του άφωνου συνοδοιπόρου (κάτι σαν ρόλο «αρχαίου χορού» στις ελληνικές τραγωδίες) στα πλαίσια μιας ποικιλίας καθεστώτων συνεργασίας. Επίσης τάχτηκε υπέρ της μεγαλύτερης αυτονομίας της ευρωζώνης από την υπόλοιπη ΕΕ, μέσω ξεχωριστού Κοινοβουλίου και Προϋπολογισμού, καθώς και την ενίσχυση της οικονομικής και νομισματικής σύγκλισης, των φορολογικών και κοινωνικών πολιτικών, τους αυστηρότερους κανόνες στις κρατικές προμήθειες, προστασία της ψηφιακής αγοράς από επιθετικές εξαγορές κά.

Τέλος ο Μακρόν τάχτηκε υπέρ της δημιουργίας Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου και θέσης υπουργού Οικονομικών υπό προϋποθέσεις, καθώς και υπέρ της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης της αγοράς εργασίας. (Ήδη σε σχετικό Ν/Σ που έχει καταθέσει στη γαλλική Βουλή δίνει τι στίγμα των επιλογών του). Επίσης υψηλά στην ατζέντα του Μακρόν είναι η εμβάθυνση της ευρωπαϊκής άμυνας, παράλληλα με την οικοδόμηση της κοινής ενεργειακής πολιτικής κά. Οι θέσεις του Μακρόν εκφράζουν κατ’ εξοχήν τα συμφέροντα του γαλλικού χρηματιστικού κεφαλαίου αλλά και συνολικά των ευρωπαϊκών πολυεθνικών, που τάσσονται υπέρ της προώθησης της ευρωπαϊκής ενοποίησης, με βάση τα δόγματα του νεοφιλελευθερισμού.

  1. Η άτυπη σύνοδος στο Ταλίν και τα επόμενα βήματα

Μετά τις γαλλικές και γερμανικές εκλογές και ειδικότερα μετά το σχηματισμό της νέας γερμανικής κυβέρνησης, οι ιδέες της νέας θεσμικής συγκρότησης της ΕΕ θα πάρουν πιο συγκεκριμένη μορφή. Στην άτυπη σύνοδο των ηγετών της ΕΕ, έγινε η πρώτη βολιδοσκόπηση και καταγραφή των αντιδράσεων στις προτάσεις της Επιτροπής. Παρ’ ότι ο Μακρόν ήθελε και αναθεώρηση της Συνθήκης της ΕΕ, μετά από συνάντηση με τη Μέρκελ υποχώρησε και οι 27 συμφώνησαν στην πρόταση Γιούγκερ ότι «όλα μπορούν να γίνουν και με τη σημερινή συνθήκη». Ήταν ένας αναγκαστικός ελιγμός για να αποφευχθεί το άνοιγμα «των ασκών του Αιόλου». Η επόμενη συνάντηση θα γίνει την άνοιξη του 2018 στη Σόφια Βουλγαρίας και η επόμενη πριν τις ευρωεκλογές στη Ρουμανία. Σε κάθε περίπτωση οι αλλαγές που συμφώνησαν να προωθήσουν ως τις ευρωεκλογές 2019, δεν αλλάζουν σε τίποτα τη φύση της ΟΝΕ και της ΕΕ και κινούνται ενάντια στα συμφέροντα των λαών και εργαζόμενων της ΕΕ. Ιδιαίτερα για την Ελλάδα οι Μνημονιακές δεσμεύσεις και η αυστηρή επιτήρηση παραμένουν στο ακέραιο και σε βάθος χρόνου, ενώ προοπτικά αυτό που προσφέρεται στην Ελλάδα και σε όλες τις περιφερειακές χώρες, είναι μια θέση β’ κατηγορίας στο τραίνο της «Ευρώπης των πολλών ταχυτήτων» με μηχανοδηγούς τους γερμανο-γάλλους ιμπεριαλιστές.!

Παρ’ ότι οι κατευθύνσεις της υποτιθέμενης «νέας Ευρώπης» είναι πολύ σαφείς για τους πολιτικούς και οικονομικούς στόχους που εξυπηρετούν, από διάφορες πλευρές ακούγονται μεν κριτικά σχόλια, ωστόσο εξαντλούνται εντός των ορίων της παρούσας αρχιτεκτονικής, καλλιεργώντας ψευδαισθήσεις για «βελτιώσεις» και βαθμιαίες μεταρρυθμίσεις σε βάθος χρόνου που θα αλλάξουν τάχα μελλοντικά τη σημερινή δομή της ΟΝΕ και ΕΕ. Επιστρατεύονται μάλιστα επιχειρήματα, ότι ακόμα και μικρά βήματα να γίνουν προς την ενοποίηση είναι προτιμότερα από τον «κατακερματισμό» και τη διάλυση του σημερινού οικοδομήματος. (!) Πρόκειται για αντιλήψεις που ουσιαστικά στηρίζουν την πεμπτουσία της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης, για μια Ευρώπη των πολυεθνικών και κυρίαρχων ευρωπαϊκών ελίτ, σε βάρος των λαών και εργαζόμενων. Το πραγματικό δίλημμα που τίθεται δεν είναι επιλογή μεταξύ «εθνικής αναδίπλωσης» και «καπιταλιστικής ολοκλήρωσης», ή «κατακερματισμού» και «ενοποίησης», αλλά για τους όρους και προϋποθέσεις αξιοποίησης των πλεονεκτημάτων της διεθνοποίησης των οικονομιών και της συνεργασίας μεταξύ χωρών και λαών.

  1. Η εναλλακτική στρατηγική της Ισότιμης συνεργίας

Η κρίση του οικοδομήματος της ΟΝΕ και της ΕΕ και οι προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αντιμετώπιση της, δυστυχώς δεν ανοίγουν δρόμους υπέρβασης της κρίσης με όρους λαών και εργαζόμενων. Στην ουσία πρόκειται για προτάσεις «αναπαλαίωσης» ενός αντιδημοκρατικού οικοδομήματος που κινείται σε αντιδραστικότερη κατεύθυνση. Προβάλλει κατά συνέπεια η ανάγκη αναζήτησης των μορφών και των όρων της φερέγγυας συνεργασίας μεταξύ χωρών και λαών. Σε ότι αφορά τις μορφές, αυτή μπορεί να γίνεται τόσο μέσα από διμερείς και πολυμερείς συμφωνίες, όσο και από συμφωνίες διακυβερνητικής συνεργασίας, καθώς επίσης με τη δημιουργία συνομοσπονδιών ανεξάρτητων κρατών. Ωστόσο σε ότι αφορά το χαρακτήρα τους, θα πρέπει να διασφαλίζουν την ισότιμη συνεργασία και το αμοιβαίο όφελος, την πολιτική νομιμοποίηση με άμεση προσφυγή στη βούληση των λαών, καθώς και το δικαίωμα της εισόδου και εξόδου από αυτές, με απόφαση των κυρίαρχων λαών.

Κατά συνέπεια σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η προώθησης μιας εναλλακτικής στρατηγικής διεθνούς συνεργασίας, θα πρέπει να στηρίζεται στην ισότιμη και αμοιβαία επωφελή συνεργασία μεταξύ χωρών και λαών (εντός και εκτός της ΕΕ), με τη διασφάλιση των θεμελιωδών δημοκρατικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, καθώς και το σεβασμό της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας κάθε χώρας. Δηλαδή μια Ένωση ευρωπαϊκών κρατών που θα προάγει την οικονομική σύγκλιση και τη κοινωνική συνοχή, τη βιώσιμη ανάπτυξη και την περιβαλλοντική προστασία, τη δικαιότερη κατανομή εισοδήματος, τη μείωση των κοινωνικών και περιφερειακών ανισοτήτων, την εξασφάλιση πλήρους απασχόλησης, την προστασία των θεμελιωδών εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων, την αναβάθμιση των αντιπροσωπευτικών θεσμών, ουσιαστική συμμετοχή των εργαζόμενων στα κέντρα λήψης αποφάσεων, πολιτική ειρήνης και ισότιμης συνεργασίας με όλες τις χώρες, κά. Μόνο στα πλαίσια μιας τέτοιας Ευρώπης, κυρίαρχων λαών και κρατών, μπορούν να διασφαλιστούν ζωτικά συμφέροντα των εργαζόμενων και των λαϊκών στρωμάτων, η ειρηνική συμβίωση και η γόνιμη συνεργασία μεταξύ χωρών.

Προβάλλει ένα ερώτημα, το οποίο έρχεται από παλιά, αλλά απαιτεί με βάση τις νεώτερες εξελίξεις, μια σύγχρονη απάντηση. Ποια είναι καλύτερη τακτική εκ μέρους του λαϊκού κινήματος, για να ανοίξει με επιτυχία ο συγκεκριμένος δρόμος; Προωθώντας τις διαδικασίες της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης υπό την ηγεμονία του χρηματιστικού κεφαλαίου και παράλληλα οι χώρες και οι λαοί από κοινού να προσπαθήσουν να προωθήσουν με βελτιώσεις το «όραμα μιας άλλης Ευρώπης»; Τι μας διδάσκει η 60χρονη εμπειρία της «ευρωπαϊκής ενοποίησης»; Ότι η ανάπτυξη του λαϊκού και κυρίως του αριστερού κινήματος σε κάθε χώρα της ΕΕ, είναι άνιση και κατά συνέπεια είναι εξωπραγματικό το «σενάριο» της ανάδειξης σε όλες τις χώρες ταυτόχρονα αριστερών κυβερνήσεων για να προωθήσουν το «εναλλακτικό σχέδιο». Από την άλλη, το αντιδραστικό οικοδόμημα του ευρωσυστήματος με την ενδυνάμωση των μηχανισμών ελέγχου και καταπίεσης, γίνεται πιο ισχυρό και κάνει πιο δύσκολη (ουσιαστικά ανέφικτη) την παραπάνω επιδίωξη. Αντίθετα είναι σαφώς πιο ρεαλιστική η προοπτική της αποδέσμευσης, μιας ή περισσοτέρων χωρών με το ευρωσύστημα, η αποδυνάμωση του και η επιτάχυνση των διαδικασιών συνολικής ανατροπής του και δημιουργία των προϋποθέσεων επαναθεμελίωσης του με όρους ισότιμης συνεργασίας κρατών και με σεβασμό της κυριαρχικής βούλησης των λαών και εργαζόμενων.

Ειδικότερα για την Ελλάδα, η συμμετοχή της στην ΟΝΕ ήταν και παραμένει μια μεγάλη περιπέτεια. Ιδιαίτερα από την περίοδο επιβολής των Μνημονίων ο ελληνικός λαός βιώνει μια πρωτοφανή καταστροφή, από οικονομική, κοινωνική, δημογραφική και άποψη κυριαρχικών δικαιωμάτων. Τα Μνημόνια που εφαρμόστηκαν με τις οδηγίες της ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ-ΕΜΣ και τη στήριξη της εγχώριας ελίτ, έχουν οδηγήσει σε φτωχοποίηση πάνω από το μισό του ελληνικού λαού, καταβαράθρωση της οικονομίας, εξανδραποδισμό της νεολαία και βάναυση καταπάτηση της λαϊκής κυριαρχίας. Στο δημοψήφισμα του 2015, πάνω από το 61% του ελληνικού λαού απόρριψε την επιβολή ενός νέου Μνημονίου και σήμερα με την ευθύνη των υπερεθνικών θεσμών, της κυβέρνησης ΣΥΡΙΑ-ΑΝΕΛ και όλων των κομμάτων του Μνημονιακού τόξου, μαζί της οικονομικής ελίτ και των κυρίαρχων media, βιώνουμε την εφαρμογή του Γ’ Μνημονίου, αλλά και την επιβολή ενός Δ’ άτυπου Μνημονίου, με πρωτοφανείς δεσμεύσεις σε βάθος δεκαετιών. Είναι αποκαλυπτική μια πρόσφατη δήλωση του επιτρόπου Μοσκοβισί (4.9.17) για τον «σκανδαλώδη τρόπο επιβολής των Μνημονίων στην Ελλάδα», αλλά ταυτόχρονα και η πολύ κυνική του δήλωση, ότι «η Ελλάδα θα βρίσκεται σε καθεστώς επιτροπείας, χωρίς δικαίωμα ψήφου στα κοινοτικά όργανα μέχρι να ξεπληρώσει το 75% των δανείων (176 δις που έχει λάβει)».!

Η επιβολή των Μνημονιακών μέτρων και η ουσιαστική απώλεια εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας, είναι ο «φόρος αίματος» που πληρώνει ο ελληνικός λαός στην πολιτική της «πάση θυσία» παραμονή στην Ευρωζώνη, η οποία εξυπηρετεί μόνο τα συμφέροντα της εγχώριας ελίτ και των κυρίαρχων ελίτ Βρυξελών και Βερολίνου. Για άνοιγμα του δρόμου εξόδου από την κρίση σε όφελος του λαού και της χώρας, χρειάζεται η εφαρμογή δέσμης μέτρων σε οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, στα πλαίσια ενός «μεταβατικού προγράμματος» που θα εφαρμόσει μια αληθινά λαϊκή κυβέρνηση.

Συνοπτικά οι βασικοί άξονες ενός τέτοιο προγράμματος είναι:

Αναστολή πληρωμής του δημόσιου χρέους με στόχο τη δραστική μείωση του.

Έξοδο από την Ευρωζώνη, ανάκτηση της νομισματικής κυριαρχίας και όλων των μοχλών άσκησης οικονομικής πολιτικής, μαζί και της χαμένης εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας.

Εθνικοποίηση τραπεζικού συστήματος και μετατροπή της Τράπεζας Ελλάδος σε δημόσια κεντρική τράπεζα.

Μείωση ιδιωτικού χρέους νοικοκυριών και επιχειρήσεων με βάση κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια.

Εφαρμογή προγράμματος ανάπτυξης και δημοσίων επενδύσεων με στόχο την ανάκαμψη της οικονομίας και δραστική μείωση της ανεργίας.

Ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης μισθών και συντάξεων, για τόνωση της αγοράς και της εγχώριας παραγωγικής δραστηριότητας.

Εφαρμογή φορολογικής πολιτικής αναδιανομής εισοδήματος υπέρ των μισθωτών, συνταξιούχων και λαϊκών στρωμάτων, με δραστικό έλεγχο της φοροδιαφυγής και της κατάργησης των προνομιών ολιγαρχίας.

Επαναφορά στο δημόσιο έλεγχο των κερδοφόρων ΔΕΚΟ και επέκταση τους σε στρατηγικές κλάδους και τομείς, κάτω από συλλογικό δημοκρατικό έλεγχο και κοινωνικό σχεδιασμό.

Αναπροσανατολισμός της κοινωνικο-οικονομικής δραστηριότητας με έμφαση την κάλυψη βασικών κοινωνικών αναγκών, μείωση της κατανάλωσης πολυτελών ειδών και αύξηση δαπανών για υγεία, πρόνοια, εκπαίδευση, κατοικία, πολιτισμό, περιβάλλον, κά.

Ριζοσπαστικός μετασχηματισμός του κράτους με την αναβάθμιση των αντιπροσωπευτικών θεσμών, δημιουργία θεσμών λαϊκής συμμετοχής και εργατικού ελέγχου, κά.

Εφαρμογή πολυδιάστατης και ανεξάρτητης εξωτερική πολιτικής, ισότιμης και αμοιβαία επωφελούς συνεργασίας με όλες τις χώρες κα πρώτα απ’ όλα με τις ευρωπαϊκές, βαλκανικές και μεσογειακές.

Είναι προφανές ότι η προώθηση αυτής της δέσμης ριζοσπαστικών μέτρων – μεταβατικό πρόγραμμα με ορίζοντα το σοσιαλισμό – προϋποθέτει την ανάπτυξη ισχυρού κινήματος αντίστασης και ανατροπής των μνημονιακών μέτρων και την ανάδειξη μιας γνήσιας λαϊκής κυβέρνησης, που με την ενεργή στήριξη των εργαζόμενων και του ελληνικού λαού, καθώς την αλληλεγγύη των ευρωπαϊκών λαών και κινημάτων, θα το κάνει πράξη, ανοίγοντας ελπιδοφόρους ορίζοντες στην ελληνική κοινωνία και κυρίως στη νέα γενιά, καθώς στους λαούς και εργαζόμενους της Ευρώπης.!